295/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 295 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 295/2011
Legislator headnote
AI generated295/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 295 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 295/2011
Full text
Απόφαση 295 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 295/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Χ. του Κ. και 2. Ε. συζ. Σ. Χ., το γένος Ι. Μ., κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γαλούνη.
Του αναιρεσίβλητου: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΩΝ ΣΥΝ.ΠΕ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Ζαφειρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8.100/2000 μη οριστική, 881/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1238/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 18-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακίνητου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία. Η διάνοια δε κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του. Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία (τακτική η έκτακτη) αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου, Τέτοιες δε πράξεις είναι και η επίβλεψη, η επίσκεψη, η φροντίδα και η περίφραξη του ακινήτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όχι μόνο όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, όταν δηλαδή δεν περιλαμβάνει αποδεικτικό πόρισμα, αλλά και όταν από το αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, ήταν αναγκαία για την κρίση, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε και έτσι από τις παραδοχές της απόφασης γεννώνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτέου πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αρνητικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με τη στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικώς με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την ένσταση ίδιας κυριότητας των ήδη αναιρεσειόντων : "Δυνάμει του …/1-8-1958 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Τζαβέλλα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, στον τόμο …, με αριθμό 54, το σωματείο με την επωνυμία "Αλληλεγγύη Ελλήνων Σιδηροδρομικών" αγόρασε από τον Θ. Κ., μεταξύ άλλων αγροτεμαχίων, και πέντε αγροτεμάχια, στο 81 οικοδομικό τετράγωνο, (αριθμηθέν αργότερα κατά ένα μέρος αυτού ως 400 οικοδομικό τετράγωνο, λόγω της εν μέρει ένταξης του στο σχέδιο πόλεως), στη θέση "Γεροβουνό" του Δήμου Αχαρνών, τα οποία εμφαίνονται στο από Σεπτεμβρίου 1957 διάγραμμα του μηχανικού Μ. Τ.. Πιο συγκεκριμένα αγόρασε α) το με αριθμό 2 αγροτεμάχιο, έκτασης 338,50 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθ. 3 αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, δυτικά με οδό Πλαστήρα, βόρεια με ιδιωτική ανώνυμη οδό, νότια εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με άλλη ιδιοκτησία του ενάγοντος, β) το υπ'αριθ.3 αγροτεμάχιο, έκτασης 260 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθ. 4 αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, δυτικά με το υπ' αριθ. 2 αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, βόρεια με ιδιωτική ανώνυμη οδό, νότια με τα υπ' αριθ. 9 και 10 αγροτεμάχια του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου γ) το υπ' αριθ. 4 αγροτεμάχιο, έκτασης 260 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθ. 5 αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, δυτικά με το υπ' αριθ.3 αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, βόρεια με ιδιωτική ανώνυμη οδό, νότια με τα υπ' αριθ. 10 και 11 αγροτεμάχια του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, δ)το υπ' αριθ. 5 αγροτεμάχιο, έκτασης 260 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθ 6 αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, δυτικά με το υπ' αριθ. 4 αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, βόρεια με ιδιωτική ανώνυμη οδό, νότια με τα υπ' αριθ. 11 και 12 αγροτεμάχια τον ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, ε) το υπ' αριθ. 6 αγροτεμάχιο, έκτασης 260 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθ. 7 αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, δυτικά με το υπ' αριθ. 5 αγροτεμάχιο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου, βόρεια με ιδιωτική ανώνυμη οδό, νότια με τα υπ' αριθ. 12 και 13 αγροτεμάχια του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου. Στην συνέχεια η Γενική Συνέλευση του ανωτέρω Σωματείου δια της από 5.3.1971 αποφάσεως της αποφάσισε, κατά συμμόρφωση προς το Ν.