294/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated294/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Full text
Απόφαση 294 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 294/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ - Ανώνυμη Εμπορική & Βιομηχανική Εταιρεία ελαιουργικών μηχανημάτων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κουτρουμπή.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1)Ι. Κ. Π., 2)Π. συζ. Ι. Π., κατοίκων ..., 3)Α. Ι. Π., κατοίκου ..., 4)Έ. Ι. Π., κατοίκου ..., 5)Κ. Ι. Π., 6)Ν. Ι. Π., κατοίκων ..., 7)Δ. Ι. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Β. 1)Γ. Β. Τ., 2)Π. Β. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Γ. Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., Δ. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - ΕΤΕΑΜ", νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Αθανασάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: α) από 18/10/2009 αγωγή, β) από 8/12/2009 αγωγή, γ) από 26/12/2010 ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση για παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας και δ) από 30/11/2009 των ήδη υπό στοιχεία Α αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5394/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1091/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/6/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 23/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, στην τελευταία των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 δεύτερο εδάφιο, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν δε στη δίκη συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους εφόσον συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Στην περίπτωση όμως της απλής ομοδικίας κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς εκείνον που απουσιάζει και δεν κλητεύθηκε νομίμως, ή δε συμμετέχει νόμιμα και η συζήτηση προχωράει ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 5-6-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 1091/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 5394/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-10-2014) όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι με στοιχεία Α1-7 και Β1 και 2, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι λοιποί ομόδικοι των αναιρεσιβλήτων υπό στοιχεία Γ και Δ.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την παραπάνω δικάσιμο επισπεύδουν μόνον οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι υπό στοιχεία Α1-7 δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Απ. Γεροντίδη, με παραγγελία του οποίου κλητεύθηκαν οι παριστάμενοι διάδικοι. Πλην όμως δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι υπό στοιχεία Β1-2 κλητεύθηκαν για να παραστούν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την ίδια παραπάνω δικάσιμο.
Συνεπώς πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους και επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει η συζήτηση ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες, ως προς τους λοιπούς δε μη κλητευθέντες αναιρεσιβλήτους, η μεταξύ των οποίων σχέση ανάγεται σε απλή ομοδικία, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάσθηκαν (κατά το μέρος που ενδιαφέρει) 1) η από 18-10-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας, όπως διαμορφώθηκε μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της, κατά των αναιρεσιβλήτων υπό στοιχεία Α1-7 και Γ, Δ αναγνωριστική ακυρότητας συμβολαιογραφικής πράξης, με βάση την οποία περιήλθε στους εναγομένους η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, σε εκτέλεση απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτό ότι νομίμως κατασχέθηκε και εκχωρήθηκε μετά την έκδοση διαταγής πληρωμής από τους εναγομένους ήδη αναιρεσιβλήτους υπό στοιχεία Α1-7 κατά της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας προς ικανοποίηση χρηματικής αξίωσης που διατηρούσαν σε βάρος της, λόγω ψυχικής οδύνης, το δικαίωμα προσδοκίας αυτής προς απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, με τη σύνταξη οριστικού συμβολαίου, που προερχόταν (το δικαίωμα προσδοκίας) από συμβολαιογραφικό προσύμφωνο αγοράς αυτού από τον πωλητή Β.
Τ., το τίμημα το οποίου είχε εξοφληθεί από την ενάγουσα, καταδικάσθηκε δε ο τελευταίος σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση της κυριότητας του επιδίκου στους ίδιους αναιρεσιβλήτους και περαιτέρω συντάχθηκε το προσβαλλόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, περί αποδοχής τούτων της πλασματικής δήλωσης βούλησης του τρίτου υποχρέου από το προσύμφωνο, 2) η από 30-11-2009 αγωγή των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων υπό στοιχεία Α1-7 κατά της αναιρεσείουσας διεκδικητική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και 3) η από 8-12-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων και του Β.
