294/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 294 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 294/2012
Legislator headnote
AI generated294/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 294 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 294/2012
Full text
Απόφαση 294 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 294/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Φ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Ιουλίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 220/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιουνίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 71/12-6-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 220/7-4-2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 71/12-6-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 220/7-4-2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 395/1-8-2005 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, απορρέουσα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, από την αποδιδόμενη στον τελευταίο άδικη και υπαίτιοι, από πρόθεση, πράξη, με τη μορφή της υπεξαγωγής εγγράφου. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 78/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 229/13-7-2007 έφεση του εναγόμενου, η 220/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "οι διάδικοι, οι οποίοι διατηρούν τουριστικές επιχειρήσεις στην Σκόπελο, από το έτος 1992 έως το έτος 2001 είχαν στενή συνεργασία, στο πλαίσιο της οποίας ο μεν εναγόμενος είχε απαίτηση κατά του ενάγοντος από την καταβολή κεφαλαίου για την συμμετοχή του στην ανώνυμη εταιρία εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου με την επωνυμία ΟΣΤΡΙΑ Α.Ε., ποσού 45.000.000 δραχμών, ο δε ενάγων είχε απαίτηση κατά του εναγομένου από την πώληση του μεριδίου συμμετοχής του στην ομόρρυθμη εταιρία Ι. Φ. - Κ. Φ. Ο.Ε. (μετέπειτα Ν. Γ. και Σία Ο.Ε.), η οποία είχε ως αντικείμενο την εκμετάλλευση του νυχτερινού κέντρου διασκέδασης με την επωνυμία ΚΟΚΟΣ, ποσού 100.000.000 δραχμών. Επίσης, ο ενάγων διατηρούσε πρατήριο ποτών από το οποίο ο εναγόμενος προμηθευόταν ποτά για την επιχείρηση του και είχε απαίτηση κατά του τελευταίου ανερχόμενη στο ποσό των 12.600.000 δραχμών. Στο τέλος του έτους 2001, λόγω της αβεβαιότητας, που είχε προκύψει ως προς το ύψος των εκατέρωθεν οφειλών των διαδίκων, προέβησαν αυτοί σε εκκαθάριση των απαιτήσεων τους. Κατόπιν αμοιβαίων υποχωρήσεων, η οφειλή του εναγομένου προς τον ενάγοντα προσδιορίστηκε στο συνολικό ποσό των 186.308 €, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων, λόγω της συμφωνίας για αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού σε μεταγενέστερο χρόνο, ενώ επιπλέον συμφωνήθηκε, χάριν καταβολής, όπως συνάγεται από τις περιστάσεις, αφού τίποτε το αντίθετο δεν αποδείχτηκε ως προς τις συμφωνίες των μερών, στοιχείο που δεν αμφισβητείται άλλωστε, και παραδόθηκαν στον ενάγοντα τέσσερεις μεταχρονολογημένες επιταγές ποσού 11.342, 52.833, 63.389 και 58.694 € και συνολικού ποσού 186.308 €, με ημερομηνία εκδόσεως στις 30.6.2002, 30.8.2002, 30.8.2003 και 30.8.2004, αντίστοιχα, και πληρώτρια Τράπεζα την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, σε χρέωση του με αριθμ. ... λογαριασμού του εναγομένου. Την 3.4.2002 ο εναγόμενος δηλώνοντας στον ενάγοντα ότι θέλει να εξοφλήσει τις ως άνω επιταγές με το τίμημα που είχε λάβει από την πώληση ακινήτου του, επέτυχε να πραγματοποιηθεί συνάντηση τους στο γραφείο του τελευταίου στην Σκόπελο, κατά την οποίαν, με σκοπό την πληρωμή τους οι ως άνω επιταγές τοποθετήθηκαν επάνω στο έπιπλο-γραφείο. Ο εναγόμενος όμως εκμεταλλευόμενος ολιγόλεπτη απουσία του ενάγοντα έσχισε τα σώματα των ως άνω επιταγών στο σημείο που έφεραν τον αριθμό τους και στη συνέχεια, αφού τις δίπλωσε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην γίνει άμεσα αντιληπτή από τον ενάγοντα η ενέργειά του αυτή, προφασιζόμενος επείγουσα εργασία του, ανεχώρησε. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Κ. Ρ., φίλου και συνεταίρου για ένα διάστημα και των δύο διαδίκων, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, ο οποίος είναι γνώστης των ως άνω πραγματικών περιστατικών, αφού ήλθε σε άμεση επαφή με τον εναγόμενο προκειμένου να διευθετήσει την διαφορά που ανέκυψε μεταξύ αυτού και του ενάγοντα εξ αιτίας των επιδίκων επιταγών, η κατάθεση δε αυτή δεν αναιρείται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Α. Γ. που εξετάστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται επίσης στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, υπαλλήλου του εναγομένου, ο οποίος απλώς συνόδευσε τον τελευταίο στις 3.4.2002 στο γραφείο του ενάγοντα, αναμένοντας έξω απ' αυτό και εντός του αυτοκινήτου του την επιστροφή του εναγομένου, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Κ., πρώην υπαλλήλου και συνεταίρου του ενάγοντος και νυν του εναγομένου, που περιέχεται στην ως άνω με αριθμ. .../2006 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος εντελώς αόριστα καταθέτει περί εξοφλήσεως των επιδίκων επιταγών. Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου οι επίδικες επιταγές κατέστησαν άκυρες, αποκλείοντας έτσι τον ενάγοντα στην άσκηση των απορρεόντων απ' αυτές δικαιωμάτων. Βέβαια ο αριθμός της επιταγής δεν συγκαταλέγεται στα απαραίτητα για την εγκυρότητα της στοιχεία (αρθρ. 1, 2 και 13 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής"), οπότε θα μπορούσε και σε περίπτωση ελλείψεως του στοιχείου αυτού να είναι έγκυρη η επιταγή, πλην όμως στην ένδικη υπόθεση δεν πρόκειται για απλή μη αναγραφή στις επιταγές του αριθμού αυτών, αλλά για αφαίρεση τμήματος του σώματος αυτών (σχίσιμο) στο σημείο των αριθμών, που επιφέρει την ακυρότητά τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να κυκλοφορήσουν στις συναλλαγές και να πληρωθούν από την πληρώτρια Τράπεζα, που είχε εκδώσει και το αριθμημένο μπλοκ επιταγών, καθώς με βάση το τραπεζικό σύστημα οι διαδικασίες είσπραξης και διεκπεραίωσης πραγματοποιούνται με τον αριθμό κάθε επιταγής. Άλλωστε και ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, ότι., αφού νόμιμα απέκοψε τους αριθμούς των επιταγών προκειμένου να τους προσκομίσει στην πληρώτρια Τράπεζα, στην οποίαν εσύρετο ο σχετικός λογαριασμός, τα σχισμένα σώματα αυτών τα πέταξε στον "κάλαθο των αχρήστων" του γραφείου του ενάγοντος, πράγμα που φανερώνει ότι και ο ίδιος θεωρούσε άκυρες και χωρίς καμία πλέον αξία τις επιταγές μετά το σχίσιμο των αριθμών τους. Έτσι ο ενάγων δεν εισέπραξε το ποσό των επιδίκων επιταγών με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός ζημία ίση με την αναγραφόμενη ονομαστική αξία καθεμιάς και συνολική ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 186.308 €, η οποία ευρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την αδικοπρακτική ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου, απορριπτόμενου ως αβασίμου του αντίθετου σχετικού ισχυρισμού- λόγου εφέσεως του εκκαλούντα- εναγομένου. Περαιτέρω ο τελευταίος, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυρίζεται, όπως ο σχετικός ισχυρισμός του εκτιμάται από το Δικαστήριο, και όχι ως ένσταση εξοφλήσεως, που εκτιμήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι είχε δικαίωμα να αποκόψει τους αριθμούς των επιταγών, αφού κατέστη κύριος αυτών μετά την εξόφληση τους με χρήματα που έδωσε στον ενάγοντα την 3.4.2002 και είχε εισπράξει την ίδια ημέρα από την πώληση ακινήτου του, Ο ισχυρισμός αυτός- λόγος έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι ο εναγόμενος δεν κατέστη κύριος αυτών, αφού δεν αποδείχτηκε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι τις εξόφλησε, αλλά ενεργώντας, κατά τα προεκτεθέντα, παράνομα και υπαίτια απέκοψε τους αριθμούς αυτούς με σκοπό να τις καταστήσει άκυρες, όπως και πράγματι τις κατέστησε, με αποτέλεσμα να μην εμφανιστούν για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και να κηρυχθούν ανίσχυρες, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, με την με αριθμ. 84/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Άλλωστε δεν είναι συνηθισμένη στις συναλλαγές η επικαλούμενη από τον εναγόμενο πρακτική μετά την εξόφληση των επιταγών να αποκόπτεται ο αριθμός αυτών και στη συνέχεια τα σχισμένα σώματα να ρίπτονται στα καλάθια των αχρήστων των δανειστών. Αντίθετα αν πράγματι γίνει εξόφληση επιστρέφονται τα σώματα στον εκδότη, τα οποία στη συνέχεια προσκομίζονται στην πληρώτρια τράπεζα, όπου σύρετο ο λογαριασμός του και όχι το τμήμα που περιέχει τον αριθμό αυτών όπως έπραξε ο εναγόμενος και βεβαιώνει η πληρώτρια τράπεζα (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος) στην από 12.12.2002 βεβαίωση της, στην οποίαν επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι προσκομίστηκε τμήμα μόνο των στελεχών των επιταγών, στο οποίο ήταν εμφανές μόνο το νούμερο αυτών και ότι ο εναγόμενος τους δήλωσε ότι το υπόλοιπο τμήμα αυτών είχε καταστραφεί από τον ίδιο. Η ως άνω δε βεβαίωση της τράπεζας, που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχει απόδειξη πραγματικής καταβολής, αλλά αφορά μόνο τις σχέσεις του τελευταίου με την πληρώτρια τράπεζα. Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ν. Γ. και Σία Ο.