Legislator Case Law & Legislation
294/2014 AI generated

294/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 294/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)", που έχει την έδρα του στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, καθολικού διαδόχου, διαμέσου του Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων αυτού, του τέως ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων (ΤΑ.Π.Π.Ε.Λ.)", το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αγγελικής Γαβαλά και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

294/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 και 573 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα κατωτέρω για μία εκάστη τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.- Β.- Επί της από 6.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1060/2012 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ.

Keywords

AI generated
late payment of fees overpaid insurance benefits calculation error calculation and rates of reimbursement outstanding insurance premiums capacity to incur bill liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 294 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 294/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)", που έχει την έδρα του στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, καθολικού διαδόχου, διαμέσου του Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων αυτού, του τέως ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων (ΤΑ.Π.Π.Ε.Λ.)", το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αγγελικής Γαβαλά και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…." που έχει την έδρα του στο …, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Αλεξόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" που έχει την έδρα του στο …, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεώργιο Αλεξόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)", που έχει την έδρα του στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, καθολικού διαδόχου, διαμέσου του Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων αυτού, του τέως ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού Εταιρειών Λιπασμάτων (ΤΑ.Π.Π.Ε.Λ.)", το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αγγελικής Γαβαλά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2007 ανακοπή της ήδη Α αναιρεσίβλητης και Β αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1528/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3491/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo Α αναιρεσείον με την από 6-12-2012 αίτησή του και η Β αναιρεσείουσα με την από 5-12-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 17-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: α) την συνεκδίκαση των υπό κρίση δύο Α+Β αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης της υπ' αριθ. 3491/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, β) την αποδοχή του μοναδικού λόγου της από 6-12-2012 Α αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία (ΤΑΠΙΤ) και γ) την αποδοχή των τρίτου και τέταρτου (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγων της από 5-12-2012 Β αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…".

Η πληρεξούσια του Α αναιρεσείοντος και ο πληρεξούσιος της Β αναιρεσείουσας, ζήτησαν την παραδοχή των Α και Β αντίστοιχα αιτήσεων, ο πληρεξούσιος του Α αναιρεσιβλήτου και η πληρεξούσια της Β αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α.- Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης α) από 6.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1060/2012 του εδρεύοντος στην Αθήνα και επί της οδού Ακαδημίας, αριθμ. 58, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)" και β) από 5.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1057/2012 της εδρεύουσας στο …και επί της οδού …, αριθμ. …, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "….", οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ.

Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 και 573 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα κατωτέρω για μία εκάστη τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.- Β.- Επί της από 6.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1060/2012 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)".- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 595 εδ.α', 341 εδ.α', 345 εδ.α' και 293 εδ. β' του ΑΚ, η πρώτη των οποίων ορίζει ότι το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες, η δεύτερη ότι αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, η τρίτη ότι όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία και η τελευταία τούτων ότι το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος, προκύπτει με σαφήνεια ότι σε περίπτωση οφειλής μισθώματος, το οποίο έχει συμφωνηθεί να καταβάλλεται σε ορισμένη ημερομηνία, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημερομηνίας αυτής, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο.

Από τα ανωτέρω, συνδυαζόμενα και προς τις διατάξεις του άρθρου 626 § 2 του Κ.Πολ.Δ., με τις οποίες καθορίζεται το περιεχόμενου του δικογράφου της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής, στο οποίο περιεχόμενο πρέπει να διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, προκύπτει ότι προκειμένου περί αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής από οφειλόμενα μισθώματα, η καταβολή των οποίων ζητείται με τους οφειλόμενους τόκους, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να μνημονεύεται και η συμφωνηθείσα δήλη ημέρα καταβολής (πληρωμής) των μισθωμάτων.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 § 2, 632 § 1 και 633 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στη δίκη επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, η υπόθεση επανεκδικάζεται όχι καθολικά, αλλά στο μέτρο που υποβάλλουν οι λόγοι της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι πλήττουν το κύρος της διαταγής πληρωμής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης ( Ολομ.