Τ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την πρώτη αγωγή, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους υπό στοιχεία Γ και Δ και ως προς τους λοιπούς ως μη νόμιμη, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως σ' ότι αφορά τη δεύτερη αγωγή και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της τρίτης αγωγής που συζητήθηκε ερήμην της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας.
Επί της εφέσεως που άσκησε η τελευταία, με την οποία διατυπώθηκαν παράπονα κατά της εκκληθείσας απόφασης, ως προς την κρίση της και για τις τρεις αγωγές, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς την πρώτη αγωγή, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς την δεύτερη και τρίτη αγωγή, δεχόμενο ότι δεν είναι ως προς αυτές, οριστική η εκκληθείσα απόφαση και ως τέτοια (μη οριστική) δεν υπόκειται σε έφεση.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού στην πρώτη περίπτωση η απόφαση του πρώτου βαθμού ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, ενώ στην δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται η απόφαση του πρώτου βαθμού. Επομένως η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με τις παραδοχές της ως προς την απόρριψη ως μη νόμιμης της πρώτης αγωγής, η οποία μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής ενσωματώθηκε κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το παραδεκτόν του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση ένεκα του σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο και με την έννοια αυτή παραδεκτώς απευθύνεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους αφορά η αποδιδόμενη με την αναίρεση πλημμέλεια.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης ως προς τους υπό στοιχεία Γ και Δ αναιρεσιβλήτους για τους οποίους αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η απεύθυνση της αναίρεσης κατ' αυτών "δεν είχε και δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο την έννοια της κατ' αυτών αντιδικίας, αλλά την παροχή δυνατότητάς των για την ανάμειξή των στην παρούσα αντιδικία, προκειμένου αν και όταν έρθει η στιγμή της δημόσιας εκποίησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας στο επίδικο, να τύχουν και ούτοι της αναλόγου ικανοποιήσεως των όσων χρημάτων τους οφείλουμε", χωρίς παράλληλα οι διατυπούμενοι με αυτήν λόγοι να τους αφορούν, είναι απαράδεκτη.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασία.
Με τους πρώτο, τέταρτο, πέμπτο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμών που πρότεινε με λόγους έφεσης η αναιρεσείουσα και ειδικότερα 1) με τον πρώτο και ένατο λόγους ότι είχε εμπροθέσμως καταθέσει τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσον αφορά την τρίτη αγωγή, για την οποία δέχθηκε τούτο ότι δεν είχαν κατατεθεί εμπροθέσμως και έτσι δικάσθηκε ερήμην, καθώς και τον ισχυρισμό της ότι είχε προσκομίσει το σχετικό πρακτικό, που συντάχθηκε κατ' άρθρο 214 Κ.Πολ.Δ., στα πλαίσια της προδικασίας της εξώδικης επίλυσης διαφοράς που προέκυψε με την άσκηση της ίδιας αγωγής, τους οποίους ισχυρισμούς αν είχε λάβει υπόψη δε θα δικαζόταν ερήμην και δε θα κήρυττε απαράδεκτη τη συζήτηση αυτής της αγωγής, Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεχόμενο ορθώς κατ' άρθρο 513 παρ. 1 εδα Κ.Πολ.Δ.
