294/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated294/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 65 § 1 του ίδιου νόμου (2121/1993), είναι σαφές, ότι ο δικαιούχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δικαιούται σε κάθε περίπτωση προσβολής να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Με την προσβολή δε, θα πρέπει να θίγεται το αντικείμενο του προστατευομένου δικαιώματος, δηλαδή το πρωτότυπο "έργο", όπως αυτό εκφράζεται με "ορισμένη μορφή" (άρθρο 2 § 1).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 294 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 294/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δημόπουλο. Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζύγου Γ. Σ., το γένος Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζουμπούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2733/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3903/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2018 αίτησή του και τους από 24-8-2020 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 28-12-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 24-8-2020 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία 3903/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, α) απέρριψε την από 5-1-2018 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 2733/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απέρριψε την από 20-4-2015 αγωγή του και β) δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την από 20-12-2017 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία στο σύνολο της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 KΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 KΠολΔ). Παραδεκτοί εξάλλου, είναι οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στην αναιρεσίβλητη. Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 KΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 KΠολΔ) Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 του ν. 2121/1993 "Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα" σε συνδυασμό προς εκείνες της επικυρωθείσας με το ν. 100/1975 Διεθνούς Συμβάσεως της Βέρνης (Παρισιού), συνάγονται τα εξής:
Το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από την πνευματική ιδιοκτησία, εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 § 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο. Η "πρωτοτυπία", η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από το νόμο είναι, κατά τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας, που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση, ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μία ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο "δημιουργικού ύφους" έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα, εκφράζοντας ταυτόχρονα και κάτι από την μοναδικότητα της προσωπικότητας του δημιουργού.
Το αν ένα πνευματικό δημιούργημα είναι και πρωτότυπο έργο ή όχι, αποτελεί πραγματικό ζήτημα, υποκείμενο σε απόδειξη, άρα κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας. Ο δικαιούχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας έχει (α) το αποκλειστικό δικαίωμα οικονομικής εκμετάλλευσης του έργου του, στο οποίο περιλαμβάνεται, κυρίως, η αναπαραγωγή του έργου και η παρουσίασή του στο κοινό (περιουσιακό δικαίωμα) και (β) το αποκλειστικό δικαίωμα προστασίας του προσωπικού του δεσμού με το έργο, το οποίο συνίσταται στην εξουσία του δημιουργού να αποφασίζει για τον τρόπο, χρόνο και τόπο δημοσίευσης του έργου και στην εξουσία να απαιτεί και υποχρεώνει κάθε τρίτο που χρησιμοποιεί το έργο του (ακόμα και αν έχει δώσει άδεια για τη χρήση αυτή) να αναγράφει το όνομά του ως δικαιούχου των πνευματικών δικαιωμάτων επί του έργου (ηθικό δικαίωμα).
Αναπαραγωγή ενός πνευματικού έργου, είναι η ενσωμάτωση του πνευματικού έργου σε σταθερά αντίτυπα καθ` οιονδήποτε τρόπο η οποία το καθιστά προσιτό στις αισθήσεις. Ειδικά, στο περιεχόμενο του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η εξουσία δημοσίευσης του έργου και η εξουσία αναγνώρισης της πατρότητας.
Ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 65 § 1 του ίδιου νόμου (2121/1993), είναι σαφές, ότι ο δικαιούχος δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας δικαιούται σε κάθε περίπτωση προσβολής να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Με την προσβολή δε, θα πρέπει να θίγεται το αντικείμενο του προστατευομένου δικαιώματος, δηλαδή το πρωτότυπο "έργο", όπως αυτό εκφράζεται με "ορισμένη μορφή" (άρθρο 2 § 1).
Ως προσβολή θεωρείται κάθε πράξη που επεμβαίνει στις εξουσίες (ηθικές και περιουσιακές), εφ' όσον η πράξη αυτή γίνεται χωρίς την άδεια του υποκειμένου της πνευματικής ιδιοκτησίας και δεν συντρέχουν λόγοι άρσης του παρανόμου (συναίνεση του δημιουργού, συμβατικός περιορισμός και- θεωρητικώς - άμυνα). Το εύρος του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος κρίνεται με βάση τα άρθρα 3, 4 και 6 του ν. 2121/1993.
