Legislator Case Law & Legislation
295/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific factual allegations required by law to challenge substantive law violation.

Case Number 295/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a claim for moral damages. The appellant failed to clearly and comprehensively state the specific factual assumptions accepted by the lower court that formed the basis of its decision. Consequently, the court could not verify the correctness of the substantive law application or the final ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118 no. 4, 566 no. 1, 577 no. 3, 559 no. 19, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal for violation of substantive law must explicitly and fully state the specific factual assumptions accepted by the court of first instance to allow for the verification of the correctness of the decision's operative part.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure substantive law violation factual assumptions appeal admissibility moral damages legal reasoning procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 118 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 566 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 295 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 295/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ......., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Παπαδημητρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ Του αναιρεσιβλήτου : ........, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννης Ψωμάς.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.03.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 19/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 427/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 07.02.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 11.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 10/9-2-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 427/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 130/28-3-2000 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος από την αποδιδόμενη στον τελευταίο άδικη και υπαίτια πράξη, κατά μερική παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η 19/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν ο εναγόμενος με την 70/15-3-2001 έφεση και ο ενάγων με την 529/27-10-2004 αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε αρχικά η 131/2005 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και στη συνέχεια η 427/2006 οριστική αυτού απόφαση, με την οποία, μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της αντεφέσεως, την κατ' ουσίαν αποδοχή της εφέσεως και την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.

Ειδικότερα, από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στην παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του πραγματικά περιστατικά.

Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται ουσιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί σαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Με τον διατυπούμενο μοναδικό λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 362, 363 ΠΚ (ΚΠολΔ 559 αρ. 19). Ενώ όμως εκτίθεται στο αναιρετήριο το ιστορικό της υποθέσεως και οι απόψεις του αναιρεσείοντος για την έννοια των διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν και η καταληκτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά, οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Έτσι όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως από την άποψη της εκ πλαγίου παραβάσεως των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να αξιολογείται ως αόριστος και απαράδεκτος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 10/9-2-2007 αίτηση για αναίρεση της 427/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