Α.Π. 10/1997, ΑΠ 793/1999).- Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα : Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Εταιριών Λιπασμάτων (ΤΑ.Π.ΠΕ.Λ.)", στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος εκ του νόμου (άρθρ. 104 § § 1, 2, 106 § 2, 114 § § 1, 2, 138 § 12 Ν. 3655/2008) το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)" (του λοιπού : το Ταμείο) υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2.3.2007 και με αριθμό κατάθεσης 2808/2007 αίτηση, με την οποία, ιστορούσε ότι, δυνάμει του από 15.3.1994 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…" (του λοιπού :

η Εταιρία) εκμίσθωσε σ' αυτήν ένα πολυώροφο σταθμό αυτοκινήτων, κείμενο στην Αθήνα και επί της οδού …, αριθμ…, για το από 15.3.1994 μέχρι 15.3.1999 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 5.847.000 δραχμών, πλέον χαρτοσήμου εκ 3,6%, προσαυξανομένου κατ' έτος κατά ποσοστό 15%. Ότι η μίσθωση αυτή, ως εμπορική, παρατάθηκε αναγκαστικά (εκ του νόμου).

Ότι με την υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 21.6.1999 αγωγής της Εταιρίας περί αναπροσαρμογής μισθώματος, καθορίστηκε το ποσοστό της σταδιακής ποσοστιαίας αναπροσαρμογής του μισθώματος, για τον από της επίδοσης της αγωγής αυτής χρόνο και εφεξής, σε 6% ετησίως και ότι η Εταιρία δεν έχει καταβάλλει την διαφορά των μισθωμάτων, μετά του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, των χρονικών περιόδων που αναλυτικά αναφέρονται σ' αυτή και που εκτείνονται από τον μήνα Ιούλιο του 1999 μέχρι και τον μήνα Δεκέμβριο του 2006, όπως και το μίσθωμα του μηνός Φεβρουαρίου 2007.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε όπως υποχρεωθεί αυτή (Εταιρία) να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 321.486,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη ημέρα που κάθε μίσθωμα ήταν απαιτητό μέχρι και την εξόφληση. Επί της αίτησης αυτής, και με βάση τα επικαλούμενα σ' αυτήν και προσκομισθέντα έγγραφα, εκδόθηκε από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η υπ' αριθμ. 7459/2007 διαταγή πληρωμής, με την οποία και έγινε δεκτή στο σύνολό της.

Κατ' αυτής της διαταγής πληρωμής άσκησε η Εταιρία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21.9.2007 και με αριθμό κατάθεσης 256/2007 ανακοπή, με τον πέμπτο λόγο της οποίας ισχυρίστηκε ότι μολονότι στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής υπάρχει το αίτημα να υποχρεωθεί αυτή (ανακόπτουσα Εταιρία) να καταβάλει στο Ταμείο (καθ' ου η ανακοπή) τα αιτούμενα ποσά μισθωμάτων με το νόμιμο τόκο, από την ημέρα που κάθε μίσθωμα ήταν απαιτητό, εντούτοις δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν (αίτηση) η ημέρα που ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει το μίσθωμα.

Ζήτησε δε την εκ του λόγου τούτου απόρριψη της ανακοπής ως αόριστης κατά το μέρος που ζητείτο με αυτήν η καταβολή τόκων επί των οφειλομένων μισθωμάτων. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1528/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ο λόγος αυτός έγινε δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσία και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής και κατά τούτο.

Στη συνέχεια το ήδη αναιρεσείον Ταμείο, με την από 8.9.2009 έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, οι οποίοι εμπεριέχονται στις από 26.10.2010 προτάσεις του, έπληξε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση και κατά τούτο, το δε Εφετείο, κρίνον με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, υπ' αριθμ. 3491/2012, επί του θέματος τούτου, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα : "...οι αιτιάσεις του ιδίου (σημ.:

εννοεί το Ταμείο) κατά της εκκαλουμένης όσον αφορά στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής, κατά τη διάταξή της με την οποία επιδίκασε τόκους επί των επιδικασθεισών διαφορών μισθωμάτων "από την επομένη ημέρα που κάθε μίσθωμα είναι απαιτητό" λόγω αοριστίας της αίτησης προς έκδοσή της είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι το ΤΑΠΠΕΛ στην αίτησή του αναφέρεται και σε καταβολές κατά το διάστημα από τον Απρίλιο 2004 - Μάρτιο 2005, συνολικού ποσού 133.934 ευρώ πλέον των οφειλομένων μισθωμάτων της μισθωτικής αυτής περιόδου, κατά το ποσό δε αυτό 89.379 ευρώ, σύμφωνα με μεταξύ τους ρύθμιση εξοφλήσεως των οφειλομένων με βάση την 2166/2003 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που αναπροσάρμοσε ετησίως το μίσθωμα κατά ποσοστό 8%, σε ισόποσες έντοκες δόσεις, και, ακολούθως, ενώ είναι προφανές ότι οι καταβολές βάσει της ρυθμίσεως ανάγονταν σε χρόνο προγενέστερο της 15ης.1.2004, κατά τον οποίο έγινε η ρύθμιση, καταλογίζει λογιστικώς το συνολικό ποσό στα οφειλόμενα με βάση την 1597/2006 απόφαση μισθώματα του ανωτέρω και μόνο διαστήματος, χωρίς να παραθέτει καμία νόμιμη αιτία για τέτοιου είδους καταλογισμό και μάλιστα μόνο σε κεφάλαιο, εντόκων, κατά τους ισχυρισμούς του, καταβολών, χωρίς εξειδίκευση του ποσοστού του τόκου.

Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού είναι η αδυναμία διαγνώσεως του χρονικού σημείου γενέσεως κάθε επιμέρους απαίτησης για τόκους, ακόμη και υπό το δεδομένο της γνώσης του όρου της σύμβασης περί του χρόνου καταβολής του κάθε μισθώματος, η αναφορά του οποίου επίσης παραλείπεται στην αίτηση. Υπό τα δεδομένα αυτά, η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής κατά τη διάταξή της με την οποία επιδίκασε τόκους από την επομένη της ημέρας που κάθε μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό παραβίασε το άρθρο 626 Κ.Πολ.Δ.

και είναι ακυρωτέα.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε και όσα υποστηρίζει περί του αντιθέτου το ΤΑΠΙΤ στην έφεσή του είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα των τόκων, το μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, το δε ουδόλως προέβη σε παρά τον νόμο κήρυξη απαραδέκτου.

Συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 α' και 14 Κ.Πολ.Δ. μοναδικό λόγο της αναίρεσης του Ταμείου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητης εταιρίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.- Γ.- Επί της από 5.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1057/2012 αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…".- Ι.- Η ήδη αναιρεσείουσα ως άνω ανώνυμη εταιρία είχε ασκήσει κατά της προαναφερόμενης στην υπό στοιχείο βήτα κεφαλαίο (Β) σκέψη της παρούσας υπ' αριθμ. 7459/2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21.9.2007 ανακοπή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση αυτής, ισχυριζόμενη, με τον πρώτο λόγο της, αοριστία της αίτησης, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, συνισταμένης στο ότι δεν μνημονεύεται στην αίτηση η από την εκμισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη παράδοση του μισθίου σ' αυτήν και με τον δεύτερο λόγο ότι δεν γίνεται με την αίτηση επίκληση και προσαγωγή εγγράφου που να αποδεικνύει την παράδοση του μισθίου ακινήτου σ' αυτήν (ανακόπτουσα - αναιρεσείουσα).

Οι λόγοι αυτοί της ανακοπής απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 1528/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας η Εταιρία άσκησε την από 12.9.2008 έφεση, με τους συναφείς λόγους της οποίας επανέφερε τους εν λόγω ισχυρισμούς της, οι οποίοι και απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.- Από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 2.3.2007 αίτησης, επί της οποίας και εκδόθηκε η επίμαχη διαταγή πληρωμής, προκύπτει ότι το αναιρεσίβλητο Ταμείο επικαλέσθηκε προς θεμελίωση της απαίτησής του για καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων εκτελεσμένη ήδη από την Εταιρία σύμβαση μίσθωσης, αλλά ελλιπώς, αφού φέρεται ως οφειλόμενο μέρος των μισθωμάτων, γεγονός το οποίο εμπεριέχει εκ του πράγματος την μνεία της παράδοσης του μισθίου ακινήτου στην Εταιρία και δεν ήταν απαραίτητη για το ορισμένο της αίτησης και η ρητή επίκληση της παράδοσης τούτου (μισθίου) σ' αυτήν.

Το Εφετείο, συνεπώς, το οποίο με την πληττόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τους αριθμούς 1 και 8), είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, από την επισκόπηση και πάλιν της προαναφερόμενης αίτησης για έκδοση της διαταγής πληρωμής, προκύπτει ότι το Ταμείο προς απόδειξη της παράδοσης του μισθίου ακινήτου στην Εταιρία επικαλέσθηκε και προσκόμισε και το από 15.3.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, από δε την επισκόπηση του περιεχομένου της εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκείνο έκρινε ανελέγκτως ότι η παράδοση του μισθίου ακινήτου προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο αυτού (μισθωτηρίου), όσο και από τα διαλαμβανόμενα στην επίσης προσκομισθείσα με επίκληση από το Ταμείο υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε το μηνιαίο μίσθωμα κατά ποσοστό 6% ετησίως.