Σημειώνεται ότι η απαρίθμηση των εξουσιών στα άρθρα 3 και 4 του ανωτέρω νόμου είναι ενδεικτική. Η προσβολή της πνευματικής ιδιοκτησίας υπάρχει στο ίδιο ακριβώς πεδίο, στο οποίο κινείται η αποκλειστική εκμετάλλευση του έργου, η κλασσική πάντως μορφή προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά και των συγγενικών δικαιωμάτων, είναι η επανάληψη ξένου έργου, είτε πρόκειται για πιστή αναπαραγωγή του, είτε για αναπαραγωγή του με αποκλίσεις και τροποποιήσεις (διασκευή).
Η καθ` οιονδήποτε τρόπο προσβολή του απολύτου και αποκλειστικού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας συνιστά πράξη παράνομη (ως ενέχουσα εναντίωση προς την αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου) και, εφ` όσον γίνεται υπαιτίως, από έναν ή και περισσότερους συνιστά αδικοπραξία που παρέχει στον τελευταίο αξίωση αποζημίωσης και ικανοποίησης της ηθικής του βλάβης (ΑΠ 484/2020, 415/2018, 1051/2015, 509/2015, 537/2010, 1493/2009, 963/2006, 20/2005, 124 8/2003).
Κατά το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 εδ.1 και 4 του αυτού, ως άνω νόμου, όποιος κατά τις συναλλαγές κάνει χρήση ονόματος κάποιου, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης ή κάποιου εντύπου, κατά τρόπο δυνάμενο να προκαλέσει, σύγχυση με το όνομα, την εμπορική επωνυμία ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα, το οποίο άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη χρήσης.
Ως ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός και η ιδιαίτερη διακόσμηση εμπορευμάτων, της συσκευασίας ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά στους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των όμοιων εμπορευμάτων άλλου προσώπου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι:
για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται πράξη που α) επιχειρείται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές εργασίες β) γίνεται προς τον σκοπό ανταγωνισμού και γ) αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου, που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και για την ύπαρξη του αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διασχηματισμού απαιτείται:
α) επικράτηση του διασχηματισμού στις συναλλαγές και β) δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση. Ο διασχηματισμός, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης (13 εδ.4) περιλαμβάνει τα εξωτερικά στοιχεία της διαμόρφωσης, κυρίως το χρώμα ή συνδυασμούς χρωμάτων, τη συσκευασία ή περικαλύμματα του εμπορεύματος και κάθε διακριτικό στοιχείο, το οποίο έχει επικρατήσει στις συναλλαγές ως γνώρισμα του εμπορεύματος, είναι δε ικανό να διακρίνει τούτο από άλλα όμοια ή ομοειδή εμπορεύματα άλλης προέλευσης.
Η αισθητική διαμόρφωση του εμπορεύματος, δηλαδή η επιλογή των εξωτερικών γνωρισμάτων αισθητικής φύσης, η οποία γίνεται τυχαία, χωρίς να εξυπηρετείται συγκεκριμένος σκοπός, εφόσον επιτελεί διακριτική λειτουργία, απολαμβάνει κατά κανόνα προστασίας ως διασχηματισμός. Περαιτέρω, κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει όταν, λόγω της ομοιότητας ή του παρεμφερούς των εξωτερικών διαμορφωτικών στοιχείων δύο εμπορευμάτων, πιθανολογείται ότι είναι δυνατόν να δημιουργηθεί παραπλάνηση του κοινού ως προς την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών από μία ορισμένη επιχείρηση ως προς την ταυτότητα των φορέων της επιχείρησης ή της επιχείρησης ως οικονομικής οντότητας ή ως προς την ύπαρξη της οικονομικής συνεργασίας ή οργανωτικής σχέσης μεταξύ των επιχειρήσεων.
Ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές, ενώ δεν απαιτείται η επέλευσή του, αλλά αρκεί η δυνατότητα να επέλθει, ούτε χρειάζεται να συντρέχει κίνδυνος παραπλάνησης της πλειονότητας των καταναλωτών αλλά αρκεί να υπάρχει η δυνατότητα για ένα όχι εντελώς ασήμαντο τμήμα απ' αυτούς, δηλαδή αρκεί η παραπλάνηση να έχει έκταση εμπορικά αξιόλογη ή αισθητή.