ότι η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη συνεκδικασθείσα με τις λοιπές, από 8-12-2009 αγωγή της αναιρεσείουσας, την οποία αφορούν οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, δεν ήταν οριστική ενόψει του ότι κηρύχθηκε απαράδεκτη ως προς αυτήν η συζήτηση της αγωγής και εντεύθεν απέρριψε ορθώς ως απαράδεκτη την ασκηθείσα έφεση, δεν ασχολήθηκε με τους λόγους της, με τους οποίους διατυπώθηκαν παράπονα για τη σχετική κρίση της πρωτοβάθμιας απόφασης 2)Με τον τέταρτο λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομολογία του Αρείου Πάγου σε σχέση με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, στους αναιρεσιβλήτους υπό στοιχεία Α1-7, σύμφωνα με την οποία η σχετική αποζημίωση δεν πρέπει να είναι αντίθετη με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, την οποία επικαλέσθηκε με λόγο έφεσης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον η μη λήψη υπόψη νομολογίας δε συνιστά πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια, παρεκτός του ότι δε συνέτρεξε λόγος έρευνας του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης από το δικαστήριο της ουσίας, αφού το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς για την οποία εκδόθηκε οριστική απόφαση, ήταν η αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερόμενης συμβολαιογραφικής πράξης. 3) Με τον πέμπτο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης κρίσης της 1679/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, σε εκτέλεση της οποίας συντάχθηκε η επίδικη συμβολαιογραφική πράξη τον οποίο είχε προβάλλει με σχετικό λόγο στη συνεκδικασθείσα, με την έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έφεσή της κατά της προαναφερομένης 1679/2008 απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης υπήρξε μόνον έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 5394/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.
Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., "της παρά το νόμο μη κήρυξης ακυρότητας και απαραδέκτου" στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, καθ' όσον 1) κατά τα εκτιθέμενα στο δεύτερο λόγο ενώ με προσωρινή διαταγή είχε ανασταλεί η εκτέλεση της 2296/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση του δικαιώματος προσδοκίας της αναιρεσείουσας από το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, οπότε και η μεταγενέστερη 1679/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που δίκασε ανακοπή κατά της τεκμαιρόμενης αρνητικής δήλωσης του τρίτου με την οποία καταδικάσθηκε ο υπόχρεος τρίτος από το προσύμφωνο προς μεταβίβαση της κυριότητάς του δεν μπορούσε να εκτελεσθεί και να συνταχθεί εντεύθεν η προσβαλλόμενη συμβολαιογραφική πράξη, όσο διαρκούσε ο χρόνος της αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης, η οποία είναι γιαυτό το λόγο άκυρη και 2) κατά τα εκτιθέμενα στον τρίτο λόγο ότι ακύρως εκδόθηκε η προαναφερόμενη 1679/2008 απόφαση και σε εκτέλεση αυτής η προσβαλλόμενη με την ένδικη αγωγή συμβολαιογραφική πράξη, επειδή υπήρχε εκκρεμοδικία από την άσκηση προγενέστερης ανακοπής, που είχε την ίδια ιστορική και νομική αιτία με εκείνη που δίκασε η ίδια απόφαση, η οποία πλημμέλεια συναρτάται με τη νομική βασιμότητα της αγωγής της αναιρεσείουσας, που απορρίφθηκε εξαιτίας της έλλειψης των επικαλουμένων με αυτήν παραπάνω ακυροτήτων ως μη νόμιμη, είναι απαράδεκτοι.
Επειδή με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσεως, ελέγχονται οι ελλείψεις της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, εξαιτίας των οποίων δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η δικαστική διάγνωση είναι το αναγκαίο λογικό επακόλουθο από την υπαγωγή της δικαζόμενης εμπειρικής πραγματικότητας στον κανόνα του δικαίου. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο έχει απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν έχει εκτιμήσει πραγματικά περιστατικά.
Συνεπώς ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο κατ' εκτίμηση πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, με έλλειψη αιτιολογίας, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις υπό τους αρ. 7 και 8 του αναιρετηρίου είναι αόριστες, καθ' όσον δε γίνεται με αυτές σαφής και ορισμένη επίκληση συγκεκριμένων πλημμελειών της προσβαλλομένης απόφασης με τα οριζόμενα από το νόμο στοιχεία, για τη θεμελίωση κάποιου ή κάποιων από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. λόγους. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 465 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν δηλαδή του Ελληνικού Δημοσίου και του ΙΚΑ (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσιβλήτους Γ. και Π. Τ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 5-6-2013 αίτηση της εταιρείας "Χερουβείμ ΑΕΒΕ" περί αναιρέσεως της 1091/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 5394/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη καθενός των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