Legislator Case Law & Legislation
295/2007 AI generated

295/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 295/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 295 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 295/2007

Legislator headnote

AI generated

295/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 295 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 295/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 295 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 295/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μιχόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης : Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ENG ΕΤΑΙΡΙΑ Ε.Π.Ε", που εδρεύει στη Λεμεσό Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από το υποκατάστημα αυτής που εδρεύει στο Ν. Ψυχικό. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας .... και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής τον Γεώργιο Αλφαντάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 756/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1808/2002 του Εφετείου Αθηνών. Μετά από άσκηση αναιρέσεως εκδόθηκε η 902/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την 1808/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί εκ νέου από το ως άνω Εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 863/2004 απόφαση, με την οποία διέταξε στην επανάληψη της συζητήσεως και τέλος την 8326/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Μαρτίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 4 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, α)..... β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι σε περίπτωση αντικειμενικής σώρευσης περισσότερων αγωγών στο ίδιο δικόγραφο, ήτοι επί ενώσεως στο ίδιο δικόγραφο αγωγής περισσότερων αιτήσεων του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου (ΚΠολΔ 218 παρ. 1), δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αλλά μη τελειωτικών αποφάσεων, ήτοι εκείνων που δέχονται ή απορρίπτουν ένα αυτοτελές αίτημα και αναβάλλουν την οριστική εκδίκαση των άλλων αιτημάτων που εκκρεμούν στην ίδια διαδικασία, υπό την προϋπόθεση όμως της ύπαρξης συνάφειας ανάμεσα στην οριστικώς κριθείσα αίτηση και σε εκείνη που ακόμα είναι εκκρεμής, κατά τρόπο ώστε, από την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης να πηγάζει κίνδυνος εκδόσεως, ενδεχομένως, αντιφατικών αποφάσεων. Με το μέτρο αυτό, η αίτηση αναίρεσης κατά οριστικής αλλά μη τελειωτικής απόφασης είναι απαράδεκτη (και) όταν η οριστική απόφαση ως προς μία από τις σωρευμένες αγωγές είναι προδικαστικό ζήτημα για την απόφαση, ως προς την άλλη από τις σωρευμένες αγωγές, λ.χ. όταν με οριστική διάταξη έγινε δεκτή η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας μιας δικαιοπραξίας ή μιας διαδικαστικής πράξης και με άλλη διάταξη διατάχθηκαν αποδείξεις για τη σωρευμένη αγωγή αποζημιώσεως, η οποία ως αναγκαία προϋπόθεση έχει την αναγνώριση προηγουμένως της ακυρότητας. Αντιθέτως και κατά λογική ακολουθία, η αναιρετική αίτηση είναι παραδεκτή όταν με την οριστική απόφαση έγινε δεκτή μία από τις σωρευμένες αιτήσεις, η οποία όμως δεν έχει συνάφεια με τις άλλες αιτήσεις, για τις οποίες εκδόθηκε μη οριστική απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ, η παραίτηση κατά τα άρθρα 294 και 296 ΚΠολΔ γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Με τη διάταξη αυτή ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή (Ολ.ΑΠ 1187/81).