Ουδόλως δε ήταν ανάγκη να προσκομίσει το Ταμείο και την από 21.3.1993 διακήρυξη του διαγωνισμού για την μίσθωση του ακινήτου, με βάση την οποία και συνάφθηκε η μίσθωση και τούτο διότι τα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα ήσαν ικανά να οδηγήσουν στην έκδοση της αιτουμένης διαταγής πληρωμής. Κατά συνέπεια το Εφετείο το οποίο με την πληττόμενη απόφασή του και με βάση και τα παραπάνω έγγραφα έκρινε ότι προέκυπτε η παράδοση του μισθίου στην μισθώτρια εταιρία, δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.-

ΙΙ.- Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτό δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Εξάλλου, το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ., δεν αφορά, όμως, την δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, ώστε για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νόμιμα (άρθρ. 562 § 2 Κ.Πολ.Δ.) στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο (ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 2103/2007, ΑΠ 1002/2005).

Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης της Εταιρίας, ο οποίος, όπως το όλο περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, τείνει να θεμελιωθεί επί του άρθρου 559 αριθμ. 16 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ (και όχι και επί των αριθμ. 1, 19 και 20) και με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το κατ' αναπροσαρμογή καθορισθέν με την υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μίσθωμα έπρεπε να καταβάλλεται από τον μήνα Απρίλιο εκάστης μισθωτικής περιόδου και όχι από την επίδοση της από 21.6.1999 αγωγής - η οποία επιδόθηκε στις 22.6.1999 -όπως είχε ορισθεί με την ως άνω απόφαση, άλλως δε από 1.7.1999, όπως είχε ζητήσει το Ταμείο, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αυτή, είναι διττώς απαράδεκτος και απορριπτέος.

Ειδικότερα, προεχόντως μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ζήτημα που αναφέρει ο λόγος αυτός και σε κάθε περίπτωση διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου τόσο της από 21.9.2007 ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας Εταιρίας όσο και της από 12.9.2008 έφεσης αυτής δεν προκύπτει προβολή ισχυρισμού περί δεδικασμένου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.-

ΙΙΙ.- Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 441 του ίδιου Κώδικα "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, οι οποίες περιέχονται στο περί απόσβεσης των ενοχών ένατο κεφάλαιο του ΑΚ και με τις οποίες και τις λοιπές εξ αυτών - μέχρι και εκείνη του άρθρου 452 - ρυθμίζεται ο μονομερής ή αναγκαστικός συμψηφισμός (ο εκούσιος ή συμβατικός είναι αναμφίβολος, ενόψει και της ΑΚ 361), η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε καθένα δικαιούχο το διαπλαστικό δικαίωμα να δηλώσει συμψηφισμό.

Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν την νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κλπ. Όταν, όμως, προταθεί ο συμψηφισμός, που είναι αδιάφορο πότε θα προταθεί, οι απαιτήσεις αυτές αποσβέννυνται αναδρομικώς από το χρόνο που συνυπήρξαν, ως τοιούτου, ήτοι ως χρόνου που συνυπήρξαν, νοουμένου του χρόνου κατά τον οποίο συνέτρεξαν και για τις δύο απαιτήσεις οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού (ΑΠ 1235/2012, ΑΠ 343/2009, ΑΠ 1438/2005, ΑΠ 1219/1997).

Έτσι, η ανταπαίτηση του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις συμψηφισμού αυτής, μπορεί να προταθεί και με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αυτής ως εκτελεστού τίτλου, καθόσον συνιστά ένσταση που αναφέρεται στην αμφισβήτηση της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε αυτή, δηλαδή αποσβεστική ένσταση, εξαιτίας της οποίας δεν ίσχυσε η οφειλή κατά το χρόνο που εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής (ΑΠ 1235/2012).

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006, ΑΠ 1702/2011).- Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.

παραδεκτή επισκόπηση από το Δικαστήριο τούτο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ήδη αναιρεσείουσα Εταιρία είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ταμείου από 21.6.1999 και με αριθμό κατάθεσης 5176/1999 αγωγή αναπροσαρμογής μισθώματος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 397/2000 απόφαση του προαναφερόμενου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, κατά την επικουρική της βάση, εκ του άρθρου 288 ΑΚ, και καθορίστηκε το ποσοστό αναπροσαρμογής του μισθώματος της επίμαχης εν προκειμένω μίσθωσης σε 10% ετησίως.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα Εταιρία την από 9.6.2000 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2166/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, καθόρισε το ποσοστό αναπροσαρμογής σε 8% ετησίως. Με βάση την απόφαση αυτή του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε υπέρ του Ταμείου η υπ' αριθμ. 10343/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε η Εταιρία να καταβάλει στο Ταμείο για οφειλόμενες διαφορές μισθωμάτων των μισθωτικών μηνών Ιουλίου 1999 έως και Νοεμβρίου 2003, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ 3,6%, το συνολικό ποσό των 172.439,62 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης (22.6.1999) της ως άνω από 21.6.1999 αγωγής.