Πράξη προς σκοπό ανταγωνισμού είναι εκείνη που κατευθύνεται στη σύναψη πελατειακών σχέσεων και-κατ' αντικειμενική κρίση-μπορεί να επιφέρει επαύξηση ή διατήρηση της πελατείας εκείνου που τη διενεργεί ή τρίτου σε βάρος άλλων ανταγωνιστών. Εξάλλου, ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα σ' εκείνον που ενεργεί ανταγωνιστική πράξη και τους ανταγωνιστές του υπάρχει, όταν οι ανταγωνιζόμενοι απευθύνονται στον ίδιο ή σε συγγενείς κύκλους πελατών.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 1 και 13 Ν. 146/1914, θεμελιώνεται αξίωση του βλαπτόμενου κατά του παραβάτη προς άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ανεξάρτητα από το γεγονός της μη ρητής αναφοράς στην πρώτη αξίωση, αφού, κατά την αληθή έννοια του Ν. 146/1914, στην αξίωση για παράλειψη της προσβολής περιλαμβάνεται και η αξίωση προς άρση αυτής, ενώ δεν αποκλείεται και επιπλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δηλαδή όταν ο προσβάλλων ενεργεί με υπαιτιότητα και ιδίως με πρόθεση.
Η αξίωση προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δύναται να συρρέει με τις αξιώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 146/1914, όταν πληρούται το πραγματικό και αυτών των διατάξεων (ΑΠ 97/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 484/2020, ΑΠ 24/2015).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ,η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά ,στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών υφίσταται και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 1112/2018,ΑΠ 502/2018, ΑΠ 1233/2017, ΑΠ 255/2010). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του KΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του KΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του KΠολΔ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 484/2020, ΑΠ 415/2018, ΑΠ 2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (αρθρ.561 παρ. 2 KΠολΔ) δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: " Ο ενάγων και ήδη εκκαλών- εφεσίβλητος, Χ. Σ. διατηρεί στον ... και επί της οδού ... αριθ. … , από το έτος 1988, εργαστήριο κατασκευής έγχορδων λαϊκών μουσικών οργάνων, το μεγαλύτερο δε μέρος της δραστηριότητάς του αφορά την κατασκευή μπουζουκιών.
Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα- εφεσίβλητη, Π. Σ., το γένος Κ., διατηρεί και αυτή μαζί με το σύζυγό της, στα ... ..., άνω των τριάντα ετών, βιοτεχνία-εργαστήριο κατασκευής μουσικών οργάνων, συνεχίζοντας την παράδοση και την τέχνη που έμαθαν από τους γονείς τους, Α. Σ. και Α. Κ., ... μουσικούς και κατασκευαστές λαϊκών μουσικών οργάνων και θηκών, εκ των οποίων ο πρώτος είχε κατασκευαστήριο στην οδό ...
αρ…. από το έτος 1967 και ο δεύτερος στην ... από το έτος 1965. Σχετικά με τα μουσικά όργανα, με την κατασκευή ή μετά από ειδική τεχνοτροπία γίνεται και η διακόσμησή τους που είναι σχεδίαση και επικόλληση επάνω στο όργανο διαφόρων εικόνων, οι οποίες είτε κυκλοφόρησαν χρόνια στην αγορά και εμπεδώθηκαν στη συνείδηση των αγοραστών - καταναλωτών ως φιγούρες λαϊκές , όπως είναι το καράβι, ο σκόρπιός, ο γλάρος, η γυναίκα, η γοργόνα, εξωτικά πουλιά, το τζαμί και διάφορες εικόνες της ανατολής, είτε είναι εικόνες κλασικής τεχνοτροπίας και γεωμετρικά σχήματα του 18ου αιώνα, που κατά τη διάρκεια του χρόνου παρέμειναν ως εκφραστές εικόνων από χώρες από τις οποίες προέρχονταν τα όργανα αυτά.
Έτσι, στην αγορά μουσικών οργάνων, ο κάθε καταναλωτής που ήθελε να προμηθευτεί ένα μουσικό όργανο και παράγγελνε αυτό, συγχρόνως επέλεγε και τη σχεδίαση - φιγούρα, που τοποθετείτο επ' αυτού. Ειδικότερα, το μπουζούκι είναι πρωτίστως ένα μουσικό όργανο και, συνεπώς, η αγοραία αξία του συναρτάται κατ' αρχάς με την τεχνική αρτιότητά του ως τέτοιου (οργάνου).
Με την, ιδιαίτερη διακόσμηση, "φιγούρες", που φέρει ένα μπουζούκι στην ταστιέρα, ήτοι στον βραχίονά του, και στο καπάκι του, ήτοι στο μέρος που κλειδώνει το κυρτό αντηχείο και φέρει την χαρακτηριστική οπή επάνω από την οποία διέρχονται οι χορδές, γίνεται αισθητικά ωραιότερο, και αυτό συμβάλλει στον τελικό προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του.
