Legislator Case Law & Legislation
295/2017 AI generated

295/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 295/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/5/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

295/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 4/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναίρεσης.

Keywords

AI generated
banking supervision microprudential tasks pharmaceutical legislation bank of issue central bank non-compliance with inspection regulations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 295 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 295/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "... ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Σπυράκο και Σοφία Αγγέλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "… ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/5/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 880/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6643/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/4/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 4/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-23/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" κατά την οποία "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ’ αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία", οριοθετούσα την ευθύνη της εταιρείας, που πλήρωσε, μόνο στην περίπτωση δόλου ή βαρείας αμελείας των οργάνων της, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση της εκδόσεως ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων, όπως είναι το εκδιδόμενο από την Τράπεζα βιβλιάριο καταθέσεως Ταμιευτηρίου, όχι δε και στην περίπτωση που η πληρώτρια, βάσει συμβάσεως επιταγής, Τράπεζα εξοφλεί πλαστογραφημένη επιταγή στον φερόμενο κομιστή και χρεώνει με το αντίστοιχο ποσό τον λογαριασμό του πελάτου της, που φέρεται ως εκδότης αυτής.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η Τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, ως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 5960/1933 που ορίζει ότι "η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ’ ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι’ επιταγής" και από το άρθρο 35 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η Τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η Τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστού συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.

Εξ άλλου, ελλείψει ειδικής διατάξεως, σε κάθε άλλη περίπτωση, που εκ πταίσματος των οργάνων της Τράπεζας ζημιούται τρίτος, η ευθύνη της Τράπεζας, ως θεματοφύλακος οριοθετείται από τον Α.Κ., (823 ΑΚ) ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα. (Α.Π 841/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα, πρόταση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά, πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς. και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1998/14, ΑΠ1254/10, ΑΠ179, 495/13).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 288, 330, 823 ΑΚ, 3 και 35 ν. 5960/33 απέρριψε (κατά πλειοψηφία) ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα και επί των παραπάνω διατάξεων θεμελιωθείσα (από 6-5-09) αγωγή του με την οποία αυτό (αναιρεσείον), επικαλούμενο ότι εξ αμελείας των προστηθέντων υπαλλήλων της θεματοφύλακος - αναιρεσίβλητης, συνισταμένης στην κατά παράβαση της σχετικής υποχρεώσεως αυτών, παράλειψη των τελευταίων να προβούν στον προσήκοντα έλεγχο γνησιότητας της υπογραφής και των λοιπών προδιαγραφών ασφαλείας των προς πληρωμή εμφανισθεισών τραπεζικών επιταγών εκδόσεώς του, πραγματοποιήθηκε πληρωμή πλαστών, κατά την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου αυτού, επιταγών συνολικού και ισόποσου της προκληθείσας σ’ αυτό ζημίας ποσού 92.832,20 ευρώ, ζήτησε την καταψήφιση της αναιρεσίβλητης στην προς αυτό καταβολή του εν λόγω ποσού κατά τις περί επιταγής και παρακαταθήκης διατάξεις δεχθείσα, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ανυπαρξία της αποδιδομένης στους προστηθέντες ως άνω υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, υπό τη μορφή της αμέλειας, υπαιτιότητας παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενομένα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, μετ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα παρακάτω: " Το ενάγον (αναιρεσείον) είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ" και εδρεύει στην Αθήνα. Για την πραγματοποίηση πληρωμών προς τα μέλη του φαρμακοποιούς από την εκτέλεση συνταγών των ασφαλισμένων και των ασφαλιστικών οργανισμών που συνδέονταν με σχέση συλλογικής σύμβασης με αυτό, είχε αναπτύξει από το έτος 1984 συνεργασία με την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία δυνάμει της οποίας είχε ανοίξει σ’ αυτήν, επ’ ονόματι του, τον υπ’ αριθμ....

τραπεζικό λογαριασμό, προκειμένου να σύρονται επ’ αυτού τραπεζικές επιταγές που εξεδίδοντο από το ενάγον εις διαταγή των μελών του. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συνεργασίας εξεδίδοντο από το ενάγον μηνιαίως περίπου 3.300 επιταγές. Για κάθε επιταγή το ενάγον κατέβαλλε στην εναγομένη προμήθεια ύψους 0,60 ευρώ ενώ η όλη συνεργασία εξασφάλιζε στην εναγομένη αξιόλογη ρευστότητα.

Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των εκδιδόμενων επιταγών, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων το ενάγων ανέλαβε εξ αρχής το ίδιο την εκτύπωση των σωμάτωv των επιταγών με δικά του έξοδα και ευθύνη, όπως εξάλλου συνέβαινε κατά το έτος 2006 και με άλλες 700 περίπου συνεργαζόμενες ωσαύτως με την εναγομένη εταιρείες.

Κατά τις σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τη σχετική δέσμευση της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ομοσπονδίας είχε τεθεί σε εφαρμογή από 01.01.2002 σε πανευρωπαϊκό επίπεδο η υποχρεωτική αναγραφή του ΙΒΑΝ (International Bank Account Number) επί του σώματος της επιταγής. Ο ΙΒΑΝ είναι μία τυποποιημένη, αναγνωρίσιμη και μηχανογραφικά επεξεργάσιμη μορφή ενός τραπεζικού λογαριασμού, δημιουργούμενη με την προσθήκη αλφαριθμητικών χαρακτήρων στον αριθμό λογαριασμού του πελάτη, οι οποίοι εξασφαλίζουν τη μοναδικότητα του σε οποιαδήποτε τράπεζα και αν τηρείται αυτός.

Παρέχει δε το πλεονέκτημα της αυτόματης επεξεργασίας των λογαριασμών κάθε τράπεζας σε κάθε χώρο, κυρίως στις διασυνοριακές τραπεζικές συναλλαγές, στην κατεύθυνση της επαλήθευσης της χώρας, της τράπεζας και της ορθής αναγραφής του αριθμού λογαριασμού, μέσω των ψηφίων ελέγχου που παράγονται και επαληθεύονται με τη βοήθεια διεθνώς αναγνωρισμένης και τυποποιημένης μεθόδου.

