294/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated294/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 294 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 294/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαρμαρινό με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Κουρούδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6355/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1553/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/4/2015 αίτησή της και τους από 9/12/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 29/12/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς την αναιρεσίβλητη επιδοθέντες, από 9-12-15, προσθέτους λόγους (ΟλΑΠ 33/1996), ζητείται η αναίρεση, για τους διαλαμβανομένους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους, της 1553/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008) και ειδικότερα πλήν άλλων, οι λόγοι εφέσεως (ΑΠ 845/2011) καθώς και οι λόγοι ανακοπής κατά δ/γης πληρωμής (ΑΠ 448/2006) και της εκτέλεσης (ΑΠ 728/11).
Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν, υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/20087 ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρθ.8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της ενδίκου ανακοπής της περί ακυρότητας της προσβαλλομένης δ/γης πληρωμής, απορρέουσας από την μη έγκυρη έκδοση των επιδίκων επιταγών (με βάση τις οποίες εκδόθηκε αυτή) με μόνη την υπογραφή αυτών (στη θέση του εκδότη) από τον ένα αντί και τους δύο διαχειριστές της κατά τη σχετική πρόβλεψη του καταστατικού της.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της ένδικης ανακοπής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα (ανακόπτουσα) ζήτησε μ’ αυτήν την ακύρωση της 5752/2010 δ/γης πληρωμής του Δικαστή του Μον/λους Πρωτ. Θεσσαλονίκης επικαλουμένη, προς θεμελίωση του αφορώντος στην προβαλλομένη ως άνω αιτίαση σχετικού λόγου, ότι "Ουδόλως οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την εταιρεία μας σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε" και το διακριτικό τίτλο "...", καθώς δεν έχουν τεθεί στις ένδικες επιταγές οι υπογραφές αμφοτέρων των διαχειριστών της εταιρείας μας κάτω από την σφραγίδα της εταιρικής επωνυμίας, στη θέση του εκδότη...
Με την παρούσα μας δηλώνουμε ότι ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΥΠΟΓΡΑΨΑΜΕ ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της εταιρίας τις ένδικες επιταγές, ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΤΕΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΑΣ ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ ΠΟΥ εμφανίζονται στις ανωτέρω, ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΔΟΘΗΚΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ Ή ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΣΕ ΕΤΕΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, αλλά προφανώς οι ανωτέρω υπογραφές ετέθησαν χωρίς τη δική μας βούληση, έγκριση ή συναίνεση, γεγονός άλλωστε το οποίο δύναται ευκόλως να αποδειχθεί τόσο με γυμνό οφθαλμό αλλά και με γραφολογική πραγματογνωμοσύνη." Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία δέχθηκε τα παρακάτω, αναφορικά με τον ως άνω προβαλλόμενο λόγο αυτής (ανακοπής) "Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής η (αναιρεσείουσα) ανακόπτουσα ισχυρίζεται, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της ότι η ανακοπτόμενη δ/γη πληρωμής (5752/2010 του Δικαστή- του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης)εκδόθηκε με βάση α) τη με αριθμό ...
τραπεζική επιταγή της ... ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., ποσού 20.000 ευρώ, την οποία εξέδωσε αυτή (ανακόπτουσα) στις 22-11-2009, σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "..." και β) τη με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας ... BANK, ποσού 20.000 ευρώ, την οποία εξέδωσε στις 23-11-2009 η ίδια, σε διαταγή της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "..." ....Από τα δια της ενδίκου όμως ανακοπής, ως άνω εκτιθέμενα, προς θεμελίωση του προβαλλομένου λόγου αυτής, πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό και με το αίτημα για διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, επιστηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής δεν αφορά την εγκυρότητα της ανάληψης υποχρέωσης, δεσμεύοντας αντίστοιχα την ανακόπτουσα με μόνη την υπογραφή του ενός των διαχειριστών, αλλά αφορά τη γνησιότητα ή μη της τεθείσας υπογραφής.