Συνεπώς, παραίτηση που γίνεται με κατάθεση απλώς του σχετικού δικογράφου στο δικαστήριο, χωρίς επίδοση τούτου στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, είναι ανίσχυρη και δεν συνεπάγεται έννομα αποτελέσματα. Εξάλλου, ναι μεν η αναγνώριση των επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, ως άκυρων ή ακυρώσιμων, δεν συγχωρείται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται ειδικώς το αντίθετο, να γίνεται με αυτοτελή αγωγή, αλλά πρέπει κατ΄αρχήν να γίνεται στο πλαίσιο της σχετικής δίκης, στην οποία αυτές συντελέστηκαν. Δεν αποκλείεται όμως η σώρευση αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας ή της ακύρωσης σε συναφή αγωγή, όταν οι συνέπειες της δικαστικής πράξης επηρεάζουν ή αποτελούν προϋπόθεση της παραδοχής της αγωγής. ΄Ετσι αν ο ενάγων, ο οποίος παραιτήθηκε από το δικαίωμα της αγωγής, και αμφισβητεί το κύρος της παραίτησης, δεν έχει δε εκδοθεί απόφαση που να καταργεί τη δίκη με βάση την παραίτηση αυτή, ασκήσει νέα αγωγή, δεδομένου ότι η παραίτηση δεν δημιουργεί δεδικασμένο, αλλά αποτελεί λόγο ουσιαστικής απόρριψης της μεταγενέστερης αγωγής, τότε είναι παραδεκτή η σώρευση στο δικόγραφο της τελευταίας και αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας ή του ανισχύρου της παραίτησης, η παραδοχή του οποίου αποτελεί προϋπόθεση της παραδοχής της αγωγής. Τέλος κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Τα νομικά ζητήματα, για τα οποία ομιλεί το άρθρο τούτο, μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, γεγονός που προκύπτει τόσο από την αδιάστικτη διατύπωση της διατάξεως, όσο και από το ότι η παραπομπή διατάσσεται επί αναιρέσεως, για παράβαση όχι μόνο του ουσιαστικού, αλλά, με τους κατ΄ ιδίαν λόγους αναιρέσεως που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ, και του δικονομικού δικαίου. Ιδρύεται δε ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολουθήσει, όσον αφορά το νομικό ζήτημα για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον ΄Αρειο Πάγο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα. Η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, με την από 6-4-1999 αγωγή της, εξέθετε ότι κατόπιν απειλών και εκβίασης των νόμιμων εκπροσώπων και υπαλλήλων της αναιρεσείουσας - εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, (που συνίσταντο στα αναλυτικά αναφερόμενα γεγονότα) σε βάρος του νόμιμου εκπροσώπου της, αναγκάστηκε, με το από 10-3-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, να προέλθει με αυτή (αναιρεσείουσα) στη συμβιβαστική επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς και να αποδεχθεί τον περιορισμό της ασφαλιστικής αποζημίωσής της στο ποσό των 150.000.000 δραχμών, παραιτηθείσα κάθε άλλης αξίωσής της που απέρρεε από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης καθώς και από τις αναφερόμενες στη συνέχεια αγωγή και αίτηση πτώχευσης, ότι την ίδια ημέρα με το από 10-3-1999 δικόγραφό της, που απηύθυνε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κατέθεσε στη γραμματεία του, παραιτήθηκε από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 2-11-1998 αγωγής της, με την οποία αξίωνε ασφαλιστική αποζημίωση 1.142.000.000 δραχμών, καθώς και από την από 11-2-1999 αίτησή της για την κήρυξη της αναιρεσείουσας σε κατάσταση πτώχευσης και ότι τόσο οι ως άνω δηλώσεις παραίτησης όσο και η σύμβαση συμβιβασμού εκτός από ακυρώσιμες, είναι και άκυρες ως αντίθετες προς τα χρηστά ήθη και καταπλεονεκτικές, για τους αναφερόμενους λόγους. Κατόπιν αυτών η αναιρεσίβλητη, επαναφέροντας (με την αγωγή) την προηγούμενη από 2-11-1998 αγωγή της, ζήτησε (α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα του από 10-3-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού εξώδικης επίλυσης της διαφοράς και των από 10-3-1999 δηλώσεων παραίτησης από τα δικόγραφα και τα δικαιώματα των από 2-11-1998 και 11-2-1999 αγωγής και αίτησης πτώχευσης, άλλως να ακυρωθούν και (β) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει, λόγω ασφαλιστικής αποζημίωσης, το ποσό των δραχμών 1. 142.000.000 και μετά από τον περιορισμό και τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος εν μέρει σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει 100.000.000 δραχμές και να αναγνωριστεί ότι της οφείλεται ποσό 892.000.000 δραχμών. Το Εφετείο Αθηνών, με την 1808/2002 απόφασή του απέρριψε την πιο πάνω από 6-4-1999 αγωγή, κατά το κεφάλαιό της με το οποίο επιδιώκονταν η αναγνώριση της ακυρότητας και η ακυρωσία της δήλωσης παραίτησης από το δικαίωμα της προηγούμενης και επαναφερόμενης αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη, με τη αιτιολογία ότι επρόκειτο για αμιγή διαδικαστική πράξη, μη δυνάμενη να προσβληθεί για λόγους από το ουσιαστικό δίκαιο. Όμως ο ΄Αρειος Πάγος, με την 902/2003 απόφασή του, κατόπιν ασκήσεως αντίστοιχης αίτησης αναίρεσης από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), κρίνοντας ότι στο από 6-4-1999 αγωγικό δικόγραφο σωρεύεται και αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της προηγούμενης αγωγής όχι μόνο για λόγους από το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά και για δικονομικούς λόγους (μη επίδοση του δικογράφου της παραίτησης στην εναγομένη και παραίτηση εξωδίκως με έγγραφη σύμβαση) και ότι το Εφετείο είχε αφήσει αδίκαστη τη σωρευόμενη αυτή, υπό την ως άνω βάση, αίτηση αναίρεσε την πιο πάνω 1808/2002 απόφαση του Εφετείου, το οποίο στη συνέχεια, ως δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο, κατ΄ άρθρο 580 αριθ. 4 ΚΠολΔ, μόνο ως προς το λυθέν νομικό ζήτημα, ότι στο από 6-4-1999 δικόγραφο σωρεύονταν και λόγος ακυρότητας των ως άνω παραιτήσεων από το δικονομικό δίκαιο, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 8326/2004 απόφασή του, αφού εξέτασε την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού, αναγνώρισε ως άκυρη την από 10-3-1999 δήλωση παραιτήσεως της ενάγουσας από το δικαίωμα της από 2-11-1998 αγωγής της, ενώ στη συνέχεια, με μη οριστική διάταξη της ίδιας απόφασης, έταξε αποδείξεις για τη σωρευθείσα στο ίδιο από 6-4-1999 δικόγραφο αγωγή αποζημιώσεως (λόγω της επέλευσης της συμφωνηθείσας ασφαλιστικής περίπτωσης). Κατά της πιο πάνω οριστικής διάταξης της 8326/2004 απόφασης η εναγομένη άσκησε την υπό κρίση από 7-3-2005 αίτηση αναίρεσης. Όμως, μεταξύ των δύο πιο πάνω αιτήσεων της αναιρεσίβλητης, που έχουν σωρευθεί στο ίδιο από 6-4-1999 αγωγικό δικόγραφο, υπάρχει συνάφεια, με την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αφού η προαναφερόμενη οριστική κρίση του Εφετείου, το οποίο, κατά τα προεκτιθέμενα, δεσμεύονταν, από την 902/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, μόνο ως προς το παραπάνω νομικό ζήτημα και όχι για την έγκυρη ή μη, κατά το άρθρο 297 ΚΠολΔ, παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα της από 2-11-1998 αγωγής της, είναι προδικαστικό ζήτημα για την απόφαση ως προς την επαναφερθείσα με το ίδιο από 6-4-1999 δικόγραφο (σωρευθείσα σ΄ αυτό) από 2-11-1998 αγωγή αποζημιώσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Μαρτίου 2005 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΓΑ", για αναίρεση της 8326/2004 απόφασης τους Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