Με τη χρήση του ΙΒΑΝ, διασφαλίζεται η σωστή μετάδοση του αριθμού λογαριασμού και περιορίζεται η χειρόγραφη επέμβαση κατά την πίστωση του. Εξάλλου, κατά τις δεσμευτικές οδηγίες της Διατραπεζικής Επιτροπής Τυποποιήσεων και Τεχνολογίας της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών είχαν ήδη τεθεί από τον Ιούνιο του 2001 κανόνες κωδικοποίησης και τυποποίησης της Code Line των επιταγών σε ευρώ (τοποθέτηση πεδίων, ήτοι ποσού, αριθμού επιταγής, ημερομηνίας, ΙΒΑΝ κ.λ.π., μέγιστο πλήθος χαρακτήρων, στοίχιση στο σώμα της επιταγής κ.

λ. π.). Με βάση τις τιθέμενες από τις ανωτέρω κανονιστικές διατάξεις προδιαγραφές, καταρτίστηκε επιμέρους συμφωνία μεταξύ της εναγομένης τράπεζας και του ενάγοντος, δυνάμει της οποίας το τελευταίο ανέλαβε να τυπώνει μόνο του κα με δικά του έξοδα τα σώματα των εκδιδόμενων από αυτό επιταγών. Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής ορίστηκαν επιπλέον και τα εξής:

α) το μέγεθος της γραμματοσειράς τυπωμένων στοιχείων των επιταγών έπρεπε να είναι 10 pci, β) το ονοματεπώνυμο του προσώπου, εις διαταγή ν του οποίου θα εκδιδόταν η επιταγή, έπρεπε να τυπώνεται ακριβώς μετά την ένδειξη "ΠΛΗΡΩΣΑΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗ ΜΑΣ ΑΥΤΗ ΣΕ ΔΙΑΤΑΓΗ", χωρίς τη μεσολάβηση κενού, γ) ο σειριακός αριθμός της επιταγής που αναγράφεται στη λευκή ζώνη αυτής, τυπωνόνταν, σε γραμματοσειρά ...

για την διευκόλυνση της ταυτότητας των επιταγών και σε συγκεκριμένη θέση από το άκρο της επιταγής, ήτοι να ξεκινά ακριβώς από το ίδιο σημείο από το οποίο άρχιζαν όλες οι σειρές της επιταγής, χωρίς να προηγείται κάποια εσοχή, ώστε να μπορεί να διαβαστεί η επιταγή από το ειδικό μηχάνημα αναγνώρισης της εναγομένης, δ) πριν από το σειριακό αριθμό στη λευκή γραμμή της επιταγής έπρεπε να αναγράφεται το σύμβολο "+", η θέση του οποίου είχε συμφωνηθεί να είναι ακριβώς στην ίδια ευθεία από τη οποία ξεκινούν όλες οι σειρές της επιταγής, ε) στο πεδίο που προορίζεται για την υπογραφή του εκδότη έπρεπε να τυπώνεται πάντοτε το διακριτικό σήμα του ενάγοντος, ακριβώς δε από το πάνω μέρος αυτού έπρεπε να ξεκινά το ονοματεπώνυμο του εκπροσώπου του ενάγοντος, ο οποίος θα προέβαινα στην υπογραφή της επιταγής, στ) η γραμμή στην πίσω όψη της επιταγής πάνω από την ένδειξη "θέση πρώτης οπισθογράφησης" έπρεπε να τοποθετείται σε συγκεκριμένη απόσταση από την άκρη του χαρτιού, ζ) στο πεδίο που προοριζόταν για την αναγραφή του λογαριασμού του ενάγοντος έπρεπε να τυπώνεται πάνω από τον αριθμό του λογαριασμού η σφραγίδα του ενάγοντος, με το λογότυπο "...

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ" με μελάνι πράσινου χρώματος, η. στα μέρη της επιταγής που αναφέρεται η εντολή πληρωμής και ο λογαριασμός του ενάγοντος, αναγραφόταν η κτητική αντωνυμία "μας" και θ) στην οπίσθια όψη της επιταγής περιλαμβανόταν η σήμανση σε ελληνική γραφή "παρακαλούμε μη γράφετε ή σφραγίζετε στη λευκή ζώνη".

Δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι ταμειολογιστικές (tellers) της εναγομένης τράπεζας και των κατά. τόπους υποκαταστημάτων της, υα ήταν υποχρεωμένοι να προβαίνουν κατά την πληρωμή των επιταγών του ενάγοντος στον έλεγχο ακριβούς τήρησης των προδιαγραφών αυτών, όπως αβάσιμα το ενάγον υποστηρίζει, αφού ο καθορισμός των προδιαγραφών εκτύπωσης των επιταγών έγινε προκειμένου να τηρηθούν οι κανόνες που είχαν ορισθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Τράπεζα της Ελλάδος και την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών και όχι για να διευκολυνθεί η διερεύνηση της γνησιότητας τους, με τον έλεγχο της τήρησης αυτών.

Επιπλέον, δεν συμφωνήθηκε να γίνεται μηχανογραφικός έλεγχος δια σαρώσεως με ειδικό μηχάνημα των επιταγών, προκειμένου να ελεγχθεί η ακριβής τήρηση των ανωτέρω προδιαγραφών, έλεγχος άλλωστε που κατά την πρακτική της εναγομένης ελάμβανε χώρα μόνον σε επιταγές που εμφανίζονταν σε πακέτα και όχι μεμονωμένα, όπως οι επιταγές του ενάγοντος, οι οποίες εμφανίζονταν προς πληρωμή από τους επιμέρους φαρμακοποιούς.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο, της μακρόχρονης, από το έτος 1984 συνεργασίας των διαδίκων, η εναγομένη είχε την υποχρέωση να προβαίνει, κατά τη συμφωνία τους, αλλά και από την επιβαλλόμενη από το νόμο και τις τραπεζικές συνήθειες πρακτική, στον ακολούθως περιγραφόμενο έλεγχο των μεμονωμένων επιταγών έκδοσης του ενάγοντος που εμφανίζονταν προς πληρωμή στα υποκαταστήματα της: 1) Εξωτερικός- τυπικός έλεγχος, ο οποίος γινόταν με εξέταση των επιταγών από τους ταμειολογιστές και περιελάμβανε:

