Legislator Case Law & Legislation
295/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to contradictory factual findings and unclear legal reasoning in traffic accident case.

Case Number 295/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance of Larissa regarding a traffic accident involving a cyclist and a truck. The appellant argued that the lower court's reasoning was legally flawed and factually contradictory, particularly regarding the cyclist's position and the truck driver's actions. The court rejected these claims because the lower court's reasoning contained internal inconsistencies and failed to clearly establish the factual basis for its liability findings, rendering the appeal admissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on lack of legal basis is admissible when the lower court's reasoning is contradictory or fails to clearly establish the factual premises for its legal conclusions, thereby preventing effective appellate review.

Keywords

AI generated
lack of legal basis contradictory reasoning appellate review traffic accident liability factual findings Code of Civil Procedure legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 21(2) of the Traffic Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 295 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 295/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Τυχόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 1/3/2001 αγωγή Νομικού Προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 435/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/9/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 28/11/2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Κατά τις 24-9-1999 και ώρα 21.20' στη ...... και στην οδό ......, ο πρώτος εκκαλών-εναγόμενος, οδηγώντας το ασφαλισμένο για ζημιές τρίτων στη δεύτερη εκκαλούσα-εναγόμενη υπ' αρ.

κυκλοφορίας ...... ΔΧΦ αυτοκίνητό του (ρυμουλκό με επικαθήμενο), με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, ενώ είχε διακόψει την πορεία του λόγω απαγορευτικού (ερυθρού) σήματος του φωτεινού σηματοδότη στο σημείο όπου συνέβαλε με την οδό ...... η οδός ......, στην οποία επρόκειτο να εισέλθει για να κατευθυνθεί στην εθνική οδό ......-......, με την αλλαγή του σήματος του φωτεινού σηματοδότη (σε πράσινο) επεχείρησε δεξιά στροφή με το αυτοκίνητό του χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό ακίνδυνα για τον χρησιμοποιούντα την οδό εκείνη τη στιγμή πρώτο εφεσίβλητο-ενάγοντα, ο οποίος επιχειρούσε υπέρβαση του αυτοκινήτου από δεξιά, οδηγώντας ομόρροπα το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας ποδήλατό του, γιατί αρχικά υπέλαβε ότι το αυτοκίνητο θα ακολουθούσε ευθύγραμμη πορεία.

Στην πλάνη του αυτή συνετέλεσε όχι κάποια παράλειψη του πρώτου εναγομένου κατά την προετοιμασία του για την εκτέλεση δεξιάς στροφής, όπως η χρήση του δείκτη αλλαγής πορείας (φλας) του αυτοκινήτου του, αφού ακόμα και ο ενάγων με την από 14-3-2000 ενώπιον του Ανθ/μου Α ένορκη κατάθεσή του δεν συνδυάζει με τον τραυματισμό του τέτοιες παραλείψεις του πρώτου εναγομένου, αλλά η θέση του αυτοκινήτου όχι στο άκρο δεξιό της οδού, που ήταν όμως δικαιολογημένη από το ότι η οδός ......

σχηματίζει με την οδό ...... από την κατεύθυνση πορείας του πρώτου εναγομένου οξεία γωνία 60ο περίπου, καθιστώντας αναγκαία τη μετακίνηση των μεγάλων οχημάτων (όπως εκείνο του πρώτου εναγομένου) προς το μέσον της οδού ...... για να αποβαίνει αποτελεσματική και ακίνδυνη (χωρίς είσοδο στο αντίθετο ρεύμα πορείας των δύο οδών) η δεξιά στροφή αυτών των οχημάτων.

Όταν ο πρώτος εναγόμενος στο σημείο συμβολής των δύο οδών επεχείρησε με το αυτοκίνητό του ελιγμό δεξιά για να εισέλθει από την οδό ...... στην οδό ......, τότε ο ενάγων ποδηλάτης ο οποίος κινούνταν δεξιά του αυτοκινήτου ανέπτυξε ταχύτητα για να προλάβει να υπερβεί από δεξιά το αυτοκίνητο ακολουθώντας περίπου την οριογραμμή στα σημεία συμβολής των δύο οδών (......

και ......) επί μήκους τεσσάρων περίπου μέτρων και διασχίζοντας κάθετα το οδόστρωμα στο σημείο εισόδου προς την οδό ...... από την οδό ...... . Έτσι αυτός παρασύρθηκε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου, ανετράπη το ποδήλατο και κατόπιν πτώσης του στο έδαφος διήλθε πάνω από το ποδήλατο και το σώμα του ενάγοντος ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, με αποτέλεσμα να υποστεί ο ενάγων πολλαπλά κατάγματα λεκάνης, ρήξη μεγάλων αγγείων πυέλου, διατομή ουροδόχου κύστης και ρήξη ουρήθρας.

Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν ειδικότερα από τα ευρήματα που συνέλεξε η Αστυνομική Αρχή Λάρισας στον τόπο του ατυχήματος, την προανακριτική κατάθεση του ενάγοντος Χ και την χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου εναγομένου, ο οποίος καταδικάστηκε για σωματική βλάβη από αμέλεια σε βάρος του ενάγοντος σε φυλάκιση 8 μηνών με την υπ' αρ. 729/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Με βάση αυτά τα περιστατικά ο πρώτος εναγόμενος βαρύνεται για τον τραυματισμό του ενάγοντος Χ με έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής από ένα μετρίως συνετό οδηγό αυτοκινήτου, γιατί όφειλε να ελέγξει από δεξιά του το οδόστρωμα πριν επιχειρήσει δεξιά στροφή με το αυτοκίνητό του (άρθρα 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 Ν 2696/1999, 330 εδ β' και 914 ΑΚ) και είχε δυνατότητα να αντιληφθεί τον ενάγοντα ποδηλάτη, έστω και αν αυτός κατά τη στάση, λόγω απαγορευτικού σήματος του φωτεινού σηματοδότη, δεν βρισκόταν δεξιά του αυτοκινήτου, αλλά βρισκόταν πίσω από αυτό, δεδομένου ότι, πριν παρασυρθεί με τον αριστερό εμπρόσθιο τροχό του αυτοκινήτου, ο ενάγων ποδηλάτης διήλθε παραπλεύρως τόσο της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου όσο και του εμπρόσθιου μέρους του, το οποίο για ελάχιστο χρόνο δεν κατόρθωσε να υπερβεί, αλλά ένα μέρος του ποδηλάτου (μεσαίο και οπίσθιο) παρασύρθηκε από τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του αυτοκινήτου.

Η θέση αυτή, του ποδηλάτου στο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου μετά τη σύγκρουση δημιούργησε μεν σύγχυση ως προς την κατεύθυνση πορείας του ποδηλάτου (που αποτυπώνεται και στην έκθεση αυτοψίας), ωστόσο παρά την έλλειψη οποιουδήποτε άλλου σχετικού με το ζήτημα αυτό αποδεικτικού στοιχείου, πλην της προανακριτικής κατάθεσης του παθόντος ενάγοντος, δεν αποδεικνύεται ο αντίθετος ισχυρισμός των εναγομένων ότι είχε διαφορετική κατεύθυνση πορείας ο ενάγων, αφού κάτι τέτοιο δεν έχει προβληθεί άλλωστε από τον πρώτο από αυτούς κατά τη σε βάρος του ποινική διαδικασία.

Επίσης δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος Χ ότι το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου αρχικά ήταν πίσω από αυτόν, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση αφενός μεν θα τον είχε αντιληφθεί ο οδηγός του αυτοκινήτου και αφετέρου μέχρι τούτο να εκτελέσει τον δεξιό ελιγμό θα είχε προλάβει ο ενάγων με το ποδήλατό του να προσπεράσει το αυτοκίνητο.

Συνυπαίτιος όμως για τον τραυματισμό του κατά ποσοστό 40% είναι και ο ενάγων, ο οποίος ανέλεγκτα επεχείρησε αντικανονική υπέρβαση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου από δεξιά (άρθρο 17 παρ. 1-3 Ν 2696/1999), χωρίς να ενδιαφερθεί για το ότι είχε ήδη αυτό προδιαγεγραμμένη πορεία στροφής δεξιά και εξόδου του, από την οδό ......

και μάλιστα κινήθηκε (ο ενάγων) αρχικά πλησίον της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου και συνέχισε μεν την ευθύγραμμη πορεία του στο άκρο του οδοστρώματος της οδού ...... μέσα στη διασταύρωση, αλλά ο εκτελούμενος από το αυτοκίνητο ελιγμός καθιστούσε διαρκώς μεταβαλλόμενη τη θέση του ποδηλάτου, έτσι ώστε να μην καθίσταται αντιληπτό αυτό από τη θέση του οδηγού, γιατί δεν ενέπιπτε το είδωλό του στους καθρέπτες του αυτοκινήτου, ούτε ήταν δυνατός ο απευθείας εντοπισμός του σ' αυτή τη φάση παρά μόνον όταν η σύγκληση της πορείας των δύο οχημάτων έφερε το ποδήλατο να διέρχεται από το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου, οπότε ούτε ο πρώτος εναγόμενος ούτε ο ενάγων έδειξαν ετοιμότητα και πάλι να προβούν σε οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια, λόγω και του ελάχιστου χρόνου που μεσολάβησε (διήνυσαν από 3-4 μέτρα το κάθε όχημα)".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την ύπαρξη υπαίτιας συμπεριφοράς και στον παθόντα οδηγό του μοτοποδηλάτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτού και της επέλευσης του ένδικου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον βαρύτατο τραυματισμό του.

