Legislator Case Law & Legislation
295/2006 AI generated

295/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 295/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

295/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 295 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 295/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Ι. Γ., το γένος Α. Μ., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δανάη Μπόλλα.

Του αναιρεσίβλητου Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καμηλάρη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 443/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 16 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 17/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.), σε περίπτωση που έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, πρέπει να καθορίζονται όχι μόνον η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, αλλά και να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 32/1996 και 27/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους 1ο και 3ο, μέρος α', λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να αναφέρονται, παρά μόνο αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, βάσει των οποίων έγινε δεκτή η ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσίβλητου και απορρίφθηκε η αγωγή διανομής της αναιρεσείουσας, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως οι λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αντιστοίχως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ.42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έντυπο Ε9, καθώς και τα ..., ... και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Βάμου Ευαγγελίας Μαυρομανωλάκη, που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών.

Ειδικότερα οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και η κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Ι. Γ., καθώς οι προσκομισθείσες από αυτήν ένορκες βεβαιώσεις ..., ... και ..., που δόθηκαν, η πρώτη ενώπιον του συμβολαιογράφου 'Αρτας Κωνσταντίνου Τσίκου και οι άλλες δύο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τρούσα, ρητώς μνημονεύονται στην απόφαση αυτή.

Από το γεγονός ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό της ελεύθερης κρίσης του, εξαίρει τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, συγκρίνοτας αυτές με τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, δεν γίνεται αδίστακτα βέβαιο ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε και τις καταθέσεις αυτές.

Επομένως οι 2ος και 3ος, μέρος γ', λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο 3ος λόγος της αναιρέσεως υπό στοιχείο β' από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι είναι συγκυρία των επιδίκων ακινήτων κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και ότι ουδέποτε ο ένας από τους δύο συγκυρίους έχει αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής νομής και κατοχής αυτών, διότι από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε αυτόν υπόψη και τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν ήταν συγκυρία των επιδίκων ακινήτων κατά την άσκηση της αγωγής και ότι ο εναγόμενος κατέστη κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 17/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