Όπως αναφέρθηκε, και στα μπουζούκια, συνήθως η διακόσμηση αποτελείται είτε από γεωμετρικά σχέδια, ήτοι αφηρημένα γραμμικά - σχηματικά μοτίβα, είτε από αναπαραστατικά σχέδια (όπως άνθη, γυναικείες και μυθικές μορφές, πτηνά κ.α.). Ακολούθως αποδείχθηκε ότι το έτος 1996 ο ενάγων ανέθεσε στον εικαστικό-αρχιτέκτονα, Λ.
Α., τη δημιουργία εκατόν σαράντα (140) διακοσμητικών σχεδίων, ώστε να τα χρησιμοποιήσει για τη διακόσμηση των μπουζουκιών που κατασκεύαζε. Στο πλαίσιο της σύμβασης έργου αυτής ο ως άνω Λ. Α. δημιούργησε και παρέδωσε στον ενάγοντα τα εκατόν σαράντα (140) διακοσμητικά σχέδια, αντί αμοιβής 1.000.000 δραχμών, καταρτίστηκε δε το από 12 Απριλίου 1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο παράρτημα του οποίου έχουν επισυναφθεί τα πιο πάνω διακοσμητικά σχέδια, τα οποία έχουν ενσωματωθεί και στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, και στα οποία αποτυπώνονται περιπεπλεγμένες συνθέσεις γεωμετρικών σχημάτων, καθώς και αναπαραστάσεις ανθέων, γυναικός, γοργόνας, παγωνιού, μαργαριτών, καραβιού κ.ά. , σημειωτέον δε ότι αυτά δεν φέρουν την υπογραφή του άνω εικαστικού, αποδεικνύεται όμως η δημιουργία τους από αυτόν.
Στον όρο 5 του εν λόγω συμφωνητικού αναγράφεται επί λέξει: "5. Ειδικότερα, ο πρώτος των συμβαλλόμενων (Χ. Σ.) είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος της εμπορικής εκμεταλλεύσεως και παντοειδούς χρήσεως των σχεδίων αυτών, ο δε δεύτερος των συμβαλλομένων, ως πνευματικός δημιουργός αυτών, απεκδύεται κάθε σχετικό δικαίωμα επί των άνω σχεδίων το οποίο με το παρόν μεταβιβάζει στον πρώτο.
Ο δεύτερος συμβαλλόμενος πνευματικός δημιουργός μεταβιβάζει και παραχωρεί στον πρώτο συμβαλλόμενο όλα τα δικαιώματα και εξουσίες που απορρέουν από τον Ν. 2121/1993 όπως αυτός ισχύει η κάθε άλλη σχετική διάταξη. Ο πρώτος των συμβαλλόμενων ειδικώς αποκτά και ο δεύτερος παραχωρεί με την παρούσα ενδεικτικώς τα κάτωθι δικαιώματα : - την αποκλειστική εμπορική εκμετάλλευση των άνω σχεδίων, - την παντοειδή χρήση, αναπαραγωγή, ανατύπωση, αποτύπωση (αποτύπωση) επί παντός υλικού φορέως, ιδίως δε επί μουσικών οργάνων και σε κάθε διάσταση, απόχρωση και παραλλαγή, - το δικαίωμα διασκευής, προσαρμογής ή άλλων μετατροπών των σχεδίων, - το δικαίωμα της εκμισθώσεως και δημοσίου δανεισμού, - το δικαίωμα της παρουσίασης στο κοινό των σχεδίων, για λόγους ενημερώσεως ή και διαφημίσεως ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο επιλογής του πρώτου των συμβαλλόμενων με κάθε μέσο, ιδίως έντυπο η ηλεκτρονικό...", ενώ στον όρο 6 ορίζεται ότι "6.
Η διάρκεια της αποκλειστικής εμπορικής εκμεταλλεύσεως και χρήσεων από τον δικαιούχο των άνω σχεδίων ορίζεται με την παρούσα στα 30 έτη, αρχόμενη από σήμερα". Ο ενάγων, στις 23.11.2010, κατέθεσε στην συμβολαιογράφο …., Β.-Μ. Δ.-Β., επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού με τα 140 σχέδια που απαρτίζουν το παράρτημά του, συντάχθηκε δε η υπ' αριθ. ...
συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης, η οποία (κατάθεση) εξυπηρετεί αποκλειστικά αποδεικτικούς σκοπούς. Κάποια εκ των ανωτέρω σχεδίων έχει χρησιμοποιήσει ο ενάγων για τη διακόσμηση των κατασκευαζομένων από αυτόν μπουζουκιών, χωρίς τα σχέδια αυτά να τα έχει κατοχυρώσει ως βιομηχανικά σχέδια ή υποδείγματα.
Τον Σεπτέμβριο του έτους 2014, ο Ε. Τ., ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον ενάγοντα, επισκέφθηκε το εργαστήριο της εναγόμενης, προκειμένου να. αγοράσει "φιγούρες". Ο εν λόγω μάρτυρας (Ε. Τ.) καταθέτει στην προμνημονευόμενη ένορκη βεβαίωσή του καθώς και σ' αυτήν ( 3242/2015) που έδωσε στα πλαίσια των ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ άλλων, ότι η εναγόμενη του έδειξε τους καταλόγους της με σχέδια και φιγούρες προκειμένου να διαλέξει, ότι στα σχέδια που του έδειχνε περιλαμβάνονταν πολλά, αν όχι όλα, σχέδια του ενάγοντας, ότι για το λόγο αυτό επέλεξε μερικά σχέδια που αναγνώρισε ως ανήκοντα στον ενάγοντα και συγκεκριμένα τα υπ' αριθ. 13, 71, 72 και 100 που έχουν ενσωματωθεί στο δικόγραφο της αγωγής και ζήτησε από την εναγόμενη να τα κάνει "φιγούρες" και να τα αποστείλει ταχυδρομικώς στο ..., πράγμα το οποίο η εναγομένη έκανε, ότι εκείνος (μάρτυρας) έπραξε έτσι γιατί ήθελε να παραδώσει το υλικό αυτό στον ενάγοντα προκειμένου να προβεί στις νόμιμες ενέργειες, και ότι ενημέρωσε τελικά τον ενάγοντα από κοντά και αφού είχε πάρει στα χέρια του τις "φιγούρες", λίγο μετά την Πρωτοχρονιά του έτους 2015.
Ειδικότερα, με βάση τα ενσωματωμένα στην αγωγή σχέδια, στο με αριθμό 13 σχέδιο αποτυπώνεται ένα αφηρημένο γεωμετρικό μοτίβο, στα με αριθμούς 71 και 72 σχέδια αποτυπώνεται μια γυμνή, λεπτή γοργόνα, η ουρά της οποίας διακλαδίζεται αριστερά και δεξιά με συνέχεια καμπυλόγραμμων μοτίβων, τα χέρια της ανοικτά δεξιά και αριστερά κρατούν δύο κρίκους που αποτελούν την αρχή περίπλοκων γεωμετρικών αφηρημένων καμπυλόγραμμων μοτίβων που εκτείνονται δεξιά και αριστερά της, και το σε αριθμό 100 σχέδιο αναπαριστά δύο ομοειδή πτηνά, εκατέρωθεν ενός άνθους, ευρισκόμενου στη μέση του σχεδίου, τα οποία έχουν τα φτερά τους υψωμένα και τα κάτω άκρα τους ενωμένα με περιπεπλεγμένες αφηρημένες γεωμετρικές καμπυλόγραμμες συνθέσεις.
Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του διατείνεται ότι όλα τα ως άνω σχέδια (140) είναι πρωτότυπα, με δημιουργικό ύψος, ως εκ της μορφής, του ύφους και της τεχνοτροπίας τους, προερχόμενα από τον ίδιο ζωγράφο- δημιουργό, και ότι η εναγόμενη παρήγανε κατά δουλική απομίμηση και πωλούσε προς τρίτους στην αγορά, χωρίς την άδειά του, είτε τα σχέδιά του καθ' εαυτό, είτε έτοιμα ένθετα αυτών σε διάφορα υλικά έτοιμα για τοποθέτηση ("φιγούρες").
Σχετικά με την πρωτοτυπία των εν λόγω διακοσμητικών σχεδίων ο προαναφερόμενος Λ. Α. στην 279/2016 ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει επί λέξει τα εξής: "...Τα σχέδια ήταν πρωτότυπα γιατί τα περισσότερα συνιστούσαν μοναδικές διαπλοκές συνθέσεις γεωμετρικών σχημάτων, συνθέσεις που μέχρι τότε δεν είχαν χρησιμοποιηθεί από άλλους.