Το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ότι η ανακόπτουσα προβάλλει επιπροσθέτως ως λόγο ανακοπής και το ότι δεν δεσμεύεται η εταιρία, εφόσον στη θέση του εκδότη δεν υπάρχει υπογραφή αμφοτέρων των εταίρων - διαχειριστών, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός κατ’ αρχάς προϋποθέτει ότι είναι γνήσια η υπογραφή του ενός των εταίρων - διαχειριστών, οπότε είναι αντιφατικός με τον λόγο της ανακοπής που αφορά την άρνηση της γνησιότητας της υπογραφής αυτού" Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στην επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια (αρθ.559αρ.8 ΚΠολΔ), της μη λήψεως, δηλαδή, υπόψη πραγμάτων προταθέντων και εχόντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι, αυτή έλαβε υπόψη τα από την αναιρεσείουσα επικληθέντα προς θεμελίωση του προβαλλομένου λόγου ακυρότητας της ανακοπτομένης δ/γης πληρωμής πραγματικά περιστατικά, πλην όμως έκρινε ότι με την επίκληση αυτών, συνολικώς εκτιμωμένων, προβάλλεται η ακυρότητα της τελευταίας, ως συνέπεια της άκυρου εκδόσεως των επιδίκων τραπεζικών επιταγών (με βάση τις οποίες εκδόθηκε αυτή), απορρέουσα, όμως, από το γεγονός ότι η υπό την εταιρική επωνυμία στη θέση του εκδότη τεθείσα υπογραφή δεν ανήκει σε κανένα από τους διαχειριστές της, με βάση τη διαλαμβανομένη στην ανακοπή σχετική επίκληση "προφανώς η υπογραφή αυτή τέθηκε χωρίς τη δική μας βούληση, έγκριση ή συναίνεση καθόσον εμείς ουδέποτε υπογράψαμε, ούτε δώσαμε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση προς υπογραφή σε έτερο πρόσωπο" (άρνηση γνησιότητας) και όχι από το ότι η έκδοση των επιδίκων τραπεζικών επιταγών έγινε με μόνη την υπογραφή ενός αντί και των δύο διαχειριστών της, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αφού η προβαλλόμενη με την ανακοπή ανυπαρξία υπογραφής των επιδίκων τραπεζικών επιταγών από κάποιο από τους διαχειριστές της καθιστά ανεπίτρεπτη, ως αντιφατική, την, χωρίς άλλωστε επικουρική επίκληση προβαλλόμενη, θεμελίωση της επικαλούμενης ακυρότητας στο γεγονός της μη εγκύρου εκδόσεως αυτών με μόνη την υπογραφή ενός αντί και των δύο διαχειριστών της, η οποία (θεμελίωση) προϋποθέτει την ύπαρξη και γνησιότητα της τεθείσας υπογραφής (ενός εκ των διαχειριστών), γεγονός όμως το οποίο ρητώς αρνείται η ανκυρεσείουσα - ανακόπτουσα.
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικός της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. (ΑΠ 1153/2010, ΑΠ 812/2011).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης για τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις μεταξύ του ιστορικού και του αιτιολογικού μέρους αυτής αναφορικά με την προβαλλομένη με τον πρώτο λόγο της ενδίκου ανακοπής ακυρότητα της προσβ/νης διαταγής πληρωμής, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Τούτο, διότι η επικαλούμενη αντίφαση υφίσταται μεταξύ διατάξεων του ιστορικού και του αιτιολογικού μέρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να θεμελιώσει την προβαλλομένη ως άνω αιτίαση, αλλά ούτε την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υπό την μορφή της υπάρξεως αντιφατικών και ελλιπών αιτιολογιών στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, απορρέουσα πλημμέλεια, αφού η επικαλουμένη αντίφαση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητά της, αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα της καταθέσεως του μάρτυρα Ν. Κ., καθώς και στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί απ’ αυτές, η οποία όμως, δεν μπορεί να θεμελιώσει την, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή της εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τους τρίτο και τέταρτο προσθέτους λόγους, προβαλλομένη αιτίαση (ΟλΑΠ 1/99, ΑΠ148/08).
