Legislator Case Law & Legislation
294/2016 AI generated

294/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 294/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 294 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

294/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 294 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 294 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 294/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζηγιαννάκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ματθαίου, ο οποίος ανακάλεσε την από 21/10/2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 908/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6565/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 19/3/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 13/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τα άρθρα 321, 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποίαν αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Η τελεσίδικη απόφαση που επιδίκασε αποδοχές μισθωτού, για ορισμένο χρονικό διάστημα, παράγει δεδικασμένο σε δίκη μεταξύ των αυτών προσώπων, που ανάγεται σε επιδίκαση αποδοχών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο όμως δεν έχει γίνει μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος ως προς τις αιτούμενες αποδοχές. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες αυτές συνέπειες. Περαιτέρω, αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτήν την σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ. Α.Π. 7/2013). Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται: α) Η αποδιδομένη παράβαση, β) το περιεχόμενο της αποφάσεως, από την οποίαν έχει δημιουργηθεί ή όχι δεδικασμένο, γ) αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου, δ) ποιος ήταν ο ισχυρισμός, για τον οποίον έγινε επίκληση του δεδικασμένου, ε) αν κατά τον αναιρεσείοντα δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως για ποια αιτία δεν υπάρχει το δεδικασμένο και στ) ο τρόπος με τον οποίον παραβιάσθηκε ή όχι το δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ως προς το ζήτημα της υπάρξεως ή μη δεδικασμένου για την αγωγική αξίωση καταβολής της παροχής των 176 ΕΥΡΩ του άρθρου 14 του Νόμου 3016/2002, ότι με την υπ’ αριθμ. 440/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. 1117/2011 πιστοποιητικό τελεσιδικίας του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, επιδικάσθηκε σ’ αυτήν η ως άνω παροχή των 176 ΕΥΡΩ, για το χρονικό διάστημα από τις 4-8-2004 μέχρι τις 6-12-2007, για το λόγο ότι, στο πρόσωπό της, συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στις διατάξεις του Νόμου 2470/1997 αρχικά και του Νόμου 3205/2003, στη συνέχεια, αφού απασχολήθηκε στον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με μηνιαίες αποδοχές τις καθοριζόμενες βάσει των διατάξεων των άρθρων του Νόμου 3205/2003 και ότι υφίσταται δεδικασμένο για το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 2008, 2009 και 2010 που απορρέει από την ως άνω απόφαση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου που πηγάζει από την πιο πάνω απόφαση, αφού πρόκειται για την αυτή αξίωση της ιδίας ενάγουσας κατά του ιδίου εναγομένου, που παρίστανται υπό την αυτή ιδιότητα, που στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και αφορά μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και δεν έχει επέλθει μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Εφόσον λοιπόν κατά τα προεκτιθέμενα η ένδικη αξίωση καλύπτεται από το δεδικασμένο, που παρήχθη από την υπ’ αριθμ. 440/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Νόμου 3016/2002 και 24 παρ. 2 του Νόμου 3205/2003 στις οποίες στηρίζεται η ένδικη καλυπτόμενη, από το δεδικασμένο, αξίωση, είναι αλυσιτελής και απορριπτέος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 22 του Νόμου 3693/1957), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Μαρτίου 2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6565/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "..." στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