295/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated295/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, το δικαίωμα συμψηφισμού (άρθρο 440, 441, 442 ΑΚ), το οποίο επίσης ασκείται κατ' ένσταση, δεν επιφέρει όμως την αναβολή εκπλήρωσης, αλλά την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο που αλληλοκαλύπτονται. Η τελεσίδικη απόφαση που αποφαίνεται κατ' ουσία επί της ενστάσεως συμψηφισμού δημιουργεί δεδικασμένο για την ύπαρξη ή ανυπαρξία της ανταπαίτησης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 295 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 295/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α.Ε.", που εδρεύει στη Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Χατζημιχαλάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΛΕΥΚΟΣΙΔΗΡΟΥΡΓΙΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ Ανώνυμη Βιοτεχνική και Εμπορική Εταιρεία" που εδρεύει στη Μυτιλήνη, βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης και εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δερβιτσιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/6/2003 και 11/10/2004 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 36/2006 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Στη συνέχεια ασκήθηκε η από 1/9/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία συνεκδικάστηκε με τις ως άνω αγωγές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 69/2014 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16/6/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 25/11/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από τη διάταξη του άρθρου 1096 ΑΚ απορρέουσα ενοχική αξίωση του κυρίου του πράγματος για την απόδοση των ωφελημάτων που πορίστηκε ο νομέας ή ο κάτοχος του πράγματος μετά την επίδοση της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής προϋποθέτει τη δυνατότητα διεκδίκησης του πράγματος. Ειδικότερα, αυτό σημαίνει ότι πρέπει:
α) οι προϋποθέσεις της διεκδικητικής αγωγής, δηλαδή η κυριότητα του ενός και η νομή ή η κατοχή του άλλου, να υπάρχουν ή τουλάχιστον να υπήρχαν κατά το χρόνο που συνέβη το θεμελιωτικό της αξίωσης γεγονός (ο πορισμός των ωφελημάτων), β) ο νομέας ή κάτοχος να μην έχει δικαίωμα νομής ή κατοχής, το οποίο να μπορεί να αντιτάξει κατά το άρθρο 1095 ΑΚ στη διεκδικητική αγωγή του κυρίου (πχ επικαρπία, μίσθωση, χρησιδάνειο κλπ).
Γιατί αν έχει τέτοιο δικαίωμα η διεκδικητική αγωγή δεν είναι βάσιμη ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, το οποίο και απορρίπτεται. Την ύπαρξη του δικαιώματος νομής ή κατοχής, μπορεί να αντιτάξει κατ' ένσταση ο εναγόμενος προς απόκρουση της διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος. Περαιτέρω κατά της ίδιας αγωγής ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει, κατ' ένσταση, το δικαίωμα επίσχεσης, με βάση τις γενικές διατάξεις των άρθρων 325-326 ΑΚ ή τις ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 1106, 1233 ΑΚ.
Πρόκειται για δικαίωμα ενοχικό που αποβλέπει στην εξασφάλιση της ικανοποίησης αμοιβαίας, συναφούς και ληξιπρόθεσμης ανταξίωσης του εναγομένου κατά της αξίωσης του ενάγοντος για απόδοση του πράγματος, με την προϋπόθεση ότι οι πιο πάνω αξιώσεις των διαδίκων δεν έχουν εκπληρωθεί. Η έννομη συνέπεια της παραδοχής της ένστασης επίσχεσης δεν είναι η απόρριψη της διεκδικητικής αγωγής, όπως συμβαίνει στην περίπτωση παραδοχής της ένστασης ιδίας νομής ή κατοχής του πράγματος, αλλά η καταδίκη του εναγομένου να αποδώσει το πράγμα στον ενάγοντα (κύριο) υπό τον όρο της ταυτόχρονης καταβολής από τον τελευταίο της οφειλόμενης ανταπαίτησης του εναγομένου (άρθρο 329 ΑΚ).
