294/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 294 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 294/2011
Legislator headnote
AI generated294/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 294 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 294/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 294 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 294/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Κάτσικα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BOLERO ΖΑΧΑΡΩΔΗ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην …, Βιομηχανική Περιοχή … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τρύφωνα Ιορδάνογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Δεκεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσεσιβλήτου και της συνενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" απορροφηθείσας από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 266/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της σε σχέση ειδικότερα με την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη υπ' αρ. 266/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 266/2007 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία ερήμην της πρώτης των εφεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων, απέρριψε ως απαράδεκτη ως προς την πρώτη των εφεσιβλήτων και κατ'ουσίαν ως προς τη δεύτερη αυτών την από 28.4.2004 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 17/2004 οριστικής απόφασης του ΜονΠρΡοδόπης, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη ως προς την πρώτη των εφεσιβλήτων την από 9.10.2002 αγωγή τους κατά της αναιρεσείουσας, ενώ τη δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν ως προς τη δεύτερη των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητη, υποχρεώνοντας την αντίδικό της να της καταβάλει, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό των 10.427,73 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
2. Το άρθρ. 7§3 του ν.δ. 4366/1964 "περί ιδρύσεως της ΕΤΒΑ" όριζε ότι "επί συμβάσεων, συμβολαιογραφικών εγγράφων και καταστατικών συναπτομένων υπό επιχειρήσεων, εις ας μετέχει η ΕΤΒΑ, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.δ. 3026/1954, τα δε συμβολαιογραφικά δικαιώματα δεν δύνανται να υπερβούν το ποσό των 5000 δραχμών, επίσης δε τα πάσης φύσεως δικαιώματα εμμίσθων ή αμίσθων υποθηκοφυλάκων δια την μεταγραφή τοιούτων συμβολαίων ή τα δικαιώματα δια την υπέρ της ΕΤΒΑ εγγραφήν προσημειώσεως ή κατασχέσεως δεν δύνανται να υπερβούν το ποσόν των 3.000 δραχμών". Ακολούθησε το ν.δ. 1369/1973 "περί μετατροπής της Ελληνικής Τραπέζης ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑΝ", το οποίο στο άρθρ. 6 του δεύτερου κεφαλαίου των ειδικών διατάξεων όρισε ότι "το ν.δ. 4366/1964 και πάσα μεταγενεστέρα τροποποίηση τούτου καταργούνται, πλην του πρώτου εδαφίου της §3 του άρθρ. 7 ...", που αναφέρεται στη μη υποχρεωτική παράσταση των δικηγόρων στις οικείες συμβάσεις.
Στη συνέχεια εκδόθηκε ο ν.2359/1995 " Εξυγίανση της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως ΑΕ και άλλες διατάξεις", ο οποίος στο άρθρ. 6, που φέρει τον τίτλο "Τροποποιήσεις Καταστατικού ΕΤΒΑ ΑΕ και άλλες διατάξεις, όρισε ότι "το καταστατικό της ΕΤΒΑ, όπως κυρώθηκε με το ν.δ. 1369/1973, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν. 49/1975, το ν. 1360/1983, το ν. 1472/1984 και το άρθρ.45 ν. 1947/1991, τροποποιείται ως εξής: "1)... 2)... 14) Τα άρθρα 5 και 6 των ειδικών διατάξεων αντικαθίστανται ως εξής: Άρθρο 6: Καταργούνται οι διατάξεις του ν.δ. 4366/1964, όπως ισχύουν, εκτός από την § 3 του άρθρ.7, με αναπροσαρμογή των εκεί οριζομένων ποσών ενιαία στο ποσό των δραχμών 100.000". Με την τελευταία αυτή διάταξη είναι σαφές ότι επανήλθε σε ισχύ η § 3 του άρθρ.7 ν.δ. 4366/1964, κατά το μέρος που είχε καταργηθεί με το άρθρ.6 του δεύτερου κεφαλαίου των ειδικών διατάξεων του ν.δ. 1369/1973 και αναπροσαρμόσθηκαν τα οριζόμενα σ' αυτή ποσά ενιαίως σε 100.000 δραχμές.