α) τον δια οπτικής παρατηρήσεως έλεγχο της κανονικότητας των στοιχείων τους, ήτοι το αν το σχετικό έγγραφο έχει τη μορφή επιταγής, αν υπάρχουν στο σώμα αυτού διαγραφές, ξέσματα κ.λ.π., αν έχει ημερομηνία έκδοσης και εμφανίζεται προς πληρωμή εμπρόθεσμα, αν έχει αριθμό, ποσό (αριθμητικώς και ολογράφως), εις διαταγήν δικαιούχο, υπογραφή εκδότη και επί νομικού προσώπου και σφραγίδα με την επωνυμία του, λογαριασμό επί του οποίου σύρεται, σειριακό αριθμό (code line) στην κάτω λευκή λωρίδα, ονοματεπώνυμο ή επωνυμία του δικαιούχου του λογαριασμού αυτού- πελάτη, λογαριασμό IB AN και ονοματεπώνυμο τυχόν οπισθογράφου και β) τον έλεγχο της γνησιότητας της υπογραφής του εκδότη και 2) εσωτερικός- συστημικός έλεγχος:

Στον έλεγχο αυτό οι tellers προχωρούν εφόσον ο προηγούμενος έλεγχος δείξει ότι υπάρχει κανονικότητα των στοιχείων της εμφανιζόμενης προς είσπραξη επιταγής, γίνεται δε με την εισαγωγή από τον ταμειολογιστή, με πληκτρολόγηση στο μηχανογραφικό σύστημα. της εναγομένης, των συγκεκριμένων στοιχείων της επιταγής, οπότε το σύστημα δέχεται ή απορρίπτει την επιταγή.

Εφόσον το σύστημα δεχόταν την επιταγή ο ταμειολογιστής προέβαινε κανονικά στην πληρωμή της. Ειδικά, ωστόσο, ως προς τον κρίσιμο έλεγχο της γνησιότητας της υπογραφής του εκδότη, η εναγομένη ακολουθούσε την παρακάτω διαδικασία, για την οποία υπήρξε σύμφωνο το ενάγον. Προέβαινε πάντοτε στον έλεγχο αυτό της γνησιότητας με αντιπαραβολή προς το τυχόν τηρούμενο δείγμα γνήσιας υπογραφής του εκδότη, μόνο οσάκις το ποσό της επιταγής ήταν ανώτερο των 5.000 ευρώ.

Περαιτέρω, η συνεργασία του ενάγοντος με την εναγομένη λειτουργούσε ως εξής: Το ενάγον υπέβαλλε, όταν είχε ανάγκη, αιτήματα για τη χορήγηση αριθμών επιταγών και με βάση τους αριθμούς που έδινε η εναγομένη, αυτό εκτύπωνε, με βάση τις προαναφερόμενες προδιαγραφές, εξέδιδε και παρέδιδε εις διαταγήν των μελών του φαρμακοποιών τις αναγκαίες επιταγές, οι οποίες εμφανιζόμενες ακολούθως προς είσπραξη σε διάφορα υποκαταστήματα της εναγομένης, πληρώνονταν από τους ταμειολογιστές της, υφιστάμενες τον προπεριγραφόμενο υπ’ αυτών έλεγχο.

Στο πλαίσιο της πάγιας αυτής συμφωνημένης πρακτικής, το ενάγον κατά την 20.04.2006 υπέβαλε στην εναγομένη αίτημα για την έγκριση 50.000 αριθμών επιταγών προς κάλυψη των αναγκών του. Κατά την 02.05.2006 εγκρίθηκε από τις υπηρεσίες της εναγομένης το σχετικό αίτημα και του χορηγήθηκαν 50.000 αριθμοί επιταγών από τον αριθμό ...

έως τον αριθμό ... (όπου … είναι το ψηφίο ελέγχου αριθμού επιταγής) για χρήση στον τηρούμενο στην εναγομένη λογαριασμό του ... υπ’ αριθμ. .... Ειδικά ως προς το τελευταίο ως άνω ψηφίο ελέγχου C πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό υπολογίζεται με έναν σταθερό αλγόριθμο, ο οποίος έχει οριστεί από την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών και περιγραφόταν στο σχετικό απόρρητο ενημερωτικό σημείωμα, το οποίο είχε εγχειρίσει η εναγομένη στον δυνάμει σχετικής έγγραφης εξουσιοδότησης αντιπρόσωπο του ενάγοντος Σ.

Κ. στις 10.05.2006, μαζί με τους, αριθμούς των ως άνω επιταγών. Οι παραπάνω επιταγές επρόκειτο να φέρουν ως ημερομηνία έκδοσης την 15.09.2006, ενώ υπήρχε συμφωνία με την εναγομένη να μην πληρώνονται οι επιταγές του ενάγοντος προ της φερόμενης στο σώμα τους ημερομηνίας έκδοσης, καίτοι αυτές ήταν δυνατό να κυκλοφορήσουν νωρίτερα.

Επίσης, ο διαχειριστής του ενάγοντος, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο που θα εκπροσωπούσε το ενάγον νομικό πρόσωπο στην έκδοση των επιταγών αυτών, θα ήταν ο Κ. Π., λαμβανομένου υπόψη ότι το ενάγον είχε υιοθετήσει ένα εκ περιτροπής σύστημα ανά μήνα στην εκπροσώπηση του αναφορικά με την έκδοση των επιταγών εις διαταγήν των μελών του.

Περαιτέρω, κατά την 15.09.2006 οι Σ. Τ. του Β., Ρώσος υπήκοος, ο Χ. Ε. του Θ. και ο Β. Χ. του Α., εμφανίστηκαν ως κομιστές πλαστών επιταγών φερόμενες ως έκδοση; του ενάγοντος κατ’ απομίμηση της υπογραφής του διαχειριστή του Κ. Π., με αριθμούς από τους ανωτέρω αναφερόμενους, ημερομηνία έκδοσης την 15.09.2006, σωστές ως προς τις διασπάσεις και την εμφάνιση τους, μη φέρουσες ξέσματα, διαγραφές ή αλλά εμφανώς επίμεμπτα εξωτερικά στοιχεία, τόπο έκδοσης την Αθήνα, ποσά κατώτερα των 5.000 ευρώ, σωστό λογαριασμό επιταγής, επωνυμία εντολέα ...