Περαιτέρω, το δικαίωμα συμψηφισμού (άρθρο 440, 441, 442 ΑΚ), το οποίο επίσης ασκείται κατ' ένσταση, δεν επιφέρει όμως την αναβολή εκπλήρωσης, αλλά την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο που αλληλοκαλύπτονται. Η τελεσίδικη απόφαση που αποφαίνεται κατ' ουσία επί της ενστάσεως συμψηφισμού δημιουργεί δεδικασμένο για την ύπαρξη ή ανυπαρξία της ανταπαίτησης.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές αυτές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Με την υπ' αριθμ. 96/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε μεταξύ των εδώ διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν, με την ίδια ιδιότητα, αναγνωρίστηκε ότι, η ενάγουσα και ήδη, εκκαλούσα-εφεσίβλητη, μετά την αμετάκλητη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 747/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου, ακύρωση του πλειστηριασμού του περιγραφόμενου στη συνέχεια, επιδίκου, κάτωθι ακινήτου, στον οποίο (πλειστηριασμό) είχε υπερθεματίσει η εναγόμενη, είναι κυρία ενός οικοπέδου με τις επ' αυτού κτιριακές εγκαταστάσεις, που βρίσκεται στη θέση "Πρινέρι", της κτηματικής περιφέρειας Μόριας Λέσβου, στο 9ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Μυτιλήνης - Καλλονής, εμβαδού, του μεν οικοπέδου, 11.465,23 τ.μ., των, δε, κτιριακών εγκαταστάσεων, 2.181,42 τ.μ., το οποίο συνορεύει, γύρωθεν, με την εθνική οδό Μυτιλήνης - Καλλονής και με ιδιοκτησίες αδελφών Γ., Τ.
Τ. και αδελφών Κ.. Ειδικότερα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 372/31-12-1996 κατασχετήριας έκθεσης, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, Ε. Π., επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, επί του ως άνω ακινήτου, στον πλειστηριασμό, δε, που ακολούθησε, αναδείχθηκε πλειοδότρια η εναγόμενη, καταβάλλοντος το ποσό των 110.100.000 δραχμών (323.110,79 ευρώ).
Κατόπιν αυτού, συνετάγη η υπ' αριθμ. .../26-3-1997 έκθεση Α' επαναληπτικού πλειστηριασμού ακινήτου-κατακύρωση, της Συμ/φου Μυτιλήνης, Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη, περίληψη της οποίας, με αριθμό .../11-4-1997, μεταγράφηκε, στις 14-4-1997, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, στον τόμο … και με αριθμό 324. Στη συνέχεια, η εναγόμενη εκτέλεσε την περίληψη και εγκαταστάθηκε, στις 9-5-1997, στο ως άνω ακίνητο, αποβάλλοντας, απ' αυτό, την καθής ο πλειστηριασμός, ενάγουσα.
Την 90ή ημέρα, από τη μεταγραφή της έκθεσης κατακύρωσης, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, κατά της ενάγουσας, της εναγόμενης και της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό, ALPHA (ΑΛΦΑ) τράπεζας, την, από 11-7-1997 ανακοπή του, για την ακύρωση του πλειστηριασμού, επί της οποίας εκδόθηκε αριθμ. 251/2000 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε τον πλειστηριασμό, που διενεργήθηκε, καθώς και την προαναφερόμενη περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, της ως άνω Συμ/φου.
Η απόφαση, αυτή, κατέστη αμετάκλητη, με την έκδοση της υπ' αριθμ. 747/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, την από 5/6/2002 αγωγή της, κατά της εναγόμενης, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωριστεί η κυριότητα της, επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 37/2004 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε την αγωγή και αναγνώρισε την κυριότητα της ενάγουσας, επί του επιδίκου ακινήτου. Η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης, υπ' αριθμ. 96/2011, απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε την έφεση, που άσκησε η εναγόμενη κατ' αυτής.
Επομένως, από την παραπάνω, τελεσίδικη, απόφαση, απορρέει δεδικασμένο, ως προς την κυριότητα της ενάγουσας, επί του επίδικου ακινήτου". Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι " η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εφεσίβλητη, εξακολουθεί να κατέχει το επίδικο ακίνητο και αρνείται να το αποδώσει, στην ενάγουσα. Το εν λόγω ακίνητο ήταν προορισμένο για βιομηχανική χρήση (βλ.
υπ' αριθμ. πρωτ. 8769/29-06-1998 έγγραφο της Διεύθυνσης Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής, καθώς και καταθέσεις μαρτύρων), η, δε, εναγόμενη το εκμεταλλευόταν, από τις 9-5-1997, οπότε και απέβαλε την ενάγουσα (βλ. υπ' αριθμ. 400/9-5-1997 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, Ε.