Συνεπώς με βάση την παραπάνω διάταξη, η οποία ως ειδική υπερισχύει της διάταξης του άρθρ. 15§2 ν. 2545/1997 "Βιομηχανικές και Επιχειρηματικές Περιοχές και άλλες διατάξεις", τα δικαιώματα των έμμισθων ή άμισθων υποθηκοφυλάκων δεν μπορούν να υπερβούν το ποσό αυτό για την εγγραφή υπέρ της ΕΤΒΑ προσημείωσης υποθήκης (ΑΠ 512/1999, ΕλλΔνη 1999.1751). Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρ. 5§1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει το δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική , οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη", σκοπείται η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του και πραγματώνεται με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που διαγράφονται από τη διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητά του (ΟλΑΠ 2/1997, ΕλλΔνη 1997.536). Η καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή προστασία της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ελευθερίας δεν είναι όμως απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος, με όρο παραδοχής των περιορισμών αυτών τη συμβατότητά τους και με την αρχή της αναλογικότητας, που πρέπει να σέβονται. Η αρχή αυτή, που η νομολογία των δικαστηρίων, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, παγίως αναγνώριζε ως ισχύουσα και πριν ακόμη από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή ,στις 18.4.2001, οπότε αποτυπώθηκε στη διάταξη του άρθρ. 25§1 εδ.δ' του Συντάγματος, απαιτεί οι επιβαλλόμενοι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων να οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό (ΟλΑΠ 10/2003, ΕλλΔνη 2003.405). Δηλαδή για να είναι σύμφωνοι με την παραπάνω αρχή της αναλογικότητας οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια και συγκεκριμένα να είναι α) κατάλληλοι, δηλαδή πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, δηλαδή να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό και γ) αναλογικοί υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (ΟλΑΠ 43/2005).
Συνεπώς ως συνταγματική αρχή που θέτει όρια στους περιοριστικούς των ατομικών δικαιωμάτων νόμους, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη, ενώ στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, οφείλει να μην εφαρμόσει αυτόν κατά τη ρητή επιταγή του άρθρ. 93§4 του Συντάγματος, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικά σε εφαρμογή (ΟλΑΠ 6/2009, ΕλλΔνη 2009.91). Υπό την έννοια αυτή η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν ιδρύει αυτοτελή λόγο αναίρεσης (ΑΠ 350/2009, ΕλλΔνη 2010.391), αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη λόγου αναίρεσης για κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου που προσβάλλεται ως αντισυνταγματικός, οπότε κατά το σχετικό έλεγχο θα κριθεί και η συμφωνία του με την αρχή αυτή. Περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς και ο περιορισμός των νόμιμων δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ή κατάσχεσης υπέρ της ΕΤΒΑ ΑΕ που επιβλήθηκε με το άρθρ. 7§3 ν.δ. 4366/1964, όπως οι διατάξεις του, κατά τα προεκτεθέντα, επαναφέρθηκαν σε ισχύ με το άρθρ. 6§14 ν. 2359/1995. Όμως σκοπός της σχετικής ρύθμισης δεν είναι ο περιορισμός αυτών καθαυτών των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων, αλλά η αντίστοιχη μείωση των εξόδων των δανειοδοτούμενων από την ΕΤΒΑ ΑΕ επιχειρήσεων, ώστε έτσι αυτές να διευκολυνθούν στην πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων, αφού διαφορετικά, δηλαδή αν τα δικαιώματα των υποθηκοφυλάκων υπολογίζονταν αναλογικά, κατά τις διακρίσεις του ν.325/1976, τα έξοδα δανειοδότησης των επιχειρήσεων θα ήταν σημαντικά αυξημένα και σε ευθεία συνάρτηση με το ύψος