Δ. 507/1970 την σύσταση οικοδομικού Συνεταιρισμού υπό την επωνυμίαν "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υπαλλήλων και Συνταξιούχων Ελλήνων Σιδηροδρομικών Συν.Π.Ε.", σύσταση η οποία εγκρίθηκε με την οπό 13.7.1971 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (Φ.Ε.Κ Β/688/24.8.1971), ενώ με την ίδια ως άνω απόφαση (κατ' άρθρο 3 παρ. 2 του ΝΔ. 507/1970), περιήλθαν στην κυριότητα του ενάγοντος αυτοδικαίως, από της συστάσεως του, όλα τα περιουσιακά δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του Σωματείου και κατά το Π.Δ. 93/1987, η επωνυμία του Συνεταιρισμού τροποποιήθηκε σε "Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υπαλλήλων και Συνταξιούχων Σιδηροδρομιχών ΣΥΝ.Π.Ε.", η δε τροποποίηση αυτή εγκρίθηκε με την 72381/902/30.11.1990 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Β/5/9.1.1991). Ούτω τα δικαιώματα του ως άνω σωματείου επί των προαναφερθέντων αγροτεμαχίων μεταβιβάστηκαν στον ενάγοντα με την εγγραφή σημείωσης στο περιθώριο των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, στα πλαίσια του πρώτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο αποδίδει στην εκκαλουμένη την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη, κατά το σκέλος της που εστηρίζετο στην κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο, κρίνεται απορριπτέος, καθότι ο ενάγων, μετά την αμφισβήτηση της κυριότητας επί των επιδίκων εδαφικών τμημάτων του δικαιοπαρόχου του (ενάγοντος), δεν προέβη στην συμπλήρωση της αγωγής κατά τα σχετικά περιστατικά, μέχρις ότου φτάσει σε πρωτότυπη κτήση της κυριότητας από τον δικαιοπάροχο αυτού. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι το σωματείο ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, αφότου αγόρασε τα ως άνω εδαφικά τμήματα, νεμήθηκε αυτά με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, δυνάμει του ως άνω τίτλου, συνεχώς και αδιαταράκτως, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής. Πιο συγκεκριμένα τα περιέφραξε με πασσάλους και συρματόπλεγμα, διάνοιξε οδούς στην μείζονα έκταση, στην οποία βρίσκονται και τα ως άνω εδαφικά τμήματα, τα επιτηρούσε και επέβλεπε τα όρια τους, επεδείκνυε την επιμέλεια του κυρίου για την ιδιοκτησία του προστατεύοντας αυτή από τις προσβολές τρίτων. Εν όψει αυτών και παρά την άρνηση των εναγομένων, το δικαιοπάροχο του ενάγοντος σωματείο απέκτησε την κυριότητα των ως άνω εδαφικών τμημάτων με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Την ίδια νομή εξακολούθησε και ο καθολικός διάδοχος του ως άνω σωματείου - ενάγων - εκκαλών, μετά την, κατά το έτος 1971, προαναφερθείσα κτήση από αυτόν όλων των δικαιωμάτων του δικαιοπαρόχου του επί των προαναφερθέντων εδαφικών τμημάτων. Πιο συγκεκριμένα συνέταξε νέα τοπογραφικά διαγράμματα, προσέλαβε φύλακα, επισκέπτετο, δια των εκπροσώπων του, την μείζονα έκταση, στην οποία περιλαμβάνονται και τα ως άνω εδαφικά τμήματα, επιμελείτο των έξωθεν προσβολών για την προστασία της νομής και της κυριότητας του ασκώντας τακτικές αγωγές και καταγγέλλοντας επίδοξους καταπατητές στις αρμόδιες αρχές, παράλληλα προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να αποχαρακτηριστεί η ευρύτερη περιοχή από χώρος για ανέγερση κτιρίων ΑΕΙ και να ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως. Περί το έτος 1987 ο πρώτος εναγόμενος κατέλαβε από τα προαναφερθέντα αγροτεμάχια συνεχόμενη έκταση 932,02 τ.