Π.), μέχρι τη συζήτηση των κρινόμενων αγωγών, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Σημειωτέον ότι, στις 22-2-2001, η ενάγουσα επέδωσε στην εναγόμενη, αντίγραφο της υπ' αριθμ. 251/2000 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, που έκρινε, τελεσιδίκως, επί της ως άνω ανακοπής του Δημοσίου και ακύρωσε τον πλειστηριασμό (βλ. προσκομιζόμενη, μ' επίκληση, από την ενάγουσα, υπ' αριθμ. 1970/22-2-2001 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, Ά.
Μ.-Κ.) και συνεπώς, έκτοτε, η εναγόμενη έλαβε γνώση της εν λόγω απόφασης. Το ανωτέρω γεγονός την καθιστά κακόπιστη νομέα, καθώς, έκτοτε, η τελευταία γνώριζε ή, από βαρεία αμέλεια, αγνοούσε, ότι δεν δικαιούται να κατέχει το επίδικο ακίνητο, δεδομένου ότι, μετά την έκδοση της ως άνω, τελεσίδικης απόφασης, αυτή, μεν, δικαιούνταν να αναζητήσει το καταβληθέν πλειστηρίασμα, η δε ενάγουσα ν' ασκήσει την αξίωσή της, για την επάνοδο του πλειστηριασθέντος στην ίδια, με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι η αντίδικος καθεμιάς, έλαβε γνώση της παραπάνω απόφασης.
Επομένως, η εναγόμενη ενέχεται ν' αποδώσει τα ωφελήματα, που έχουν εξαχθεί από το ανωτέρω ακίνητο, από την 1-3-2001, όπως, επικουρικά, ζητεί, η ενάγουσα, ήτοι, μετά την επίδοση της ανωτέρω απόφασης. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, η εναγόμενη, από την εγκατάστασή της στο επίδικο ακίνητο, το μετέτρεψε, από βιομηχανικό χώρο, σε χώρο γραφείων και αποθηκών, τον οποίο, έκτοτε, εκμεταλλεύεται, συνεχώς.
Ειδικότερα, η εναγόμενη, αντικείμενο εργασιών της οποίας, ήταν η διανομή προϊόντων, γνωστών εταιριών, είχε συνάψει, πριν ακόμη αποκτήσει το επίδικο ακίνητο, διάφορες συμβάσεις διανομής, οι οποίες συνέχισαν να ισχύουν και μετά την, κατά τα άνω, αμετάκλητη ακύρωση του πλειστηριασμού. Μετά, δε, την απόκτηση του ανωτέρω ακινήτου και τη διαμόρφωση του, η εναγόμενη έχει συνάψει σωρεία, νέων, συμβάσεων διανομής και αποθήκευσης προϊόντων, υλοποιώντας το σχεδιασμό της, για την επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της και στον τομέα της αποθήκευσης (logistics).
Τέλος, η εναγόμενη, καθόλα, αυτά, τα έτη, που λειτουργεί, εντός του επιδίκου ακινήτου, έχει συνάψει και συμβάσεις εκμίσθωσης τμημάτων του επιδίκου ακινήτου, σε διάφορες εταιρίες, προς εναπόθεση και αποθήκευση των προϊόντων τους. Τ' ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύονται, από την προσκομιζόμενη, για πρώτη φορά (παραδεκτά, κατ' άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου), μ' επίκληση από την ενάγουσα, υπ' αριθμ. 4802/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης, λόγω ακύρωσης του ένδικου πλειστηριασμού, της εδώ εναγόμενης, κατά της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό, τράπεζας και λαμβάνεται υπόψη, ως δικαστικό τεκμήριο.
Με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά, αποδεικνύεται ότι, η ενάγουσα, παρά την ακύρωση του πλειστηριασμού, εξακολουθεί να είναι εγκατεστημένη στο επίδικο και να το εκμεταλλεύεται, κατά τον πλέον επικερδή τρόπο. Με βάση τα παραπάνω, εκτιμώμενα, σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση, τη θέση του επιδίκου ακινήτου, στην οδό Μυτιλήνης-Καλλονής και την απευθείας πρόσβαση, που έχει σ' αυτή, καθώς και την, κατά τα προαναφερόμενα, χρήση του, η μισθωτική αξία του ανερχόταν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, για το χρονικό διάστημα, από 1-3-2001 μέχρι 15 Οκτωβρίου 2004 (χρόνος κατάθεσης της β' αγωγής), στο ποσό των 4.500,00 ευρώ, μηνιαίως και από 1 Νοεμβρίου 2004 μέχρι 30 Οκτωβρίου 2009 (χρόνος κατάθεσης γ' αγωγής), στο ποσό των 5.000,00 ευρώ, μηνιαίως.
