Legislator Case Law & Legislation
294/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague and unsupported legal arguments regarding interest calculations.

Case Number 294/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the appellate court erred in calculating interest and failed to identify contradictions in its reasoning regarding the defendant's financial status. The court rejected these claims as the appeal was procedurally defective due to lack of specificity and substantively unfounded because it misidentified the legal basis for the interest awarded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the violated substantive law and the precise contradiction in the lower court's reasoning, otherwise it is inadmissible or baseless.

Keywords

AI generated
cassation appeal procedural defect interest calculation contradictory reasoning substantive law violation legal costs inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Civil Code
Article 74(15) of Law 4690/2020
Article 83(14) of Law 4790/2021

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 294 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 294/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Π., κατοίκου Ιερής Πόλης Μεσολογγίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστόφορο Παπαϊωάννου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Α., κατοίκου Μεσολογγίου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Μορφόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/3/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 63/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ.3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε αναληθή τον ισχυρισμό του ότι δάνεισε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 24.210 ευρώ, ότι η τελευταία δεν είχε ανάγκη δανεισμού, αφού στον λογαριασμό της υπήρχε υπόλοιπο 19.137,53 ευρώ και είχε οικονομική επιφάνεια.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αρθμ.1 ΚΠολΔ).

Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 120/2018).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 869/2017). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ακόλουθους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος:

α) Ότι αυτός κατέθετε τα ποσά που του ζητούσε η αναιρεσίβλητη, αλλά δεν έκανε έλεγχο εάν η ίδια πραγματοποιούσε ανάληψη αυτών, ώστε να καλύψει τις δήθεν υποχρεώσεις της επιχείρησης της μητέρας της, β) ότι η τακτική της αναιρεσίβλητης, να μην κάνει ανάληψη των ποσών που της κατέθετε υποδηλώνει ίσως και το ότι τον εκμεταλλευόταν, αφού του ζητούσε χρηματικά ποσά χωρίς δήθεν να τα έχει ανάγκη και γ) ότι ήταν πιθανόν η αναιρεσίβλητη να συμπλήρωνε μέρος του ποσού που υπολείπονταν για να καλύψει οικονομική της υποχρέωση με την κατάθεση που της έκανε αυτός και για το λόγο δεν έκανε ανάληψη όλου του ποσού, αλλά μόνο του μέρους που υπολείπονταν.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης ενώπιον των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα και ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου μέρους. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις δεν είναι απλώς άκυρες, αλλά ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα και δεν λαμβάνονται υπόψη.

Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τα έγγραφα, και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 184/2011). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν οι καταθέσεις μαρτύρων, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, έστω και χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε άλλη πολιτική ή ποινική δίκη, δεδομένου ότι αυτές, εφόσον δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων, στα οποία αυτές περιέχονται, το δε δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 868/2020, ΑΠ 1719/2017, ΑΠ 736/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε με επίκληση προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η επιταγή που εισέπραξε αφορούσε επιστροφή χρημάτων από την αναιρεσίβλητη σ' αυτόν και όχι δάνειο της αναιρεσίβλητης προς αυτόν και ειδικότερα:

α) τις με αριθμ. 356/2018, 38/2021, 696/2020 ένορκες βεβαιώσεις και β) το βιβλιάριο καταθέσεων της αναιρεσίβλητης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, μεταξύ άλλων, τις με αριθμό 356/2018 και 696/2020 ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Π.

και Ι. Τ., οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως της αναιρεσίβλητης. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων που ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Εφετείο, προκύπτει ότι προς υποστήριξη της εφέσεώς του επικαλέσθηκε και προσκόμισε μεταξύ άλλων την με αριθμό 38/20-1-2021 ένορκη βεβαίωση των Θ.

Π. και Μ. Γ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Μεσολογγίου, η οποία, όπως σ' αυτές αναφέρεται, χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό μέσο σε άλλη δίκη και συγκεκριμένα προς υποστήριξη της από 13.10.2020 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να μνημονεύσει ειδικά την ως άνω ένορκη βεβαίωση, καθώς η διαβεβαίωση της προσβαλλομένης, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, καλύπτει και αυτή, χωρίς μάλιστα να απαιτείται να αναφερθεί αν λήφθηκε υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, ή, αν αποτελούσε δικαστικό τεκμήριο.

Τέλος, από την υπάρχουσα στην απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τον ως άνω κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το βιβλιάριο καταθέσεων του υπ' αριθμ. 34328161 τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα η αναιρεσίβλητη, ενόψει και της ειδικής μνείας αυτού στην προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 38/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ319/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με αντιφατική αιτιολογία, ενώ δέχθηκε ότι η οικονομική δυσχέρεια δεν αποτελεί λόγο δανεισμού, στη συνέχεια έκρινε ότι ο ισχυρισμός του ότι δάνειζε την αναιρεσίβλητη δεν είναι βάσιμος γιατί η τελευταία είχε στον λογαριασμό της 33.188,49 ευρώ και δεν είχε ανάγκη δανεισμού.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πού εντοπίζεται η αντίφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 15 του νόμου 4690/2020 και 83 παρ. 14 του νόμου 4790/2021, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ο αναιρεσείων οφείλει τόκους από τότε που το δάνειο κατέστη ληξιπρόθεσμο, ήτοι από 23-5-2010, ενώ, αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ως άνω διατάξεις, έπρεπε να ορίσει τα χρονικά διαστήματα της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας, κατά τα οποία δεν έτρεχαν τόκοι επιδικίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο επιδίκασε τόκους από την επίδοση της ένδικης από 19-6-2018 αγωγής, κατ' άρθρο 346 ΑΚ (τόκους επιδικίας), ενώ αυτό επιδίκασε τόκους υπερημερίας από τις 23-5-2010, που ο αναιρεσείων κατέστη υπερήμερος ως προς την απόδοση του δανείου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-3-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