Στη συνέχεια, η εν λόγω διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 2671/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πλην όμως, στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, η Εταιρία είχε καταβάλει στο Ταμείο, σε εκτέλεση της διαταγής αυτής, διάφορα χρηματικά ποσά σε μηνιαίες δόσεις. Περαιτέρω, κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών (2166/2003) άσκησε η ενάγουσα Εταιρία την από 24.11.2003 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 503/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου.

Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε εν μέρει η προσβληθείσα απόφαση κατά το μέρος της που, κατά παραδοχή της εκ του άρθρου 288 ΑΚ επικουρικής βάσης της αγωγής, είχε καθορίσει το ποσοστό της σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος για το επίμαχο μίσθιο και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση.

Μετά ταύτα εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, αφού εξαφανίστηκε, κατ' αποδοχή της έφεσης της Εταιρίας, η υπ' αριθμ. 397/2000 ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση κατ' ουσία και έγινε εν μέρει δεκτή η πιο πάνω από 21.6.1999 αγωγή, καθορισθέντος του ποσοστού της σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος του μισθίου ακινήτου, για το από της επίδοσης της αγωγής (22.6.1999) και εφεξής χρονικό διάστημα, σε 6% ετησίως επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος του προηγούμενου (μισθωτικού) έτους, η δε κατ' αυτής της εφετειακής απόφασης ασκηθείσα αναίρεση της Εταιρίας απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 2166/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.

Έτσι λοιπόν και με βάση την ως άνω υπ' αριθμ. 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η επίμαχη υπ' αριθμ. 7459/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε στην υπ' αριθμ. βήτα κεφαλαίο (Β) σκέψη της παρούσας, υποχρεώθηκε η Εταιρία να καταβάλει στο Ταμείο το συνολικό ποσό των 321.486,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη ημέρα που κάθε μίσθωμα ήταν απαιτητό μέχρι και την εξόφληση.

Κατ' αυτής της διαταγής πληρωμής άσκησε η Εταιρία την από 21.9.2007 και με αριθμό κατάθεσης 256/2007 ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 1528/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή, κατ' αποδοχή των 5ου, 6ου, 7ου, 8ου και 9ου λόγων της, και ακυρώθηκε εν μέρει η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής α) κατά το συνολικό ποσό των 90.460,54 ευρώ, σύμφωνα με τα ειδικότερον στην απόφαση αυτή εκτιθέμενα, και β) κατά την διάταξή της με την οποία επιδικάστηκαν τόκοι της απαίτησης του καθ' ου Ταμείου από την επομένη ημέρα που κάθε μίσθωμα έγινε απαιτητό και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης.

Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκε έφεση από αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα από μεν το Ταμείο η από 8.9.2009 και με αριθμό κατάθεσης 9335/2009, ως και πρόσθετοι λόγοι με τις από 26.10.2010 προτάσεις του, από δε την Εταιρία η από 12.9.2008 και με αριθμό κατάθεσης 8746/2008 και αντέφεση εκ μέρους του Ταμείου, ασκηθείσα με τις ομοίως από 26.10.2010 προτάσεις του επί της έφεσης αυτής.

Επί των ανωτέρω εφέσεων, προσθέτων λόγων και αντέφεσης, που συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία το δικαστήριο εκείνο α) απέρριψε την έφεση της Εταιρίας και την αντέφεση του Ταμείου, β) έκανε δεκτή εν μέρει την έφεση του Ταμείου και γ) αφού εξαφάνισε εν μέρει την υπ' αριθμ. 1528/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 1) ως προς την διάταξή της με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή της Εταιρίας κατά τον 8ο λόγο της και ακυρώθηκε η ως άνω 7459/2007 διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 28.595,63 ευρώ και 2) ως προς την διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, στη συνέχεια κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της, απέρριψε την ανακοπή κατά τον 8ο λόγο της και συμψήφισε στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Ειδικότερα δε, όσον αφορά τους έκτο και ένατο λόγους της από 21.9.2007 ανακοπής, οι επί των οποίων παραδοχές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την υπ' αριθμ. 1528/2008 απόφασή του, επλήγησαν με τους 6ο και 7ο λόγους, αντίστοιχα, της ως άνω από 12.9.2008 έφεσης της Εταιρίας, και οι επί των οποίων λόγων έφεσης εν συνεχεία παραδοχές του Εφετείου, με την υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφασή του, ήδη προσβάλλονται με τον ερευνόμενο τέταρτο λόγο της αναίρεσης, πρέπει να λεχθεί ότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αυτής απόφασης, προκύπτει, όσον αφορά τους λόγους αυτούς της ανακοπής, ότι το δικαστήριο εκείνο (Εφετείο) δέχθηκε τα ακόλουθα : "Στον έκτο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα εκθέτει ότι το ΤΑΠΠΕΛ στην αίτησή του, με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, εσφαλμένα αναφέρεται σε καταβολές της πλέον μισθωμάτων μόνον 89.379 ευρώ, ενώ είχε προβεί σε επιπλέον καταβολές 130.523,91 ευρώ.