Τ' ανωτέρω ποσά αποκέρδαινε η εναγόμενη, με τη χρήση τμήματος του ακινήτου, από την ίδια, συνεπεία της οποίας, εξοικονομούσε τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο, όμοιο, ακίνητο και από την εκμίσθωση μέρους του ακινήτου, σ' άλλες επιχειρήσεις, όπως ενδεικτικά αναφέρθηκαν, έναντι μισθώματος, που δεν αποδείχθηκε, επακριβώς, πλην, όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση τα προεκτεθέντα, δεν υπολειπόταν των ανωτέρω ποσών.
Σημειωτέον ότι, το επίδικο ακίνητο είχε την ως άνω μισθωτική αξία και πριν από τη μετατροπή του, από την εναγόμενη, από βιομηχανικό χώρο, σε χώρο γραφείων και αποθηκών, δεδομένου ότι, αυτή (μετατροπή) δεν ήταν τέτοιας έκτασης, ώστε να συμβάλει, σημαντικά, στην αύξηση της μισθωτικής αξίας του ακινήτου - όπως διατείνεται η εναγόμενη - λαμβανομένου υπόψη ότι, το κόστος της, ανήλθε, συνολικά, στο ποσό των 12.735,93 ευρώ (βλ.
προαναφερόμενη, υπ' αριθμ. 4802/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), το οποίο, σε σχέση με το μέγεθος του ακινήτου, δεν κρίνεται σημαντικό. Κατά συνέπεια, τα εξαχθέντα, από το επίδικο ακίνητο, ωφελήματα, ανέρχονται, για το χρονικό διάστημα, από 1-3-2001 μέχρι 15-10-2004 (χρόνος κατάθεσης της β' αγωγής), στο ποσό των 191.250,00 ευρώ και από 1-11-2004 μέχρι 30-10-2009 (χρόνος κατάθεσης γ' αγωγής), στο ποσό των 300.000,00 ευρώ και συνολικά, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ποσό των 491.250,00 ευρώ...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, κατά τον παραπάνω, ήδη, ακυρωθέντα, πλειστηριασμό, ο οποίος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα, σχετικώς, έγγραφα, είχε διενεργηθεί, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, κατέβαλε, ως υπερθεματίστρια, το πλειστηρίασμα, που ανήλθε στο ποσό των 110.000.000 δραχμών και ήδη, 323.110,79 ευρώ, το οποίο διανεμήθηκε, από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, στους αναγγελθέντες πιστωτές (βλ.
προσκομιζόμενη, μ' επίκληση, από την εναγόμενη, βεβαίωση περί διανομής του πλειστηριάσματος, της Συμ/φου Μυτιλήνης, Εριφύλης Τατά-Βασιλικάκη, με ημερομηνία 12-3-2004).
Συνεπώς, η εναγόμενη έχει αξίωση, κατά της ενάγουσας, καθής ο πλειστηριασμός, για την ανάληψη του πλειστηριάσματος, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, με τους νόμιμους τόκους αυτού, από τις 10-2-2001, ήτοι από την επομένη της ημέρας, κατά την οποία, η ενάγουσα έλαβε επικυρωμένο αντίγραφο της υπ' αριθμ. 251/2000 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, περί ακύρωσης του πλειστηριασμού (βλ.
προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους, επικυρωμένα αντίγραφα της ως άνω απόφασης, με σχετική επισημείωση του Γραμματέα του παραπάνω Δικαστηρίου). Σημειωτέον ότι, επί αγωγής αποζημίωσης, λόγω ακύρωσης του ένδικου πλειστηριασμού, που άσκησε η εδώ εναγόμενη, κατά της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό, ALPHA (ΑΛΦΑ) τράπεζας, εκδόθηκε η αναφερόμενη ανωτέρω, υπ' αριθμ. 4802/2011, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία επιδίκασε, σε βάρος της εν λόγω τράπεζας, μεταξύ άλλων και το παραπάνω ποσό του πλειστηριάσματος, ως θετική ζημία της εδώ εναγόμενης.
Μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης, η ALPHA (ΑΛΦΑ) τράπεζα κατέθεσε, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το συνολικό ποσό των 467.611,20 ευρώ, για το επιδικασθέν κεφάλαιο και τους τόκους αυτού, πλην όμως, όχι υπέρ της εκεί ενάγουσας και ήδη, εναγόμενης, αλλά, υπέρ "δικαιούχου που θα αναγνωρισθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση μεταξύ των: "Α.
ΑΕ", "Κ. ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", "NESTLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ" ΛΕΥΚΟΣΙΔΗΡΟΥΡΠΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ ΑΒΕΕ", που εκπροσωπούνται νόμιμα και για ποσό, που έκαστος εξ αυτών τυχόν αναγνωρισθεί δικαιούχος", όπως, αυτολεξεί, αναγράφεται στο συσταθέν γραμμάτιο παρακαταθήκης, με αριθμό 669019/21-1-2013, που προσκομίζεται, μ' επίκληση, από την ενάγουσα.
Περαιτέρω, η εν λόγω τράπεζα επέδωσε στην εδώ εναγόμενη, την από 22-1-2013, εξώδικη δήλωση (βλ. σχετική επισημείωση, με ημερομηνία 30-1-2013, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Μυτιλήνης, Ι. Γ., στο αντίγραφο αυτής, που προσκομίζεται μ' επίκληση, από την ενάγουσα), με την οποία της γνωστοποίησε, τόσο την ως άνω παρακατάθεση, όσο και την τεθείσα, για την είσπραξη του παρακατατεθέντος ποσού, αίρεση.
Ενόψει των ανωτέρω, η, κατά τα άνω, παρακατάθεση δεν επέφερε την απόσβεση της απαίτησης της εναγόμενης, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεδομένου ότι αυτή (παρακατάθεση) τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση, ν' αποδοθεί το ποσό αυτής σ' εκείνον που θ' αναγνωριζόταν ως αληθής δικαιούχος, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία (αίρεση) δεν έχει πληρωθεί, γεγονός, που καθιστά αδύνατη την είσπραξη του ποσού, με μόνη την αποδοχή, εκ μέρους της δανείστριας-ενάγουσας.
Συνεπώς, εφόσον η εναγόμενη δεν εισέπραξε, από την υπερθεματίστρια τράπεζα, το ποσό, που αντιστοιχεί στο πλειστηρίασμα, εξακολουθεί να έχει νόμιμη ανταπαίτηση, κατά της ενάγουσας, για την καταβολή του. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι, το ίδιο, ως άνω, ποσό έχει επιδικαστεί, ήδη, στην εναγόμενη, με την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως αποζημίωση, όπως, εσφαλμένα, διατείνεται η ενάγουσα, δεδομένου ότι, η εναγόμενη μπορεί ν' ασκήσει, παράλληλα και τις δύο αξιώσεις, μόνο, δε, η ικανοποίηση της μιας, θα επιφέρει την απόσβεση της άλλης.
Περαιτέρω, η ανταπαίτηση της εναγόμενης, έναντι της ενάγουσας, από το πλειστηρίασμα, ανήλθε, ήδη, κατά την 1-8-2001, όταν, δηλαδή, μόλις, άρχισαν να γεννώνται οι επίδικες απαιτήσεις της τελευταίας, από τα ωφελήματα του ως άνω ακινήτου, στο ποσό των 379.513,54 ευρώ, ήτοι 323.110,79 ευρώ για το κεφάλαιο και 56.402,75 για τους τόκους αυτού, που προέκυψαν από τις 10-2-2001 και εντεύθεν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Ενόψει των προαναφερθέντων, κατά παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού, που προέβαλε η εναγόμενη και μετά την απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων (με τους νόμιμους τόκους αυτών, κατά τα προαναφερθέντα), από το χρόνο, που συνυπήρξαν, ήτοι, αφαιρουμένων από την ως άνω ανταπαίτηση, των ωφελημάτων, που προέκυπταν, κάθε μήνα και ειδικότερα, του ποσού των 4.500,00 ευρώ, μηνιαίως, κατά το χρονικό διάστημα, από 1-3-2001 μέχρι 15 Οκτωβρίου 2004 και του ποσού των 5.000,00 ευρώ, μηνιαίως, κατά το χρονικό διάστημα, από 1 Νοεμβρίου 2004 μέχρι 30 Οκτωβρίου 2009, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, το κεφάλαιο της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας, αποσβέσθηκε ολοσχερώς,, αφού καλύφθηκε, πλήρως, από την ανταπαίτηση της εναγόμενης, την 1-10-2009.