Συλλόγου Αττικής (ενάγοντος), σωστό κωδικό ΙΒΑΝ σψστό σειριακό αριθμό στην κάτω λευκή λωρίδα της επιταγής, πρώτη λευκή οπισθογράφηση στην οπίσθια όψη της επιταγής από τον αρχικό εις διαταγήν δικαιούχο και πρώτο εις διαταγήν δικαιούχο ανύπαρκτο πρόσωπο, σε διάφορα υποκαταστήματα της εναγομένης στην πόλη των Αθηνών, διαφορετικά από αυτό στο οποίο ετηρείτο δείγμα γνήσιας υπογραφής των εκπροσώπων του ενάγοντος, και πέτυχαν με τη χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους - ταμειολογιστές της εναγομένης, οι οποίοι προέβησαν στον ανωτέρω περιγραφόμενο εξωτερικό - τυπικό και εσωτερικό συστημικό έλεγχο και να πετύχουν την είσπραξη των επιταγών, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος συνολικού ύψους 92.83,20 ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα: α) ο Σ. Τ. εισέπραξε 2 επιταγές συνολικού ύψους 43.630,80 ευρώ, ήτοι: 1) την υπ’ αριθμ. ... επιταγή εις διαταγήν Γ. Κ. ποσού 4.867,20 ευρώ, από το υποκατάστημα της εναγομένης στην οδό ..., 2)...3)...9) β) ο Χ. Ε. εισέπραξε 2 επιταγές συνολικού ύψους 44.221,80 ευρώ, ήτοι: 1) την υπ’ αριθμ.... επιταγή εις διαταγήν του Ε.

Θ., ποσού 4.780,20 ευρώ από το υποκατάστημα της εναγομένης στην οδό ...Α, 2)...9) και γ) ο Β. Χ. εισέπραξε την υπ’ αριθμ ... επιταγή εις διαταγήν του Κ. Α., ποσού 4.980,20 ευρώ από το υποκατάστημα της οδού .... Οι ως άνω εμφανισθείσες επιταγές δεν έφεραν τη γνήσια υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου του ενάγοντος Κ. Π. (διαχειριστή για εκείνον το μήνα) αλλά απομίμηση αυτής.

Αντιπαραβολή της υπογραφής των ως άνω επιταγών με το τηρούμενο στο κεντρικό [κατάστημα της εναγομένης γνήσιο δείγμα της υπογραφής του προαναφερόμενου δεν έγινε, ενόψει της προαναφερθείσας πρακτικής της τράπεζας να μην προβαίνουν οι ταμειολογιστές σε σχετικό έλεγχο σε επιταγές ποσού μικρότερου των 5.000 ευρώ.

Κατά την άποψη της πλειοψηφίας, οι ταμειολογιστές της εναγομένης που πλήρωσαν τις προαναφερθείσες επιταγές, επέδειξαν κατά την πληρωμή την επιμέλεια που απαιτείται στις συναφείς τραπεζικές συναλλαγές. Ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης, ως προς την πληρωμή των επίδικων επιταγών, και συνακόλουθα ευθύνη της εναγομένης.

Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω: α) οι εμφανισθείσες επιταγές ήταν πανομοιότυπες με τις γνήσιες. Συγκεκριμένα, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, οι επιταγές αυτές είχαν τις διαστάσεις και την εμφάνιση κανονικών επιταγών, δεν είχαν ξέσματα η διαγραφές, είχαν τόπο και ημερομηνία εκδόσεως, ποσό αριθμητικώς και ολογράφως, αριθμό επιταγής, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση κατοικίας εις διαταγήν δικαιούχου, λογαριασμό επιταγής, επωνυμία του Συλλόγου ως πελάτη - εντολέα επιταγής, ΙΒΑΝ Συλλόγου, επωνυμία Συλλόγου στη θέση του εκδότη και κάτωθι αυτής υπογραφή του διαχειριστού του, σειριακό αριθμό (code line) στην κάτω λευκή λωρίδα της επιταγής και πρώτη λευκή οπισθογράφηση στην οπίσθια όψη της επιταγής από τον αρχικό εις, διαταγή δικαιούχο, β) με τον επόμενο έλεγχο, στον οποίο, όλες υποβλήθηκαν από τους tellers, μέσω της συναλλαγής ΚΑΕ, οι επιταγές έγιναν δεκτές από το σύστημα, δεδομένου ότι όλα τα ελεγχόμενα από το σύστημα στοιχεία αυτών ήταν σωστά.

Ειδικότερα, καθεμία επιταγή είχε αναγεγραμμένο τον σωστό αριθμό επιταγής, τον σωστό, ανήκοντα στον Σύλλογο, αριθμό λογαριασμού επιταγής και είχε εκδοθεί για να πληρωθεί μέσω του αναγραφόμενου σε αυτή αριθμού λογαριασμού επιταγής. Επίσης ο λογαριασμός αυτός περιείχε επαρκές υπόλοιπο για την πληρωμή της καν υπήρχε κανονικότητα στην διάρκεια του Καταστατικού και στην εκπροσώπηση του εκδότη (σφραγίδα και μία υπογραφή ενός διαχειριστού).

Περαιτέρω, οι εμφανισθείσες επιταγές, είχαν σωστά και τα υπόλοιπα ουσιώδη στοιχεία, που δεν ελέγχονται μέσω της συναλλαγής ΚΑΕ από το σύστημα, όπως ο τόπος εκδόσεως της επιταγής, ο σειριακός αριθμός (Code Line) αυτής στην κάτω λευκή λωρίδα, ο αριθμός ΙΒΑΝ του πελάτη - Συλλόγου και το όνομα του διαχειριστού του Κ.

Π. στη θέση του εκδότη. Επίσης, στις εμφανισθείσες επιταγές, τα τυπικά στοιχεία, που συμπλήρωναν τα κενά πεδία αυτών είχαν τεθεί μέσω υπολογιστή, όπως ακριβώς και στις γνήσιες. Τα μόνα στοιχεία πoΥ ήσαv διαφορετικά από τα γνήσια, ήσαν το

ποσό κάθε επιταγής, το όνομα και η διεύθυνση του αρχικού εις διαταγήν δικαιούχου, η υπογραφή τούτου στη θέση του α οπισθογράφου και η υπογραφή του διαχειριστή Κ. Π., στη θέση του εκδότη κάτω από την επωνυμία του Συλλόγου, η οποία (υπογραφή) αποτελούσε πιστή απομίμηση της γνήσιας υπογραφής αυτού. Οι ταμειολογιστές δεν γνώριζαν τα ποσά των γνησίων επιταγών ούτε τα ονόματα, τις διευθύνσεις και τις υπογραφές των αρχικών εις διαταγήν δικαιούχων των γνησίων επιταγών και έτσι δεν μπορούσαν να διαπιστώσουν την πλαστότητα των στοιχείων αυτών.