Από το συνδυασμό των διατάξεων 217 παρ.1 και 2 ΑΚ, 1, 11 και 16 ν.5960/33 "Περί επιταγής" προκύπτει ότι, για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρεώσεως από επιταγή απαιτείται έγγραφη δήλωση βουλήσεως επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο, η δε πληρεξουσιότητα για την ανάληψη σχετικής υποχρέωσης πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο, τουλάχιστον ιδιωτικό έγγραφο, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του εγγράφου του τίτλου της επιταγής, μη αρκούσης όμως προς τούτο της σιωπηρής πληρεξουσιότητας (Ολ.ΑΠ 19/2013).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 217 παρ.2 ΑΚ, 1, 6 και 11 v.5960/33, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον περί ακυρότητας της ανακοπτόμενης δ/γης πληρωμής σχετικό λόγο της ανακοπής της δεχθείσα την εγκυρότητα της εκδόσεως των επίδικων Τραπεζικών επιταγών με την υπογραφή ενός εκ των διαχειριστών της κατά σιωπηρή και όχι έγγραφη, όπως απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις, εξουσιοδότηση του ετέρου διαχειριστού της.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη στην απόρριψη του περί ακυρότητας λόγου της ανακοπής με την αναφερόμενη για τη θεμελίωση της προβαλλομένης αιτιάσεως ως άνω αιτιολογία, ενώ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, η απόρριψη εγένετο με την παραδοχή ότι "η υφιστάμενη στη θέση του εκδότη υπογραφή είναι γνήσια" και τη συνακόλουθη ουσιαστική αβασιμότητα της ενστάσεως της ανακόπτουσας περί αμφισβητήσεως της γνησιότητας της υπογραφής του φερομένου, ως υπογράψαντος διαχειριστή της, στην οποία και μόνο έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση ότι θεμελιώνεται ο προβαλλόμενος από την ανακόπτουσα λόγος ακυρότητας, όπως ειδικότερα αναφέρθηκε παραπάνω κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αναιρέσεως.
Εντεύθεν, το Εφετείο δεν υπέπεσε ούτε στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να μη κηρύξει ακυρότητα της προσβαλλόμενης δ/γής πληρωμής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με την αίτηση αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος της (στοιχ. Ε2).
Από το συνδυασμό των άρθρων 99 έως 106 του Ν.3588/2007 προκύπτει ότι παρόλο που η, από τις εν λόγω διατάξεις ρυθμιζόμενη, διαδικασία συνδιαλλαγής αποτελεί συλλογική συναινετική διαδικασία, που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας, εντούτοις προβλέπεται επανειλημμένη παρέμβαση σ’ αυτήν του Δικαστηρίου, εκδηλούμενη, πλην άλλων, και δια της εκδόσεως στο πλαίσιο αυτής τριών αποφάσεων δυνάμει των οποίων ρυθμίζεται η εν λόγω διαδικασία και ειδικότερα της πρώτης (1η) που επιτρέπει το άνοιγμα της διαδικασίας (100 ΠτΚ) της δεύτερης (2η) που επικυρώνει ή μη την συμφωνία, που τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών, που έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (101 παρ. 1 ΠτΚ) και της τρίτης (3η) που διατάσσει τη λύση της συμφωνίας, λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της (105 ΠτΚ).
Με την πρώτη απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο, μπορεί, κατ’ άρθρο 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠτΚ. να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο, για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν β)να ορίσει μεσεγγυούχο και γ)να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, η οποία ταυτίζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 ν.9588/2007 αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά του πτωχού.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 25 ν.3588/2007 "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2.
Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Κατ’ ακολουθίαν αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, η κήρυξη της πτώχευσης αλλά και η ένταξη του οφειλέτου στη διαδικασία συνδιαλλαγής, συνεπάγονται τις ακόλουθες έννομες συνέπειες: Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών κηρύσσεται απαράδεκτη.
Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής η αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του πτωχού ή του ...
στη διαδικασία της συνδιαλλαγής οφείλεται ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται. Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών επί εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Γίνεται όμως δεκτό ότι η κατά τα άνω αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών κατά του πτωχεύσαντος ή του τεθέντος στη διαδικασία της συνδιαλλαγής οφειλέτου δεν εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής, ούτε την άσκηση διαπλαστικών δικαιωμάτων (καταγγελία, υπαναχώρηση επίσχεση) ούτε τέλος τη διεξαγωγή δικών επί υποθέσεων εκδικαζομένων κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου με βάση την ΚΠολΔ 559 παρ.1 (ΑΠ 822/2015) Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 § 2 και 700 § 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το Δικαστή στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι ληπτέα αμέσως, προς εξασφάλιση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, μέχρι την έκδοση της απόφασης, δεν είναι δικαστική απόφαση αλλά εκτελεστή πράξη της δικαστικής αρχής (Ολ.ΑΠ 4/2004) και επομένως δεσμευτική με την έννοια ότι πράξεις που είναι αντίθετες με το περιεχόμενό της, στερούνται νομιμότητας.
Αν δε το μέτρο που ορίσθηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάσθηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διαθέσεως πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της διαταγής διάθεση [εκποίηση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και υποθήκη) πλήττεται με ακυρότητα, όχι εκ του άρθρου 175 του ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθ. 691 § 2 και 700 § 3 του ΚΠολΔ), δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά εκ του άρθρου 176 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 § 2 του ΚΠολΔ, κατ’ αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει (χωρίς και να είναι) η προσωρινή διαταγή (ΑΠ 866/2004).
Με τον τρίτο, κύριο και πρώτο πρόσθετο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ή, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 10, 25, 99 και 100 ΠτΚ (ν.3588/2007) 691, 700 ΚΠολΔ η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, ως νη νόμιμο, το σχετικό λόγο της ασκηθείσας απ’ αυτήν ανακοπής κατά της εκδοθείσας σε βάρος της από την αναιρεσίβλητη υπ’ αριθμ.5752/2010 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μον/λους Πρωτ. Θεσσαλονίκης με τον οποίο προβλήθηκε η ακυρότητα αυτής ως εκδοθείσας παρά την διαταχθείσα με την από 19.11.2009 προσωρινή διαταγή του Πολ.Πρωτ.Αθηνών Δράμας αλλά και την 70/2010 απόφαση του τελευταίου, αναστολή λόγω ένταξής της στη διαδικασία της συνδιαλλαγής, των ατομικών διώξεων των πιστωτών και κάθε πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της (αναιρεσείουσα) η οποία, κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, καθιστούσε απαγορευτική την έκδοσή της. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν παρεμποδίζεται από την κατά τα άνω επικαλούμενη ως διαταχθείσα με την προσωρινή διαταγή αλλά και με την σχετική απόφαση αναστολή των κατ’ αυτής ατομικών διώξεων των πιστωτών λόγω ένταξής της στη διαδικασία της συνδιαλλαγής.
Περαιτέρω, ενόψει της από την προσβαλλομένη απόφαση απορρίψεως - ως μη νομίμου (νομικά αβασίμου) του κατά τα άνω λόγου της ανακοπής - απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κρίνεται ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται (από τον αναιρεσείοντα) η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκλησή της εκ πλαγίου παραβάσεως των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων, αφού ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, διαλαμβάνουσα κατάρτιση ελάσσονος προτάσεως αναφερομένη στην εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/97, ΑΠ 701/11, ΑΠ 121/2009), η οποία όμως ελλείπει στην ένδικη υπόθεση κατά την οποία ο προβληθείς δια του ως άνω λόγου της ανακοπής ισχυρισμός απορρίφθηκε, ως νομικά αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8-4-15, αίτηση και τους, από 9-12-15, προσθέτους λόγους αναιρέσεως της 1553/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