Το Εφετείο περιέχει λεπτομερείς αναφορές στους λόγους που καταφάσκουν την ύπαρξη υπαιτιότητας και στο πρόσωπο του ενάγοντος-παθόντος και δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται το πλάτος της οδού ......, ούτε το πλάτος του ρεύματος πορείας της οδού ......, στο οποίο κινούνταν τα οχήματα, ούτε υπάρχει αντιφατικότητα στις παραδοχές της απόφασης για το αν και σε ποιο σημείο της κίνησης του μοτοποδηλάτου μπορούσε ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου να το αντιληφθεί αφού δέχεται ότι στην αρχή της πορείας του μπορούσε να αντιληφθεί το μοτοποδήλατο που ακόμη βρισκόταν πίσω του και μόνο όταν άρχισε να ενεργεί τον ελιγμό και το μοτοποδήλατο διερχόταν από τη δεξιά πλευρά του δεν ήταν δυνατόν να το αντιληφθεί.

Καθορίζει τους λόγους για τους οποίους παραπλανήθηκε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου ως προς την πορεία του φορτηγού στους οποίους δεν συγκαταλέγει την παράλειψη θέσης σε λειτουργία του είναι αλλαγής κατεύθυνσης του αυτοκινήτου, καθώς και την προ του ατυχήματος θέση του μοτοποδηλάτου και την κατεύθυνση, προς την ποία ο οδηγός του είχε πρόθεση να κινηθεί.

Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, σύμφωνα με την πιο πάνω γνώμη, και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προσάπτει στην απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, η αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, έχει τη γνώμη ότι με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι υπαιτιότητας και του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και του εντεύθεν τραυματισμού του και σε περίπτωση κατάφασης του ποσοστού αυτής, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ.

β' και 914 ΑΚ. Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πολλές αρνητικές εκφράσεις με συνέπεια να δημιουργείται ασάφεια και ειδικότερα από την αρνητική διατύπωση αυτής σχετικά με το αν είχε θέσει ή όχι σε λειτουργία τους δείκτες πορείας ο εναγόμενος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, δεν καθίσταται σαφές αν όντως αυτός είχε θέσει σε λειτουργία το δείκτη δεξιάς πορείας του αυτοκινήτου ενόψει της πρόθεσής του να εισέλθει στην οδό ......

και της υποχρέωσής του προς τούτο (21 παρ. 2 ΚΟΚ). Επίσης δεν διευκρινίζεται το πλάτος των οδών και η ακριβής θέση των οχημάτων και ιδιαίτερα του ποδηλάτη πριν την αλλαγή του φωτεινού σηματοδότη σε πράσινο, αφού στην αρχή (πρώτη σελίδα του τρίτου φύλλου) δέχεται ότι αυτός επιχειρούσε υπέρβαση του αυτοκινήτου από δεξιά, ενώ στη συνέχεια (πρώτη σελίδα του τέταρτου φύλλου) δέχεται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί αυτόν, έστω και αν αυτός κατά τη στάση δεν βρισκόταν δεξιά του αυτοκινήτου αλλά βρισκόταν πίσω από αυτό.

Παράλληλα στη συνέχεια δέχεται ότι δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί τον ποδηλάτη λόγω της μεταβολής της θέσης του από την κίνηση, παραδοχή που έρχεται σε αντίφαση με την προηγούμενη. Επίσης ενώ στην αρχή της έκθεσης των περιστατικών δέχεται ότι ο ποδηλάτης υπέλαβε ότι το αυτοκίνητο θα ακολουθούσε ευθύγραμμη πορεία και εξηγεί ότι στην πλάνη αυτή συνετέλεσε η θέση του φορτηγού επί της οδού, στη συνέχεια κατά την απόδοση υπαιτιότητας και στον αναιρεσείοντα δέχεται ότι αυτός ανέλεγκτα επεχείρησε αντικανονική υπέρβαση του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου από δεξιά χωρίς να ενδιαφερθεί για το ότι είχε ήδη αυτό προδιαγεγραμμένη πορεία στροφής δεξιά και εξόδου του από την οδό ......, παραδοχές που είναι και αυτές αντιφατικές.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη γνώμη που μειοψήφησε ο ανωτέρω λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, καθ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση των άρθρων 16 παρ. 1 κι 5 και 17 παρ. 1.3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), καθώς και των διδαγμάτων κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας αφού δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η παραβίαση των διατάξεων και των διδαγμάτων κοινής πείρας τα οποία δεν καθορίζονται, αφετέρου δε διότι στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που δεν αποτελούν παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν ξεχωριστά (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση του Χ για αναίρεση της 435/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστικά δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για καθένα από αυτούς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