Η εσφαλμένη δε αυτή παραδοχή επαναλαμβάνεται και στη διαταγή πληρωμής. Ενόψει αυτών αιτείται την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ώστε να γίνει δεκτό ότι οφείλει ολιγότερα ευρώ 41.144,91. Η ανακόπτουσα στο λόγο αυτό προσδιορίζει χρονικώς και ποσοτικώς τις καταβολές της (11 συνολικώς ισόποσες καταβολές 11.865,81 ευρώ η καθεμία στις 12.2.2004, 11.3.2004, 10.4.2004, 21.5.2004, 11.6.2004, 12.7.2004, 26.8.2004, 26.10.2004, 30.11.2004, 12.1.2005, 5.3.2005) υποστηρίζοντας ότι οι καταβολές αυτές ήταν επί πλέον των οφειλομένων κατά την αίτηση και τη διαταγή μισθωμάτων της περιόδου από Απρίλιο 2003 - Μάρτιο 2004 και της περιόδου από Απρίλιο 2004 - Απρίλιο 2005, αναφερόμενη αορίστως σε ρύθμιση, χωρίς να προσδιορίζει σε τι αφορούσε η ρύθμιση αυτή.

Στον 9ο λόγο της ανακοπής επαναλαμβάνει τα περί επί πλέον καταβολών του 6ου λόγου, υποστηρίζει ότι το ΤΑΠΠΕΛ στις 3.4.2006 πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε η 1597/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίστηκε το ποσοστό αναπροσαρμογής σε 6% ετησίως και έτσι προέκυψε να έχει καταβάλει επί πλέον ποσά και από την ημερομηνία αυτή οφείλει τόκους, κατ' εφαρμογή των άρθρων 911 και 346 ΑΚ, στα ποσά των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ που κατέβαλε επί πλέον των οφειλομένων για την 5η και 6η περίοδο αντιστοίχως και ότι δικαιούται να ζητεί να αφαιρεθούν από το ποσό που τελικά θα γίνει δεκτό ότι οφείλει οι τόκοι των ποσών αυτών, από την ημερομηνία κάθε μερικότερης καταβολής και, επικουρικώς, από το τέλος της κάθε περιόδου, ήτοι από 30.6.2004 για ευρώ 12.622,22 και από 30.6.2007 για ευρώ 151.348,01.

Επικουρικώς ( για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οφείλονται τόκοι) η ανακόπτουσα προτείνει σε συμψηφισμό τις απαιτήσεις της για τα πιο πάνω ποσά κατά των απαιτήσεων του ΤΑΠΠΕΛ για διαφορές μισθωμάτων των 4 πρώτων περιόδων (40.654,72 ευρώ) και επ' αυτών τόκων υπολογιζομένων από το τέλος κάθε περιόδου σε 7.725,36 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό 115.590,17 ευρώ (12.622,22 + 151.348,01 - 48.380,05) με το νόμιμο τόκο κατ' άρθρο 346 ΑΚ, προτείνει σε συμψηφισμό κατά των απαιτήσεων της 7ης περιόδου".