Ε.", στην οποίαν συμμετείχε ο εναγόμενος κατά ποσοστό 95% και η μητέρα του Έ. Γ. κατά ποσοστό 5%, δυνάμει του με αριθμ. .../2002 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σκοπέλου Δ. Ταλαδιανού μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως προς τους Α. Μ. και Ε. Σ., ένα ακίνητο ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην Σκόπελο, αντί πραγματικού συμφωνηθέντος τιμήματος 440.205,43 €, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 12.10.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι από το ως άνω τίμημα πωλήσεως καταβλήθηκαν 4.000.000 δρχ. ή 11738,81 ευρώ κατά την υπογραφή του από 12.10.2001 ιδιωτικού συμφωνητικού και 46.000.000 δρχ. ή 134.996,33 € κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου μεταβίβασης, ενώ το υπόλοιπο συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε μεταγενέστερο χρόνο και ότι το συνολικό ποσό των 146.735;14 € (11.738,81 + 134.996,33) που εισέπραξε από την πώληση του ως άνω ακινήτου το κατέβαλε στον ενάγοντα την 3.4.2002 για την εξόφληση των επιδίκων επιταγών. Ακόμη όμως και αν εισπράχθηκε το ποσό αυτό από τον εναγόμενο δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι καταβλήθηκε αυτό από τον τελευταίο στον ενάγοντα, αφού, εκτός του ότι ο εναγόμενος είχε και άλλες υποχρεώσεις τον Απρίλιο του έτους 2002 σε τρίτους, το ποσό αυτό (146.735,14) δεν επαρκούσε για την εξόφληση των επιδίκων επιταγών, ύψους 186.308 €, δεδομένου ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων παραιτήθηκε από την καταβολή ποσού 41.086 €, περίπου, που αφορούσαν τόκους, λόγω της πρόωρης εξόφλησης, απορριπτόμενου ως αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων υπέβαλε εναντίον του εναγομένου την από 5.9.2002 μήνυση του, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου την 16.9.2002 και ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ' αυτού για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου κατ' εξακολούθηση, για την οποίαν καταδικάστηκε με την με αριθμ. 1/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σκοπέλου σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικά ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Περαιτέρω. κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (ελλείψει αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξ άλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 914,297, 298 ΑΚ ευθύνη για την θεμελίωση υποχρεώσεως προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά, παράνομη και υπαίτια, από δόλο ή αμέλεια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει την ζημία, που επήλθε, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέλος, ναι μεν κατά το άρθρο 1 του ν. 5960/1933 ο αριθμός της επιταγής δεν είναι στοιχείο αναγκαίο για την εγκυρότητα αυτής, η ύπαρξη του οποίου εξυπηρετεί τις διαδικασίες εισπράξεως και διεκπεραιώσεως του τραπεζικού συστήματος, το σχίσιμο όμως στη συνέχεια του υπάρχοντος κατά την έκδοσή της αριθμού καθιστά την επιταγή άκυρη. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία, (α) στις 3-4-2002 οι διάδικοι συναντήθηκαν στο γραφείο του αναιρεσίβλητου στην Σκόπελο, με σκοπό ο αναιρεσείων να εξοφλήσει προς εκείνον οφειλή του, ποσού 186.308,00 ευρώ χάριν καταβολής του οποίου είχε εκδόσει τέσσερεις (4) ισόποσης αξίας μεταχρονολογημένης εκδόσεως τραπεζικές επιταγές, β) ότι κατά την διάρκεια της συναντήσεώς τους ο αναιρεσείων, εκμεταλλευόμενος ολιγόλεπτη απουσίασε του αναιρεσίβλητου, έσχισε τις εν λόγω τραπεζικές επιταγές, οι οποίες είχαν τοποθετηθεί στο γραφείο του αναιρεσίβλητου, στο σημείο του αριθμού αυτών, τις οποίες στη συνέχεια δίπλωσε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη γίνεται αντιληπτή η ενέργειά του αυτή, ακολούθως δε αποχώρησε προφασιζόμενος επείγουσα εργασία του, (γ) ότι με την ενέργειά του αυτή κατέστησε άκυρες τις εν λόγω τραπεζικές επιταγές, οι οποίες, κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεως του αναιρεσίβλητου, κηρύχθηκαν ανίσχυρες με την 84/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και (δ) ότι συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας, από πρόθεση, πράξεώς του αναιρεσείοντος, με την μορφή της υπεξαγωγής εγγράφου κατ' εξακολούθηση, αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων με την 1/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Βόλου και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως (12) μηνών, ο αναιρεσίβλητος υπέστη σε αιτιώδη σύνδεσμο, θετική ζημία ίση με το ποσό των επιταγών. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 914, 297, 298 ΑΚ 1,2, 13 του Ν. 5960/1933 παραδοχή της απευθυνόμενης κατά του αναιρεσείοντος αγωγής του αναιρεσίβλητου, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατάθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 71/12-6-2009 αίτηση για αναίρεση της 220/7-4-2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