Αυτοί, δεν υποχρεούνταν να προβούν σε έλεγχο της γνησιότητας της υπογραφής του διαχειριστή Κ. Π., σύμφωνα με το ισχύον Εγχειρίδιο Επιταγών του 1995, διότι τα Καταστήματα τους, στα οποία εμφανίσθηκαν οι πλαστές επιταγές, ήσαν διαφορετικά και όχι το Κατάστημα τηρήσεως του λογαριασμού της επιταγής, στο οποίο υπήρχε δείγμα υπογραφής του εκδότη και διότι όλα τα ποσά των επιταγών ήσαν μικρά, δηλαδή κάτω των 5.000 ευρώ.

Υπήρχε πάγια πρακτική, που ήταν αποδεκτή από το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ., οι ταμειολογιστές της εναγομένης να μην προβαίνουν σε σχετικό έλεγχο σε επιταγές ποσού μικρότερου των 5.000 ευρώ, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι ο σχετικός έλεγχος της τράπεζας δεν έπρεπε για το ύψος του ποσού αυτού να καθίσταται εμπόδιο στην ταχεία και χωρίς περιττές χρονοτριβές διεξαγωγή των πληρωμών των επιταγών.

Υπήρχαν, τέλος, ελάχιστες αδιόρατες διαφορές στην ακριβή θέση, τάξη και γραμματοσειρά ορισμένων γραμμάτων και αριθμών. Οι διαφορές αυτές δεν μπορούσαν να διακριθούν με γυμνό οφθαλμό από τους tellers και επιπλέον αυτοί δεν γνώριζαν τις σωστές γραμματοσειρές και λοιπές προδιαγραφές των λέξεων και ούτε είχαν ως έργο να τις ελέγχουν, ούτε υποχρεούνταν να γνωρίζουν την ορθογραφία της λέξεως "διαχειριστής" ή να προσέξουν την ανορθογραφία στο γράμμα γιώτα (ι) της λέξεως αυτής.

Και αν ακόμη ήθελε γίνει αντιπαραβολή, δεν θα μπορούσε να γίνει εύκολα, αντιληπτή η πλαστότητα από έναν μέσο ταμειολογιστή υπάλληλο, λόγω του ότι οι υπογραφές είχαν τεθεί κατά πιστή απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του εκπροσώπου του ενάγοντος. Επομένως, αφού οι επιταγές πέρασαν από το σύστημα και τα εμφανισθέντα πρόσωπα νομιμοποιήθηκαν ως νόμιμοι εξ οπισθογραφήσεως κομιστές αυτών, οι ταμειολογιστές δεν μπορούσαν παρά να πληρώσουν τις επιταγές.

Εξάλλου, ο κάθε ταμειολογιστής έλαβε την ταυτότητα του κομιστή, διαπίστωσε την ταυτοπροσωπία αυτού, σημείωσε τα στοιχεία της ταυτότητας του. έλαβε την υπογραφή του στη θέση του β οπισθογράφου. πλήρωσε την επιταγή και κράτησε και αρχειοθέτησε το σώμα της. Το γεγονός ότι οι κομιστές ήταν αλλοδαποί ή είχαν φτωχική εμφάνιση, δεν αποτελούσε λόγο προβληματισμού, δεδομένου η είσπραξη επιταγών από αλλοδαπούς εργάτες, βοηθούς, μισθωτούς, κλπ.

είναι καθημερινό φαινόμενο στην σημερινή τραπεζική πρακτική. Ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων, oι tellers ενήργησαν σύννομα, στα πλαίσια της τραπεζικής πρακτικής και δεοντολογίας και με πιστή τήρηση των ισχυόντων κανόνων και εγκυκλίων οδηγιών. Οι μη εμφανώς ορατές διαφορές στις παραπάνω εμφανισθείσες επιταγές δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές με βάση την αντικειμενική καλή πίστη και ούτε μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοιες η οποιοδήποτε προβληματισμό για την μη γνησιότητα αυτών τη στιγμή μάλιστα που είχαν ολοκληρώνει επιτυχώς όλοι οι έλεγχοι συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου (της ταυτοπροσωπίας των κομιστών).

Επομένως, ενόψει του ότι οι εμφανισθείσες επιταγές ήταν κατά την εξωτερική τους εμφάνιση πανομοιότυπες με τις γνήσιες, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν σε ένα μέσο ταμειολογιστή εύλογες υποψίες ως προς την γνησιότητα της υπογραφής του εκδότη (... Συλλόγου) και κατ ακολουθία ως προς την νομιμοποίηση των κομιστών.

Η κατασκευή των ως άνω επιταγών κατέστη δυνατή επειδή τα στοιχεία και οι προδιαγραφές των επιταγών του Συλλόγου, διέρρευσαν από υπαιτιότητα του σε τρίτα πρόσωπα. Είναι προφανές ότι τα εμπιστευτικά έγγραφα της Τραπέζης που περιείχαν της προδιαγραφές των επιταγών και του είχαν παραδοθεί ενυπόγραφα με την υποχρέωση διαφυλάξεως του απορρήτου τους, παρέμειναν αφύλακτα στα Γραφεία του και οποιοσδήποτε μπορούσε να λάβει γνώση αυτών.

Ομοίως, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των υπαλλήλων του Συλλόγου στα Ποινικά Δικαστήρια, οι μηνιαίες καταστάσεις που περιείχαν τα ονόματα του κάθε φαρμακοποιού που δικαιούνταν να λάβει επιταγή, το ποσό και τον αριθμό της, συμπεριλαμβανομένης και της Καταστάσεως του μήνα Σεπτεμβρίου 2006, αφήνοντας μπροστά στο Γραφείο του Ταμείου του Συλλόγου και ήταν προσιτές σε όλο το προσωπικό και τους επισκέπτες.

Επομένως, η ανωτέρω πλαστογράφηση των επιταγών και η διά της χρήσης αυτών εξαπάτηση των ταμειολογιστών της εναγομένης είχε ως αφορμή γεγονός το οποίο κείται στη σφαίρα επιρροής του ενάγοντος ... συλλόγου. Η κατασκευή των ως άνω πλαστών επιταγών έγινε επειδή διέρρευσαν από τις υπηρεσίες του ενάγοντος τα στοιχεία και δη οι αριθμοί που διαλαμβάνονταν στο εμπιστευτικό έγγραφο που είχε εγχειρίσει η εναγόμενη στο ενάγον κατά την 10.5.2006.