Μετά δε την παράθεση του κατά τα άνω περιεχομένου των 6ου και 9ου λόγων της ανακοπής, το Εφετείο, με βάση το περιεχόμενο των λόγων αυτών, οδηγήθηκε στην κρίση ότι "Εφόσον η ανακόπτουσα δεν υποστήριξε στον 6ο λόγο της ανακοπής της (ούτε άλλωστε στον 9ο) ότι μετά την έκδοση της 1597/2006 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού και πριν την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής πρότεινε σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις κατά του ΤΑΠΠΕΛ, λόγω αχρεώστητης καταβολής επί πλέον ποσών (δυνάμει της προγενέστερης 2166/2003 απόφασης που αναιρέθηκε και την βάσει αυτής εκδοθείσα προγενέστερη διαταγή πληρωμής που ακυρώθηκε, γεγονότα που ουδόλως αναφέρονται στην ανακοπή) ή ότι συμφωνήθηκε ο συμψηφισμός, τα διαλαμβανόμενα στον 6ο λόγο της ανακοπής, δεν θεμελιώνουν απόσβεση της επιδικασθείσας με τη διαταγή πληρωμής απαίτηση, ούτε κατά το ποσό των αχρεωστήτως καταβληθέντων, ούτε βεβαίως και κατά το ποσό των επ' αυτών τόκων που οφείλονται όχι από την κάθε επί μέρους, προγενέστερη της έκδοσης της 1597/2006 απόφασης, επί πλέον καταβολή, όπως υποστηρίζει η ανακόπτουσα στον 9ο λόγο της ανακοπής, αλλά από το χρονικό σημείο που το ΤΑΠΠΕΛ έλαβε γνώση της απόφασης αυτής και συνακολούθως του αχρεωστήτου των καταβολών (3.4.2006 κατά την ανακοπή).

Κατ' ακολουθίαν, τα υποστηριζόμενα στον 6ο λόγο της ανακοπής και στο 1ο σκέλος του 9ου ότι η ανακόπτουσα είχε δικαίωμα να ζητήσει την αφαίρεση των επί πλέον καταβληθέντων κεφαλαίων και των επ' αυτών τόκων (και με τη νόμιμη μάλιστα αφετηρία) είναι νόμω αβάσιμα, αφού ούτε το ΤΑΠΠΕΛ είχε εκ του νόμου υποχρέωση αφαίρεσης μονομερώς των ανταπαιτήσεων της ανακόπτουσας, ούτε η τελευταία απώλεσε τις απαιτήσεις της αυτές.

Όσον αφορά την, δια του προταθέντος επικουρικώς συμψηφισμού απόσβεση, τουλάχιστον ως προς τους τόκους των, κατά την ανακόπτουσα, αχρεωστήτως καταβληθέντων, η ένστασή της είναι παντελώς αόριστη εφόσον η σχετική ανταπαίτηση δεν προσδιορίζεται, δηλαδή δεν προτείνεται σε συμψηφισμό συγκεκριμένο χρηματικό ποσό τόκων, κατόπιν υπολογισμού στον οποίο όφειλε να προβεί η ανακόπτουσα για την ποσοτική εξειδίκευση της προτεινόμενης σε συμψηφισμό απαιτήσεώς της".

Κατόπιν δε τούτων το Εφετείο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι "Υπό τα δεδομένα αυτά, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς όφελος της ανακόπτουσας και μόνο εξετίμησε ως ενιαίους τους 6ο και 9ο λόγους της ανακοπής και δέχθηκε απόσβεση απαιτήσεων του ΤΑΠΠΕΛ ποσού 41.144,91 ευρώ, με το συμψηφισμό της ισόποσης ανταπαίτησης της ανακόπτουσας από αδικαιολόγητο πλουτισμό (δεχόμενο ότι αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε σε εκούσια εκτέλεση προγενέστερης διαταγής πληρωμής, δυνάμει της αναιρεθείσας απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κυρώθηκε τελεσιδίκως κατόπιν ασκήσεως σχετικής ανακοπής) και με ρητή διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεώς του απέρριψε ως αόριστη την ανακοπή κατά το σκέλος του 9ου λόγου της, με τον οποίο η ανακόπτουσα πρότεινε σε συμψηφισμό κατά των απαιτήσεων που επιδικάσθηκαν, την απαίτησή της για τόκους επί των αχρεωστήτως καταβληθέντων.

Επομένως η εκκαλούσα χωρίς έννομο συμφέρον παραπονείται κατά της ανωτέρω εκτίμησης του δικογράφου της ανακοπής της από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αβασίμως ισχυρίζεται ότι άφησε αδίκαστο τον 9ο λόγο της ανακοπής, με τους 6ο και 7ο λόγους, αντιστοίχως, της έφεσης και ως εκ τούτου η έφεση είναι απορριπτέα και ως προς τους λόγους αυτούς".

Σημειώνει δε, τέλος, το Εφετείο, ότι "το ΤΑΠΙΤ με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της, αλλά και με την αντέφεση δεν αμφισβητεί τις παραδοχές της εκκαλουμένης ως προς τους 6ο και 9ο λόγους της ανακοπής". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς απέρριψε ως αόριστο το υποβληθέν με τον ένατο λόγο της ανακοπής αίτημα της Εταιρίας - το οποίο απορρίφθηκε και πρωτοδίκως - να συμψηφιστούν οι τόκοι των ποσών που φέρονται υπ' αυτής ως επιπλέον των οφειλομένων καταβληθέντα με την από την διαταγή πληρωμής πηγάζουσα απαίτηση του ΤΑΠΙΤ.