των χορηγούμενων σ' αυτές πιστώσεων. Ο παραπάνω, δηλαδή, σκοπός εντάσσεται στο πλαίσιο υλοποίησης των στόχων της ΕΤΒΑ ΑΕ, που σύμφωνα με το άρθρ. 4 του τροποποιημένου με το άρθρ. 6§3 ν. 2359/1995 καταστατικού της είναι, μεταξύ άλλων, η προώθηση, μέσω και πιστωτικών ενισχύσεων, της βιομηχανικής, βιοτεχνικής, τουριστικής, ναυτιλιακής, μεταλλευτικής, εμπορικής και εν γένει κάθε δραστηριότητας που συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Όπως είναι φανερό, η επίτευξη των στόχων αυτών, που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της Εθνικής Οικονομίας, είναι ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος και υπερτερούν του ατομικού συμφέροντος των συμβολαιογράφων να υπολογίζουν με αναλογική κλίμακα και συνεπώς να εισπράττουν αυξημένα συγκριτικά δικαιώματα για τις παραπάνω υπέρ της ΕΤΒΑ ΑΕ εγγραφές, που συνιστούν άλλωστε μικρό μέγεθος σε σχέση με το συνολικό όγκο των πραγματοποιούμενων στα υποθηκοφυλακεία εγγραφών. Συνάγεται έτσι ότι ο κρίσιμος περιορισμός των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων και πρόσφορος είναι και αναγκαίος για την επίτευξη των ως άνω σημαντικών αναπτυξιακών στόχων της Εθνικής Οικονομίας, ενώ δεν είναι και δυσανάλογος σε σχέση με την προκαλούμενη στους υποθηκοφύλακες οικονομική ζημιά, αντιπαραβαλλόμενη προς την αναμενόμενη από την υλοποίηση των στόχων ωφέλεια. Συνακόλουθα ο κρίσιμος περιορισμός των δικαιωμάτων των υποθηκοφυλάκων, υπαγορευόμενος από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον και όντας συμβατός και με την αρχή της αναλογικότητας, αποτελεί επιτρεπτό περιορισμό της κατοχυρωμένης με το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των υποθηκοφυλάκων και η σχετική ρύθμιση του νόμου δεν είναι για το λόγο αυτό αντισυνταγματική και μη εφαρμόσιμη. Επομένως το Εφετείο, που ερμήνευσε με τον ίδιο τρόπο τη σχετική ρύθμιση και την έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του εφαρμοστέα, δεν παραβίασε τις διατάξεις του Συντάγματος και των λοιπών ουσιαστικών νόμων που προαναφέρθηκαν, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο λόγος αυτός, που ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρ. 562§2β ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Στις 15 Οκτωβρίου 2002 καταρτίσθηκαν στην … μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΤΒΑ ΑΕ με έδρα την … (η οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της στη πρώτη των εφεσιβλήτων) και της δεύτερης των εφεσιβλήτων (αναιρεσίβλητης) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία BOLERO ΖΑΧΑΡΩΔΗ ΘΡΑΚΗΣ ΑΕ ... δυο συμβάσεις δανειοδότησης της τελευταίας από την πρώτη, ποσών αντίστοιχα 1.680.000 και 1.450.000 ευρώ. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της η δανείστρια αιτήθηκε και εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων οι υπ' αριθ. 775 και 776/2002 αποφάσεις του ΜονΠρΡοδόπης, με τις οποίες διατάχθηκε η εγγραφή υπέρ αυτής (ΕΤΒΑ) προσημειώσεων υποθήκης στα περιγραφόμενα σ' αυτές τις αποφάσεις ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στην βιομηχανική περιοχή της …. Με σχετικές αιτήσεις της προς την εναγομένη (αναιρεσείουσα) ζήτησε η ΕΤΒΑ από εκείνη να προβεί με την ιδιότητα αυτής, ως υποθηκοφύλακα Κομοτηνής, στην εγγραφή στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κομοτηνής των προσημειώσεων, που είχαν διαταχθεί με βάση τις ως άνω αποφάσεις, δηλώνοντας ότι προσφέρει για κάθε εγγραφή το ποσό των 293,47 ευρώ (100.000 δρχ.), πλέον του ποσού των 45,73 ευρώ υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ και των ζητούμενων πιστοποιητικών και ότι επιφυλάσσεται για κάθε δικαίωμά της σε περίπτωση που θα αναγκασθεί να καταβάλει επιπλέον χρήματα