μ., όπως αυτή έχει αποτυπωθεί στο από Νοεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π. Π., με τα στοιχεία ΠΔΕΡΗΘΙΚΠ, που συνορεύει δυτικά με οδό Πλαστήρα, ανατολικά επί πλευράς ΚΠ μήκους [2,40 μέτρων με το υπόλοιπο τμήμα του υπ' αριθ. 6 αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας του ενάγοντος, βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς ΗΘΙΚ μήκους 70,25 μετρούν (ΗΘ=32,20 μέτρων 01=5 μέτρων ΙΚ=33,05 μέτρων), εν μέρει με οδό Πλαστήρα και εν μέρει με λοιπά τμήματα των υπ' αριθ. 2,3,4,5,6 αγροτεμαχίων ιδιοκτησίας του ενάγοντος και νότια επί τεθλασμένης πλευράς ΠΔΕΖ"Ζ'Ζ1 Ρ μήκους 72,65 μέτρων (ΞΠ=8,05 μέτρων ΟΞ=13 μέτρων ΟΓ = 13 μέτρων ΓΔ'=13 μέτρων Δ'Δ=5 μέτρων ΕΔ=1,20 μέτρων ΕΖ"=10,80 μέτρων Ζ"Ζ=3,60 μέτρων ΖΖ1=3,40 μέτρων ΡΖ=1,60 μέτρων) με τα αγροτεμάχια 12,11,10, τα λοιπά τμήματα των 3 και 2 αγροτεμαχίων ιδιοκτησίας του ενάγοντος και με το 1 αγροτεμάχιο. Πιο συγκεκριμένα κατέλαβε από το υπ' αριθ 2 αγροτεμάχιο το υπό στοιχεία ΗΤΓΔ'ΔΕΖ" ΖΗ' τμήμα εμβαδού 253,73 τ.μ. Από το υπ' αριθ 3 αγροτεμάχιο κατέλαβε το υπό στοιχεία Η"ΘΤΤΔΉ' τμήμα εμβαδού 211,90 τ.μ. γ) από το υπ' αριθ 4 αγροτεμάχιο κατέλαβε το υπό στοιχεία θ'ΘΙΜΟΓΘ' τμήμα εμβαδού 155,85 τ.μ. δ1.) από το υπ' αριθ. 5 αγροτεμάχιο κατέλαβε το υπό στοιχεία ΜΝΞΒΟΜ τμήμα εμβαδού 154,70 τ.μ. ε) από το υπ' αριθ. 6 αγροτεμάχιο κατέλαβε το υπό στοιχεία ΝΚΠΞΝ τμήμα εμβαδού 95,16 τ.μ. στ) το υπό στοιχεία ΗΗ'Ζ'ΖΙΖΗ' τμήμα της οδού Πλαστήρα εμβαδού 48,84 τ.μ, καθώς και το υπό στοιχεία ΗΖΡΗ τμήμα της ιδίας οδού εμβαδού Π ,84 τ.μ. και κατά το έτος 1992 δυνάμει του …/17.6.1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Ε. Πατμίου - Καρούκ -Τσιλιγκρού ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε κατά κυριότητα και κατά ποσοστό 5% στην δεύτερη εναγόμενη - σύζυγο του το επίδικο εδαφικό τμήμα και αφού το τσιμεντόστρωσαν κατά ένα μεγάλο μέρος του, το χρησιμοποιούν για δίοδο και αυλή, προς εξυπηρέτηση του ομόρου εργοστασίου τους τοποθετώντας μπαλέτες, βαρέλια και υλικά του εργοστασίου αυτού, ήδη δε έχει επιβληθεί σε βάρος του επιδίκου κατάσχεση και υπάρχει η 496/1998 Α' επαναληπτική περίληψη της 471/8.9.1998 κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Π. Α. κατά το ως άνω ποσοστό (95%) εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου επ1 αυτού. Ο ενάγων, μόλις έλαβε γνώση των ως άνω ενεργειών του πρώτου εναγόμενου με την από 28.1.1999 αίτηση του ζήτησε να αναγνωρισθεί προσωρινός νομέας της επίδικης έκτασης και να υποχρεωθούν οι καθών η αίτηση και νυν εναγόμενοι να του αποδώσουν αυτή. Με τη 161/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών κρίθηκε ότι η κατάληψη του επιδίκου από τον πρώτο των καθών έλαβε χώρα τουλάχιστον από το έτος 1987 και ότι η τυχόν αξίωση του αιτούντος από την προσβολή της νομής επί της επιδίκου εκτάσεως υπέπεσε στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 του ΑΚ, απέρριψε δε, μετά ταύτα, την αίτηση. Βέβαια, οι εναγόμενοι προς απόκρουση της αγωγής είχαν ισχυριστεί, ότι ο πατέρας του πρώτου εξ αυτών είχε καταλάβει το επίδικο, περί τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και ότι έκτοτε το καλλιεργούσε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, που το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον πρώτο εναγόμενο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως προαύλιο του εργοστασίου βορείως του επιδίκου, ότι από του χρόνου αυτού πράξεις νομής άσκησε ο πρώτος μέχρι το έτος 1992 και έκτοτε μαζί με την σύζυγο του δεύτερη αυτών έχοντας καταστεί κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεν αποδείχθηκε ωστόσο, η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού τους αυτού, εφόσον δεν προσκομίζονται περί αυτού επαρκείς και πειστικές αποδείξεις. Η κατάθεση του εξετασθέντος με την επιμέλεια του εναγομένου μάρτυρα Χ. Χ. είναι ασαφής και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που οι εναγόμενοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν δεν συνάγεται απόδειξη ικανή να οδηγήσει σε δικανική, πεποίθηση περί του ότι οι εναγόμενοι και ο δικαιοπάροχος του πρώτου εναγόμενου και πατέρας αυτού ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στο επίδικο εδαφικό τμήμα διακατοχικές πράξεις από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και σε κάθε περίπτωση για χρόνο είκοσι ετών, ώστε να έχουν καταστεί κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αυτού (αναιρεσιβλήτου), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης ιδίας κυριότητος των αναιρεσειόντων και αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα κύριο του επιδίκου. Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι το επίδικο από το έτος 1958 έως το έτος 1987 ότε αποβλήθηκε από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες κατείχε και νεμόταν, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, ενώ οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι, ουδέποτε μέχρι του έτους 1987 άσκησαν επ' αυτού πράξεις νομής, έτσι ώστε να καταστούν κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Συγκεκριμένα, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι απέρριψε την ένσταση ίδιας κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με την οποία "ο πατέρας του πρώτου εξ αυτών είχε καταλάβει το επίδικο, περί τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και ότι έκτοτε το καλλιεργούσε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960, που το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον πρώτο εναγόμενο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως προαύλιο του εργοστασίου βορείως του επιδίκου, ότι από του χρόνου αυτού πράξεις νομής άσκησε ο πρώτος μέχρι το έτος 1992 και έκτοτε μαζί με τη σύζυγο του δεύτερη εξ αυτών, έχοντας καταστεί κύριοι του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας", ως και κατ'ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι η προς απόδειξη της ένστασης αυτής κατάθεση του μάρτυρά τους -αναιρεσειόντων- Χ. Χ. "είναι ασαφής, άνευ άλλου τινός, και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν συνάγεται απόδειξη ικανή να οδηγήσει σε δικανική πεποίθηση περί του ότι οι εναγόμενοι και ο δικαιοπάροχος του πρώτου εναγομένου και πατέρας αυτού, ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στο επίδικο διακατοχικές πράξεις από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και σε κάθε περίπτωση για χρόνο είκοσι ετών, ώστε να έχουν καταστεί κύριοι αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας". Οι επικαλούμενες όμως πιο πάνω αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου και, συνεπώς, δεν ιδρύουν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ . γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που, με επίκληση, προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση του περί απορρίψεως της ένστασης ιδίας κυριότητάς τους, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί αυτοί, με τις προτάσεις τους της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ασκούσαν δε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) Την υπ' αριθ. 4584/2005 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, από την οποία προκύπτει ότι ο απολογούμενος ενώπιον του Εφετείου αυτού μάρτυρας απόδειξης του αντιδίκου Συνεταιρισμού, Π. Μ. εδήλωσε την 15.4.2005 ότι στο ως άνω εργοστάσιο των εναγομένων "έβαλαν φως το 1978". β) Την από 1.12.1977 Δήλωση του πρώτου αναιρεσείοντος προς το Γραφείο Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής για την νομιμοποίηση αυθαιρέτου κτίσματος και δη του ως άνω εργοστασίου, από την οποία αυθαιρέτως, ήτοι χωρίς άδεια, ζητούσαν τη νομιμοποίησή του, γ) Την υπ' αριθ. …/1978 άδεια της Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής για την καθ' ύψος προσθήκη πρώτου ορόφου στο ήδη υφιστάμενο κτίσμα του εργοστασίου, δ) Τα με αριθ. …/31.1.1978, …/21.6.1978 και …/28.12.1978 τιμολόγια εκδόσεως της "ΠΑΝ-ΧΡΕΙ ΕΠΕ Σ. Χ." και της "ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΣΙΝΑΝ Α.Ε.", ε) Αντίγραφα λογαριασμών της ΔΕΗ επ' ονόματι του πρώτου αναιρεσείοντος, για την ηλεκτροδότηση του εργοστασίου τους, στ) Το με αριθ. πρωτ. 228/24-11-2004 έγγραφο της ΕΥΔΑΠ, με το οποίο πιστοποιείται η παροχή υδρεύσεως στο ως άνω εργοστάσιο και ζ) Τον υπ' αριθ. 4017/402 τίτλο οριστικής μη κατεδαφίσεως αυθαιρέτου, σύμφωνα με τον οποίο στις 17.2.1978 καταβλήθηκαν τα απαραίτητα τέλη με το με αριθμό 7147/16.8.1977 διπλότυπο δημοσίου ταμείου, κατόπιν της από 1.12.1977 αίτησης του πρώτου αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου μάλιστα υπάρχει ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, για το σχηματισμό του πορίσματός του και τα πιο πάνω έγγραφα, που ειδικότερα μνημονεύονται στο αναιρετήριο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.6.2009 αίτηση του Σ. Χ. και της Ε. συζ. Σ. Χ., για αναίρεση της 1238/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