Τούτο δε (ορθή απόρριψη του ως άνω λόγου της ανακοπής), διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της ανακοπής προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος λόγος αυτής, κατά το ερευνόμενο μέρος του, είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται το ποσό της απαίτησής της από τόκους, το οποίο προτείνεται σε συμψηφισμό. Επομένως, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με το πρώτο σκέλος, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., του τέταρτου λόγου της αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενο αυτού προσηκόντως εκτιμάται, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, ο ίδιος αυτός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι, με το να δεχθεί ότι δεν δύναται η Εταιρία να προβάλει σε συμψηφισμό τα φερόμενα ως αχρεωστήτως καταβληθέντα στο ΤΑΠΙΤ ως άνω ποσά των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, παραβίασε τις περί συμψηφισμού διατάξεις των άρθρων 440 - 452 του ΑΚ, κρίνεται, με βάση τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και τα εκτιθέμενα επί του θέματος τούτου στην εφετειακή απόφαση, ότι είναι βάσιμος και κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός.

Τούτο δε (βασιμότητα του δεύτερου σκέλους του λόγου τούτου της αναίρεσης) διότι η δια της ανακοπής γενομένη πρόταση του συμψηφισμού, έστω και αν προεβλήθη μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, οδηγεί στην αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν και εφόσον αυτές συνυπήρξαν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έκδοση της διαταγής πληρωμής.- IV.- Συνοψίζοντας, τέλος, όλα όσα προαναφέρθηκαν και για τις δύο υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης πρέπει :

α) να απορριφθεί η από 6.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1060/2012 αναίρεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ιδιωτικού Δικαίου (ΤΑΠΙΤ)", β) να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, μη συντρέχουσας περίπτωσης επιβολής μειωμένων αυτών κατ' άρθρο 22 § 1 Ν. 3693/1957, έστω και αν αυτό απολαμβάνει βάσει νόμου (άρθρ. 28 § 4 Ν. 2579/1998) των προνομίων του Δημοσίου, και τούτο διότι η δικαστική του υπεράσπιση δεν γίνεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 1617/1999), γ) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ο όγδοος λόγος της από 12.9.2008 έφεσης αυτής και ειδικότερα κατά το μέρος του με το οποίο κρίθηκε ότι δεν δύναται να προτείνει αυτή (Εταιρία) σε συμψηφισμό προς τις απαιτήσεις του ΤΑΠΙΤ τα υπ' αυτής φερόμενα ως αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, που μνημονεύονται στον 9ο λόγο της από 21.9.2007 ανακοπής και στον άνω λόγο της έφεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω κατά τούτο εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), δ) να κατανεμηθούν τα δικαστικά έξοδα των εξόδων από την εν λόγω 1057/2012 αίτηση αναιρέσεως κατά τον λόγο της κατ' ίση έκταση νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους (ΚΠολΔ 183,178 παρ 1) και ε) να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα εταιρία του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2.4.2012 σύμφωνα με το άρθρο 113 του νόμου αυτού).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις μνημονευόμενες στην υπό στοιχείο άλφα κεφαλαίο (Α) σκέψη της παρούσας υπό κρίση αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.- Ι.

Απορρίπτει την από 6.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1060/2012 αναίρεση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Προνοίας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ)" κατά της έχουσας εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει το ως άνω αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-

ΙΙ.

Αναιρεί εν μέρει την ως άνω υπ' αριθμ. 3491/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ο όγδοος λόγος της από 12.9.2008 έφεσης αυτής και ειδικότερα κατά το μέρος του με το οποίο κρίθηκε ως απορριπτέα η προταθείσα από την ως άνω Εταιρία ένσταση συμψηφισμού προς τις απαιτήσεις του ΤΑΠΙΤ των υπ' αυτής φερομένων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων σ' αυτό ποσών των 12.622,22 και 151.348,01 ευρώ, που μνημονεύονται στον 9ο λόγο της από 21.9.2007 ανακοπής και στον άνω λόγο της έφεσης.-

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.- Συμψηφίζει στο σύνολό τους κατά τούτο τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων . - Και Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα εταιρία του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατέθεσε αυτή για την άσκηση της προκειμένης αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 13371330 σειρά VI διπλότυπο της ΙΓ Δ.Ο.Υ. Αθηνών.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