αχρεωστήτως. Η εναγομένη αρνήθηκε τούτο, υποστηρίζοντας ότι τα εισπρακτέα για δικαιώματα αυτής και του Δημοσίου ανέρχονταν κατά το ν. 2545/1997 σε μεγαλύτερα ποσά, (και) εισέπραξε από τη δεύτερη ενάγουσα (BOLERO ΑΕ) για κάθε εγγραφή τα ποσά των 6.006,33 και 5.106,33 ευρώ, αντίστοιχα... Δηλαδή η τελευταία εισέπραξε το ποσό των 11.112,66 ευρώ συνολικά ... όμως εδικαιούτο για τις δυο εγγραφές το ποσό των 678,40 ευρώ. Έτσι πράττοντας κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερη κατά το ποσό των 10.434,26 ευρώ, ενώ η πρώτη ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το αντίστοιχο ποσό, καθόσον μετά την ισχύ του ν. 2359/1995 τα δικαιώματα των υποθηκοφυλάκων για πράξεις τους όπου συμβάλλεται η ΕΤΒΑ, όπως είναι και η εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης, δεν είναι αναλογικά, αλλά υπόκεινται κατά τα προαναφερόμενα στους περιορισμούς των ανωτέρω διατάξεων (άρθρ. 7§3 ν.δ. 4366/1964, 6§14 ν. 2359/1995) ... Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω η εκκαλούμενη απόφαση είναι ορθή ... και πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ...". Το Εφετείο με όσα παραπάνω διέλαβε στην απόφασή του ρητά δέχεται ότι τα καταβληθέντα στην αναιρεσείουσα υπέρτερα από τα πράγματι οφειλόμενα δικαιώματά της για την εγγραφή των δυο υπέρ της ΕΤΒΑ ΑΕ προσημειώσεων υποθήκης σε ακίνητα της αναιρεσίβλητης καταβλήθηκαν απ' αυτή στην αναιρεσείουσα, οπότε αυτή έχει κατά της αντιδίκου της αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως έγινε δεκτό τόσο με την πρωτόδικη όσο και με την εφετειακή απόφαση. Αντίθετα δεν θεμελιώνεται αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υπέρ της ΕΤΒΑ ΑΕ, αφού αυτή δεν κατέβαλε τα αντίστοιχα ποσά, γι' αυτό άλλωστε και η ένδικη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως μη νόμιμη κατά το μέρος της που ασκήθηκε απ' αυτή, ενώ ως προς την ίδια η έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως παθητικά ανομιμοποίητη και κατ' επέκταση ως απαράδεκτη. Ωστόσο το Εφετείο, ενώ δέχθηκε τα ανωτέρω, στη συνέχεια ανέφερε στην απόφασή του ότι "... η πρώτη ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα αντίστοιχα ποσά ...", μολονότι η ζημιωθείσα εταιρεία BOLERO ΑΕ δεν έχει αναγραφεί στο δικόγραφο της αγωγής ως πρώτη, αλλά ως δεύτερη ενάγουσα. Πρόκειται για εμφανή γραφική παραδρομή κατά τη σύνταξη της εφετειακής απόφασης και όχι για πραγματική αντίφαση των αιτιολογιών της, δηλαδή εσφαλμένα αναγράφηκε σ' αυτή ότι ζημιώθηκε η πρώτη ενάγουσα (ΕΤΒΑ ΑΕ) αντί της δεύτερης (αναιρεσείουσας). Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή η έφεση της αναιρεσείουσας δεν θα είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν, αλλά θα είχε γίνει δεκτή.
Συνεπώς το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές στην πραγματικότητα αιτιολογίες, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρ. 904 επ. ΑΚ) και ούτε έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Είναι έτσι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρ. ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι αφού η απόφαση δέχθηκε ότι τα αυξημένα ποσά δικαιωμάτων που εισέπραξε η αναιρεσείουσα καταβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη, δεν μπορεί η ΕΤΒΑ ΑΕ να θεωρηθεί ζημιωθείσα, ενώ αν παρόλα αυτά θεωρηθεί ζημιωθείσα, όπως αντιφατικά κατ' αυτή δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τότε αυτή και όχι η αναιρεσίβλητη θα έπρεπε να έχει κατά της αναιρεσείουσας την επίδικη αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.2.2009 αίτηση της Ε. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 266/2007 απόφασης του Εφετείου Θράκης Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