Η διαρροή δε αυτών των στοιχείων από τις υπηρεσίες του ενάγοντος έγινε λόγω της πλημμελούς οργάνωσης της μηχανογραφικής του υπηρεσίας και της πρόχειρης και μη ασφαλούς φύλαξης αυτών καθώς αποδείχθηκε ότι οι κατάλογοι με τους αριθμούς και τις καταστάσεις των υπό έκδοση επιταγών του ενάγοντος βρισκόταν επάνω σε ένα γραφείο τις ώρες λειτουργίας του ενάγοντος ...

συλλόγου και στα οποία είχαν ελεύθερη πρόσβαση τόσο οι υπάλληλοι του ενάγοντος, όσο και οι φαρμακοποιοί ή άλλα έτερα εξουσιοδοτημένα από αυτά πρόσωπα. Η υφαρπαγή, εξάλλου, αυτών των στοιχείων καθίσταται ευχερέστερη με την ευρέως διαδεδομένη χρήση κάμερας και φωτογραφικής μηχανής από κινητό τηλέφωνο.

Περαιτέρω, πρέπει να τονιστεί, όπως εξάλλου κατέθεσε στην από 16.09.2006 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας και ο διαχειριστής του ενάγοντος την επίμαχη χρονική περίοδο Κ. Π., του οποίου η υπογραφή πλαστογραφήθηκε, ότι οι υπογραφές που φέρουν οι πλαστές επιταγές είναι πανομοιότυπες με τη δική του και πιθανόν το άτομο που πλαστογράφησε την επιταγή είχε ως δείγμα κάποια γνήσια επιταγή την οποία αυτός είχε υπογράψει στο παρελθόν - ως διαχειριστής.

Ενόψει αυτών, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, αφού δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης ως προς την, πληρωμή των επιδίκων επιταγών και συνακόλουθα ευθύνη της εναγομένης, η ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή αποζημίωσης είναι ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις δεχθείσα με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ώς άνω κανόνων δικαίου, την ανυπαρξία πταίσματος, υπό τη μορφή αμελείας, των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης κατά την από αυτούς, ως ταμειολογιστών των διαφορων υποκαταστημάτων της, εκτέλεση των καθηκόντων τους αναφορικά με τον από τον νόμο, την τραπεζική πρακτική και την συναλλακτική καλή πίστη επιβαλλόμενο έλεγχο της γνησιότητας της υπογραφής του εκδότου και των λοιπών, μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθεισών, προδιαγραφών ασφαλείας των ενώπιον τους εμφανισθεισών προς πληρωμή ως άνω τραπεζικών επιταγών.

Ειδικότερα I) ενώ δέχεται (η προσβαλλομένη απόφαση) ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση, επιβαλλομένη από το νόμο, την τραπεζική πρακτική αλλά και τη ισχύουσα από το 1984 συμφωνία των διαδίκων να προβαίνει, δια των υπαλλήλων της, κατά την εμφάνιση μεμονωμένων επιταγών εκδόσεως του αναιρεσείοντος, πλην άλλων, και σε έλεγχο γνησιότητας της υπογραφής του εκδότη (αναιρεσείοντος) κρίνει, ακολούθως, αντιφατικά, ότι η παράλειψη των εν λόγω υπαλλήλων να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους αυτή ως προς τις ένδικες επιταγές δεν μπορεί να θεμελιώσει πταίσμα αυτών, έστω και με τη μορφή της ελαφράς αμέλειας, αναφορικά με την εκτέλεση του σχετικού καθήκοντος τους με την αιτιολογία ότι κατά την, προς διευκόλυνση της ταχύτητας των συναλλαγών, υιοθετηθείσα και ακολουθούμενη απ’ αυτήν πρακτική, "για την οποία ήταν σύμφωνο το ενάγον", δεν διενεργείται έλεγχος γνησιότητας της υπογραφής σε επιταγές μικρότερες του ποσού των 5000 ευρώ, πρακτική όμως η οποία δεν μπορεί να αναιρέσει την ευθύνη της αναιρεσίβλητης ενόψει αφενός μεν της αντιθέσεως αυτής όχι μόνο προς τις επιβαλλόμενες από τις οδηγίες της διατραπεζικής επιτροπής τυποποιήσεων και τεχνολογίας της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών αυστηρές οδηγίες και προδιαγραφές αναφορικά με την εξασφάλιση της γνησιότητας των επιταγών αλλά και προς την εν γένει τραπεζική, ως προς το θέμα αυτό, συνήθεια, την οποία αποδέχεται και η προσβαλλομένη απόφαση με την παραδοχή ότι " η εναγομένη είχε υποχρέωση κατά τη συμφωνία αλλά και την επιβαλλομένη από το νόμο και τις τραπεζικές συνήθειες πρακτική να προβαίνει α..β) σε έλεγχο γνησιότητας της υπογραφής" και αφετέρου της διάταξης του άρθρου 332 ΑΚ, η οποία απαγορεύει τη συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαρειά αμέλεια ή (και) από ελαφρά αμέλεια αν η ευθύνη προέρχεται από άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε άδεια της αρχής.