Μάλιστα, δε, απέμεινε υπόλοιπο από την ανταπαίτηση της τελευταίας, ποσού 17.899,37 ευρώ.
Κατόπιν τούτου, οι απαιτήσεις που αξιώνει η ενάγουσα, με τις κρινόμενες, β' και γ', αγωγές, έχουν αποσβεσθεί ολοσχερώς, μετά τον ως άνω συμψηφισμό και συνεπώς, οι εν λόγω αγωγές είναι απορριπτέες, ως ουσιαστικά αβάσιμες.. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, μετά την παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού, που η εναγόμενη, κατά τα ανωτέρω, προέβαλε, το κεφάλαιο της ανταπαίτηση της, από το καταβληθέν πλειστηρίασμα, μειώθηκε, την 1-10-2009, στο ποσό των 17.899,37 ευρώ. Κατόπιν τούτου, η προβληθείσα ένσταση επίσχεσης της εναγόμενης, μέχρι την εκπλήρωση της παραπάνω ανταπαίτησής της, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την από 17/6/2003 διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις συνεκδικασθείσες με αυτή από 11/10/2004 και από 1 /9/2009 αγωγές της ίδιας για τις απαιτήσεις της από τα εξαχθέντα ωφελήματα του επίδικου ακινήτου, λόγω της απόσβεσης τους, μετά την παραδοχή της προβληθείσας ένστασης της αναιρεσείουσας για συμψηφισμό των πιο πάνω απαιτήσεων με την ανταπαίτηση που είχε κατά της αναιρεσίβλητης για την καταβολή του οφειλόμενου πλειστηριάσματος από τον κατά τα ως άνω ακυρωθέντα πλειστηριασμό.
Στη συνέχεια δε με την προσβαλλόμενη απόφαση του υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη το επίδικο ακίνητο, με την ταυτόχρονη καταβολή από την τελευταία του οφειλόμενου υπόλοιπου (μετά τον συμψηφισμό) ποσού του πλείστη ριάσματος προς την αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή της ένστασης επίσχεσης, που πρόβαλε αυτή, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 325, 326, 1095, 1096, 1098 ΑΚ, αναφορικά με την αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας ως κακόπιστης νομέως για καταβολή των εξαχθέντων ωφελημάτων, τις οποίες (διατάξεις) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος κατ' εκτίμηση υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με το να δεχτεί ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση απόδοσης των πιο πάνω ωφελημάτων στην αναιρεσίβλητη, παρά το ότι έχει έναντι αυτής δικαίωμα νομής και κατοχής του επίδικου ακινήτου, και συγκεκριμένα, δικαίωμα επίσχεσης αυτού, μέχρι την καταβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ολόκληρου του ποσού της ανταπαίτησής της για το καταβληθέν πλειστηρίασμα των 323.110,797.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι έννομες συνέπειες άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης ταυτίζονται με εκείνες της άσκησης του δικαιώματος νομής ή κατοχής του διεκδικούμενου ακινήτου και ότι η προβολή της σχετικής ένστασης (επίσχεσης) αίρει την υποχρέωση της αναιρεσείουσας για απόδοση των εξαχθέντων ωφελημάτων και οδηγεί στην απόρριψη των συναφών αγωγών της αναιρεσίβλητης.
Πέραν, όμως, τούτων πρέπει να επισημανθεί ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσείουσα πρόβαλε, κατ' ένσταση, τον συμψηφισμό της ανταπαίτησής της για την επιστροφή του συνολικού ποσού του πλειστηριάσματος κατά των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης από τα ωφελήματα, οι οποίες (απαιτήσεις) και αποσβέστηκαν ολοσχερώς, ακολούθως δε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για επίσχεση περιορίστηκε μόνο στην ανταπαίτησή της για επιστροφή του υπολοίπου (μη αποσβεσθέντος με τον συμψηφισμό) πλειστηριάσματος έναντι της απαίτησης της αναιρεσίβλητης για απόδοση του επίδικου ακινήτου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει μα απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/6/2014 αίτηση για αναίρεση της 69/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