Εξάλλου τόσο σε αυτές τις διαπλοκές συνθέσεις όσο και σε όσα μοτίβα μπορεί να έχουν χρησιμοποιηθεί και από άλλους στα μπουζούκια (όπως λόγου χάρη γοργόνες, παγώνι, μαργαρίτες, καράβι κ.λπ) πρωτοτυπία συνίστατο περαιτέρω στον πιο λεπτό, μικρογραφικό σχεδίασμά τους, που έγινε ακριβώς για να ενισχυθεί το λεπτό, το "δαντελωτό" της διακόσμησης σε σχέση με τα πιο αδρά χαρακτηριστικά άλλων αποδόσεων άλλων σχεδιαστών/κατασκευαστών...", ενώ και η μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντοπίζει την πρωτοτυπία των επίμαχων διακοσμητικών σχεδίων, όχι στη θεματολογία τους, αλλά στην τεχνοτροπία τους στο ότι οι γραμμές είναι πάρα πολύ λεπτές "δαντελωτές" με μια άλλη, δική τους σύλληψη, όπως και στο "δαντελωτό" και την τεχνοτροπία των γραμμών, των ρόμβων και των καμπυλών.
Ωστόσο, από όλα τα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι τα επίμαχα 140 διακοσμητικά δεν παρουσιάζουν καμία πρωτοτυπία με την έννοια της στατιστικής μοναδικότητας, κατά τα προαναφερθέντα στην μείζονα σκέψη, ούτε ως σύνολο το καθένα σχέδιο ούτε σε επί μέρους τμήματά του, ούτε στα θέματα, ούτε στη σύλληψη ή στην αποτύπωσή του, μοτίβα που έχουν χρησιμοποιηθεί και από άλλους σχεδιαστές/κατασκευ-αστές στα μουσικά αυτά όργανα, (μπουζούκια).
Επίσης και η μορφή την οποία έδωσε ο ανωτέρω Λ. Α. στα εν λόγιο σχέδια, όπως τη χαρακτηρίζει λεπτή, μικρογραφική, "δαντελωτή", δεν παρουσιάζει καμία πρωτοτυπία με την έννοια της στατιστικής μοναδικότητας, όπως αυτή αναλύεται στη μείζονα σκέψη. Τούτο διότι η μορφή αυτή και δη η λεπτή, μικρογραφική σχεδίαση σε γεωμετρικές, αφηρημένες και περιπεπλεγμένες συνθέσεις ήταν ήδη γνωστή από τον 18° αιώνα [βλ.
σχετικά το προσκομιζόμενο από την εναγόμενη βιβλίο με τον τίτλο ...] και είχε χρησιμοποιηθεί ήδη πριν από πολλά χρόνια (προ του 1996 ) για την κατασκευή "φιγουρών" στα μπουζούκια [βλ.. επίσης προσκομιζόμενα από την εναγόμενη σχέδια].
Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο σχεδίασε ο Λ. Α. τα παραπάνω σχέδια και η μορφή που έδωσε σ' αυτά, τους προσδίδουν ιδιαίτερη ατομικότητα και ότι ακόμη η προσωπική συμβολή του είναι τέτοια, ώστε, κάτω από τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο, είτε ένα ελάχιστο όριο δημιουργικού ύψους κάποια δηλαδή απόσταση από τα ήδη γνωστά ή αυτονόητα, όπως ανωτέρω αναφέρονται.
Έτσι, τα παραπάνω στοιχεία, με μοναδικό σημείο αναφοράς τη λεπτή , μικρογραφική, "δαντελωτή" μορφή και τις συνθέσεις των περίπλοκων γεωμετρικών σχημάτων, που επικαλείται ο ενάγων και αναφέρει παραπάνω ο μάρτυρας Λ. Α., δεν καθιστούν τα επίμαχα σχέδια πρωτότυπα και μοναδικά, με την έννοια του Ν 2121/1993, δηλαδή, δεν τα καθιστούν "διαφορετικά" από άλλα προηγούμενα παρεμφερή, ούτε παρουσιάζουν αυτά μία ατομική ιδιομορφία, ανεξάρτητα αν καταβλήθηκε από αυτόν ιδιαίτερη επιμέλεια και απαιτήθηκε χρόνος για τη σχεδίασή τους, αφού αποδείχθηκε, κατά τα εκτεθέντα, ότι τέτοια και παρεμφερή σχέδια, ως προς τη μορφή και το σχεδιασμό, κυκλοφορούν στο εμπόριο και χρησιμοποιούνται και από άλλους κατασκευαστές μπουζουκιών.