Η κατά τα άνω αντίφαση δεν αίρεται από την περεταίρω (επάλληλη) παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι "και αν ακόμη ήθελε γίνει αντιπαραβολή δεν θα μπορούσε να γίνει εύκολα αντιληπτή η πλαστότητα από ένα μέσο ταμειολογιστή λόγω του ότι η υπογραφές είχαν τεθεί κατά πιστή απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του εκπροσώπου του ενάγοντος" καθόσον η με την παραπάνω διατύπωση (δεν θα μπορούσε εύκολα), εκφερομένη παραδοχή δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός μέσου ταμειολογιστή να αντιληφθεί την πλαστότητα της υπογραφής και να αποτρέψει έτσι την πρόκληση βλάβης του αναιρεσείοντος και συνακολούθως την ευθύνη της αναιρεσίβλητης, αλλά προκαλεί δυσχέρεια στην απ’ αυτόν ανακάλυψη της πλαστότητας, η οποία όμως (δυσχέρεια) δεν μπορεί να αποκλείσει την, έστω και για την περίπτωση αυτής, ελαφρά, αμέλεια την εναγομένη, β) ενώ δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση αφενός την κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, η οποία προέβλεπε την από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με δική του δαπάνη και τις διαλαμβανόμενες στην απόφαση ως άνω υπο στοιχείο α-θ προδιαγραφές ασφάλειας εκτύπωση των ενδίκων (και άλλων) επιταγών και αφετέρου του ότι οι εμφανισθείσες προς πληρωμή επιταγές έφεραν "ελάχιστες αδιόρατες διαφορές στην ακριβή θέση, τάξη και γραμματοσειρά κρισίμων γραμμάτων και αριθμών" οι οποίες, όπως εξειδικεύονται από την μειοψηφία χωρίς να αντικρούονται από την πλειοψηφία, συνίστανται στο ότι "στις ως άνω επιταγές ο αναγραφόμενος στη λευκή ζώνη αυτών σειριακός αριθμός δεν είχε γραφεί σε γραμματοσειρά ..., πριν τον κωδικό της λευκής ζώνης των επιταγών υπήρχε μία εσοχή, ενώ κατά τις υποδείξεις της εναγομένης και τη γενόμενη συμφωνία ο κωδικός αυτός έπρεπε να ξεκινάει από το σημείο όπου ξεκινούν όλες οι γραμμές του κειμένου της επιταγής, αναφερόταν ότι η εξόφληση θα γίνει σε διαταγή "μου" ενώ κατά τις υποδείξεις της εναγομένης, τη γενόμενη συμφωνία και κατά πάγια πρακτική το ενάγον έπρεπε να αναγράφει στις επιταγές την κτητική αντωνυμία "μας", στην πίσω όψη των επιταγών υπήρχε φράση γραμμένη στην αγγλική γλώσσα, η οποία φράση κατά τις υποδείξεις της εναγομένης, τη συμφωνία των μερών και κατά πάγια πρακτική, δεν υπήρχε ποτέ στις επιταγές που εξέδιδε το ενάγον, και η γραμμή επάνω από την ένδειξη "θέση πρώτης οπισθογράφησης" ήταν τοποθετημένη σε διαφορετική απόσταση από τη άκρη του σώματος των επιταγών σε σχέση με τις γνήσιες επιταγές που εξέδιδε το ενάγον", κρίνει, ακολούθως, ότι, η παράλειψη εντοπισμού τους δεν θεμελιώνει πταίσμα (αμέλεια) των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης με την αιτιολογία ότι "δεν μπορούσαν να διακριθούν με γυμνό οφθαλμό από τους tellers και επί πλέον αυτοί δεν εγνώριζαν τις σωστές γραμματοσειρές και λοιπές προδιαγραφές των λέξεων, ούτε είχαν ως έργο να τις ελέγχουν", παραδοχή όμως η οποία κρίνεται ελλιπής καθόσον α) δεν διευκρινίζεται ούτε ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν ορατή, με γυμνό οφθαλμό η αναγραφή της κτητικής αντωνυμία "μου" αντί "μας", ή η ύπαρξη στη πίσω σελίδα των επιταγών ξενόγλωσσης φράσεως ή η ύπαρξη εσοχής πριν τον κωδικό της λευκής ζώνης ή σε διαφορετική θέση τοποθέτησή της άνωθεν της ενδείξεως "θέση πρώτης οπισθογράφησης" γραμμής ούτε η αιτία για την οποία οι διαφορές αυτές δεν μπορούσε να δημιουργήσουν υπόνοιες ή προβληματισμό για τη μη γνησιότητά τους, β) δεν αιτιολογείται η παραδοχή πως, παρά τις (ευδιάκριτες) παραπάνω διαφορές, οι "οι εμφανισθείσες επιταγές ήταν κατά την εξωτερική τους εμφάνιση πανομοιότυπες με τις γνήσιες" αποκλείουσες τη δημιουργία σε ένα μέσο ταμειολογιστή υποψιών ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής του εκδότη, και γ) δεν αντιμετωπίζεται η περίπτωσή του αν οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης - αναιρεσίβλητης όφειλαν να γνωρίζουν τις μεταξύ της εν λόγω προστήσασας εργοδότριάς τους και του αναιρεσείοντος καθορισθείσες, με ειδική συμφωνία, προδιαγραφές ασφαλείας ούτε τέλος αν η αναιρεσίβλητη είχε ενημερώσει ή όχι τους προστηθέντες υπαλλήλους της αναφορικά με τις εν λόγω προδιαγραφές ασφαλείας και, στην αρνητική περίπτωση για ποιο λόγο η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να θεμελιώσει το αποδιδόμενο από το αναιρεσείων αναφορικά με το θέμα αυτό, πταίσμα της αναιρεσίβλητης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η ευθύνη της αναιρεσίβλητης δεν αίρεται από το γεγονός ότι, κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία, ως αφορώσα εκτίμηση πραγμάτων, είναι ανέλεγκτη "η διαρροή των προδιαγραφών ασφαλείας είχε ως αφορμή γεγονός το οποίο κείται στην σφαίρα επιρροής του ενάγοντος (αναιρεσείοντος)" καθόσον η υποχρέωση του αρμόδιου υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης προς έλεγχο της γνησιότητας των υπογραφών των εμφανιζομένων προς πληρωμή επιταγών, αποβλέπουσα στην αποτροπή, πλην άλλων, και του ενδεχομένου πληρωμής πλαστών επιταγών είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την αιτία διαρροής των προδιαγραφών ασφαλείας και την τυχόν ύπαρξη άλλων αιτιών δυνάμενων να θεμελιώσουν συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος ενάγοντος.

Υπό τις παραπάνω παραδοχές οι οποίες δεν δικαιολογούν το αποδεικτικό, περί ανυπαρξίας πταίσματος των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου βρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, πρέπει να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, δικαίωμα αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα ή που έχει υποστεί ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη εξαιτίας προσβολής έννομου συμφέροντος του, το οποίο προστατεύεται από κανόνες δικαίου, και όχι κάθε άλλος, στον οποίο αντανακλούν οι υλικές ή ηθικές συνέπειες του αδικήματος.

Εξάλλου, η παραβίαση ενοχικής συμβάσεως εκ μέρους κάποιου από τους συμβαλλομένους και όταν αυτή γίνεται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτού ή των προσώπων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των από τη σύμβαση υποχρεώσεων του, δεν συνιστά, αυτή καθ’ εαυτή, αδικοπραξία με την έννοια των άρθρων 914 επ.

ΑΚ και δεν γεννά, πέρα από τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση, και αξίωση αποζημίωσης αυτού κατά τις άνω διατάξεις, εκτός εάν η υπαίτια πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάσθηκε η ενοχική σύμβαση, λαμβάνουσα χώρα και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο υπό του δικαίου και δη υπό των άνω άρθρων επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαίτια (βλ.

ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1615/1999, ΑΠ 47/1996). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 806, 808, 830 παρ. 1 ΑΚ, των άρθρων 2 και 4 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", των άρθρων 10 παρ. 1 και 15 παρ. 1 του ν. 5076/1931 και 1 παρ. 1-3 του ν. 5638/1932 σαφώς προκύπτει ότι, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας κατά το άρθρο 830 παρ.1 ΑΚ έχουν εφαρμογή, αφ’ ενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφ’ ετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του.

Επομένως, αν ο τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση σ" αυτόν του ποσού της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται εις βάρος της τράπεζας και όχι του καταθέτη, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, ενώ η εναντίον της, (τράπεζας) ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης παραμένει άθικτη, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της κατά το άρθρο 3 του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", δηλαδή σε περίπτωση που βαρύνει το όργανο της που έκανε την επίμαχη συναλλαγή δόλος ή βαριά αμέλεια ως προς τη διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού (ΑΠ 356/2013 ΑΠ 378/11, ΑΠ 844/2006, ΑΠ 1122/2005, ΑΠ 92/2005, ΑΠ 830/2003).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ.1 (και όχι 8) ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικών δικαίου, διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ απέρριψε ως νομικά αβάσιμη κατά τη βάση της αδικοπραξίας την κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα αγωγή του δεχθείσα ότι η, με την επικαλουμένη υπαιτία παράλειψη των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, παράβαση της μεταξύ τους καταρτιθείσας ενοχικής σύμβασης δεν συνιστά αδικοπραξία, παρόλο που τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση αυτής πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή ενόψει του ότι (κατά την προσβαλλομένη αιτίαση) η παραπάνω παράλειψη με την οποία, φέρεται ότι παραβιάσθηκε η ενοχική σύμβαση θα ήταν παράνομη και χωρίς την τελευταία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αναιρεσείων Ν.Π.Δ.Δ. με την ένδικη από 6-5-07 αγωγή του ισχυρίστηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ότι κατά τους αναφερομένους σ’ αυτήν τόπους και χρόνους εμφανίστηκαν προς πληρωμή σε διαφορετικά υποκαταστήματα της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) τράπεζας οι αναφερόμενες στην αγωγή πλαστές επιταγές φερόμενες ως έκδοσης του, συνολικής αξίας 92.832,20 ευρώ, από τα αναφερόμενα στην αγωγή πρόσωπα.

Ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας από αμέλεια αυτών και κατά παράβαση της επιβαλλόμενης από τους όρους της σύμβασης, τις ειδικότερες συμφωνίες μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης για τις ειδικά τηρούμενες και ελεγχόμενες προδιαγραφές ασφαλείας των επιταγών του ενάγοντος και τις τραπεζικές συνήθειες, κατά τα ειδικότερα και αναλυτικά στην αγωγή, εκτιθέμενα, ενήργησαν πλημμελώς και χωρίς την επιβαλλόμενη από τις συντρέχουσες περιστάσεις προσοχή παραλείποντας να προβούν στον προσήκοντα έλεγχο της γνησιότητας της υπογραφής του εκδότη ενάγοντος με συνέπεια να επιτευχθεί η πληρωμή των επιταγών από τους κομιστές των πλαστών επιταγών, για την.

οποία χρεώθηκε ισόποσα ο τηρούμενος στην εναγομένη τραπεζικός λογαριασμός του ενάγοντος, και να ζημιωθεί έτσι το ενάγον κατά το προαναφερόμενο ποσό. Ενόψει αυτών, το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις το ποσό των 92.832,20 ευρώ ως αποζημίωση για την θετική ζημία καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, διαφορετικά κατά τις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης διατάξεις μόνο το ποσό των 92.832,20 ευρώ για την ως άνω αιτία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της ασκηθείσας από το αναιρεσείον έφεσης κατά της ομοίως, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, αποφηναμένης πρωτόδικης απόφασης (880/12 Π.Πρ.Αθ.) απέρριψε ως μη νόμιμη αυτή κατά το μέρος που επιχειρείτο η θεμελίωσή της στην αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή αιτιολογία ότι: "η εκτιθέμενη στην αγωγή συμπεριφορά των προστηθέντων προσώπων της εναγομένης ορώμενοι άνευ της ύπαρξης των μεταξύ των διαδίκων συμβατικού δεσμού δεν αποτελεί παράνομη πράξη".

‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις αφού δέχθηκε, ορθώς, ότι υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να θεμελιωθεί αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης τράπεζας καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η αποδιδόμενη στους προστηθέντες υπαλλήλους αυτής παράλειψη ελέγχου της γνησιότητάς της επί των εμφανισθεισών προς πληρωμή επιταγών υπάρχουσας, (στη θέση του εκδότη), υπογραφής του νόμιμου εκπροσώπου του αναιρεσείοντος, με την οποία (παράλειψη) φέρεται ότι παραβιάστηκε η μεταξύ τους ένδικη σύμβαση, δεν αποτελεί, χωρίς τη σύμβαση, παράνομη πράξη αφού, στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται υποχρέωση των προστηθέντων υπαλλήλων να προβούν στον έλεγχο γνησιότητας, στην παράλειψη του οποίου, η οποία αναμφισβήτως θεμελιώνει την ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, επιχειρείται αβασίμως η θεμελίωση και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι’ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά τη σκέψη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ή ισχυρισμός ως μη νόμιμος, αόριστος ή απαράδεκτος ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.

ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 44/1990, ΑΠ 70/2011, ΑΠ 121/09, ΑΠ 1821/2008).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη την, επί των διατάξεων των αδικοπραξιών επιχειρηθείσα να θεμελιωθεί βάση της κατά της αναιρεσιβλήτου, ως άνω αγωγής του με την αναφερόμενη σ’ αυτή "ασαφή και αντιφατική αιτιολογία" κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Kατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει, δεκτού γενομένου, ως ουσιαστικά βάσιμου, του ως άνω πρώτου, από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγου της αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που έκανε δεκτή την (με αριθμ. καταθ. .../12) έφεση της αναιρεσιβλήτου τραπέζης και απέρριψε την από 6-5-09 αγωγή του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση κατά το εν λόγω μέρος η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ) διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στο αναιρεσείον (άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 6643/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που έκανε δεκτή την (με αριθμ. καταθ. .../12) έφεση της αναιρεσίβλητης τράπεζας και απέρριψε την, από 6-5-09, αγωγή του αναιρεσείοντος.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείον.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω, ως προς το αναιρούμενο κεφάλαιο, εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