Επιπρόσθετα, ανεξάρτητα από την ως άνω έλλειψη της απαιτούμενης από το νόμο, για την προστασία τους, πρωτοτυπίας, δεν αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη έχει αναπαραγάγει ή αντιγράψει κατά δουλική απομίμηση ή κατά τα ουσιώδη μέρη του κάποιο από τα επίμαχα 140 σχέδια που περιλαμβάνονται στην αγωγή, τόσο σε δισδιάστατη μορφή (ως σχέδια), όσο και σε τρισδιάστατη με την κατασκευή φιγουρών.
Σχετικά ο μάρτυρας, Ε. Τ., αναφέρεται αόριστα και γενικά ότι στους καταλόγους της εναγόμενης "...περιλαμβάνονταν πολλά, αν όχι όλα, τα σχέδια του Χ. Σ....", χωρίς όμως να εξειδικεύει ποιά από αυτά είδε και να περιγράφει τη μορφή των σχεδίων που είδε στους καταλόγους της εναγόμενης ώστε να μπορούν να συγκριθούν με αυτά της αγωγής, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του υποκειμενικού στοιχείου που υπεισέρχεται στην άποψη που εκφράζει κάθε άτομο για ένα έργο.
Επίσης, η μάρτυρας που κατέθεσε με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν έχει ιδία αντίληψη των σχεδίων που περιλαμβάνονται στους καταλόγους της εναγόμενης, η οποία (εναγόμενη), ας σημειωθεί , όπως κατέθεσε ο μάρτυράς της, έχει χιλιάδες σχέδια από την πολυετή ενασχόλησή της με αυτή τη δραστηριότητα, η δε γνώση της μάρτυρος προέρχεται από τον ενάγοντα και προσδιορίζει τα σχέδια που έχουν αντιγραφεί σε πάνω από 20 χωρίς επίσης ιδιαίτερη περιγραφή.
Άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έχει χρησιμοποιήσει για τη διακόσμηση των μπουζουκιών που κατασκευάζει και τα 140 επίμαχα σχέδια ή κάποια από αυτά (και ποιά ;) ώστε να περιέλθουν σε γνώση της εναγόμενης για να δυνηθεί να τα αντιγράψει, ούτε αποδείχθηκε ότι έχουν περιέλθει κατ' άλλον τρόπο σε γνώση αυτής.
Πέραν των ανωτέρω και ειδικότερα ως προς τα με αριθμούς 13, 71, 72 και 100 προπεριγραφέντα σχέδια, ο μάρτυρας, Ε. Τ., σύμφωνα με την κατάθεσή του, ζήτησε από την εναγόμενη και εκείνη του κατασκεύασε "φιγούρες" και του τις απέστειλε ταχυδρομικώς στο ... γιατί ήθελε να παραδώσει το υλικό αυτό στον ενάγοντα και ότι συνάντησε τον τελευταίο λίγο μετά την Πρωτοχρονιά του έτους 2015 και αφού είχε πάρει στα χέρια του τις "φιγούρες".
Πλην όμως, ο ενάγων, ο οποίος φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, ότι δηλαδή η εναγόμενη έχει αναπαραγάγει κατά δουλική απομίμηση ή κατά τα ουσιώδη μέρη τους τα εν λόγω σχέδια, δεν προσκόμισε τις εν λόγω "φιγούρες", ώστε το Δικαστήριο να διαπιστώσει με δική του αντίληψη, μετά από αντιπαραβολή τους, την ομοιότητα αυτών με τα ενσωματωμένα στην αγωγή σχέδια, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για το αμφισβητούμενο αυτό περιστατικό, ενόψει και της ως άνω αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων για το ίδιο θέμα.
Στο σημείο τούτο πρέπει να γίνει μνεία ότι ο ενάγων άσκησε κατά της εναγομένης την από 10.3.2015 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη (εκεί καθ' ης) να παύσει προσωρινά να χρησιμοποιεί και να εμπορεύεται τα ως άνω 140 διακοσμητικά σχέδια.
Επ' αυτής, εκδόθηκε η 808/2016 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τα δεδομένα αυτά δεν υφίσταται πρωτοτυπία και μοναδικότητα με την έννοια του Ν 2121/1993 των σχεδίων του ενάγοντος, αλλά ούτε αποδείχθηκε και δουλική αντιγραφή τους ή κατά τα ουσιώδη μέρη τους εκ μέρους της εναγόμενης, με συνέπεια να μην υφίσταται παραβίαση των διατάξεων περί πνευματικής ιδιοκτησίας εκ μέρους της εναγόμενης- εκκαλούσας- εφεσίβλητης". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1 του ν. 2121/1993 και 1 του ν. 146/1914, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ` αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού..
Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα ένδικα 140 σχέδια, μεταξύ των οποίων και τα με αριθμούς 13, 71, 72 και 100, ως προς τα οποία είχε γίνει πρωτοδίκως δεκτή εν μέρει η αγωγή, τα οποία δημιούργησε ο Λ. Α., δεν χαρακτηρίζονται, κατά τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης, από πρωτοτυπία, με την έννοια της στατιστικής μοναδικότητας και ο τρόπος που σχεδιάστηκαν από το δημιουργό τους και η μορφή που έδωσε, δεν τους προσδίδουν ιδιαίτερη ατομικότητα, ώστε να αποτελούν αντικείμενο προστασίας του ανωτέρω νόμου.
Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του ν. 2121/1993 και εντεύθεν της διατάξεως του άρθρου 1 του ν. 146/1914, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό αυτών, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, με σαφήνεια και επάρκεια, ότι τα ένδικα σχέδια, που δεν είναι κατοχυρωμένα ως βιομηχανικά σχέδια ή υποδείγματα, ενόψει των χαρακτηριστικών τους, που εκτίθενται αναλυτικά στη γενομένη περιγραφή τους, δεν χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία, με την έννοια της στατιστικής μοναδικότητας, που τα διακρίνει από άλλα παρόμοια, με συνέπεια ο αναιρεσείων, να μην απολαμβάνει της έννομης προστασίας του ηθικού και περιουσιακού δικαιώματος επ' αυτών.
Επί πλέον, με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν συγκροτούν αθέμιτη συμπεριφορά της εναγομένης-αναιρεσίβλητης (άρθρο 1 του ν 146/1914 σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 επ.
ΑΚ), συνισταμένη στην εκ μέρους της, ανεξαρτήτως της έλλειψης πρωτοτυπίας των ως άνω σχεδίων, αναπαραγωγή ή αντιγραφή κατά δουλική απομίμηση ή κατά τα ουσιώδη μέρη αυτών σε δισδιάστατη ή τρισδιάστατη μορφή. Η περαιτέρω δε σκέψη του Εφετείου, που διατυπώνεται στη σελίδα 29 αυτής, σχετικά με τα με αριθμούς 13, 71, 72 και 100 σχέδια, δεν είναι ενδοιαστική, αλλά διατυπώθηκε πλεοναστικώς κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του προς στήριξη της κύριας αιτιολογίας, η οποία, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, είναι σαφής και πλήρης, ως προς το σύνολο των επιδίκων σχεδίων.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 KΠολΔ, με την αιτίαση α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 2121/1993 δεχθέν ότι τα επίδικα σχέδια στερούνται πρωτοτυπίας, ενώ όφειλε, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα υπ' αυτού, ως αποδεδειγμένα, να δεχθεί ότι υφίσταται πρωτοτυπία των σχεδίων αυτών και να του παράσχει, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δικαστική προστασία και β) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της πρωτοτυπίας των επιδίκων σχεδίων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς επίσης και ως προς το ζήτημα της, δια της χρήσεως αυτών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, διάπραξης αθέμιτου ανταγωνισμού, είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης.
Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996). Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/2010).
Περαιτέρω ο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά τα ήδη προεκτεθέντα (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).
Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1586/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και ενώ κράτησε και δίκασε την αγωγή του, την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεν ερεύνησε, ως όφειλε την πρώτη επικουρική βάση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 146/1914 αλλά και τη δεύτερη επικουρική βάση, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετ' αποδοχή της έφεσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ως βάσιμης κατ' ουσία, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσία κατά την κυρία βάση της, χωρίς να ερευνήσει τις ως άνω δύο επικουρικές βάσεις αυτής, τις οποίες είχε απορρίψει το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ενόψει ότι, από τον εκκαλούντα-αναιρεσείοντα δεν είχε προβληθεί σχετικός λόγος εφέσεως ώστε τα κεφάλαια αυτά να αχθούν ενώπιον του Εφετείου και συνεπώς, ως προς τα κεφάλαια αυτά, η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, αληθώς από τον αριθμό 9 (και όχι τον αριθμό 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε τις προαναφερόμενες δυο επικουρικές βάσεις, αφήνοντας αδίκαστες τις αιτήσεις του αυτές, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατ` ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι από 24-8-2020 πρόσθετοι αυτής λόγοι και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2018 αίτηση αναιρέσεως του Χ. Σ. του Γ. και τους από 24-8-2020 προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση της υπ` αριθμ. 3903/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