Legislator Case Law & Legislation
294/2008 AI generated

294/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 294/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.12.2000 αγωγή του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Χ1 ήδη αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος από τους προαναφερόμενους αναιρεσιβλήτους, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 12598/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2689/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 22.11.2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 11.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

294/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα αποποίησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 294 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 294/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ......, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Πατιερίδης, που ανακάλεσε την από 07.12.2007 δήλωση του κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) Χ2 χήρας Χ1, 2) Χ3 και 3) Χ4, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος στις 23.11.2004 αρχικού αναιρεσιβλήτου Χ1 κατοίκων όλων ..... τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Χρόνης Χατζημιχαήλ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.12.2000 αγωγή του αρχικώς αναιρεσιβλήτου Χ1 ήδη αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος από τους προαναφερόμενους αναιρεσιβλήτους, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 12598/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2689/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 22.11.2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 11.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 433/22-11-2004 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2689/1-9-2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, επί της 45693/2000 αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 12598/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων υποχρεώθηκε να καταβάλει στον δι' αυτόν ενάγοντα το ποσό των 44.000,00 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο τελευταίος από την αποδιδόμενη με τις αιτιολογίες της άδικη και υπαίτια πράξη στον εναγόμενο, καρδιοχειρούργο, αναπληρωτή καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατά το από 10-11 έως 4-12-1995 χρονικό διάστημα νοσηλείας του ενάγοντος στην εγκατεστημένη στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ καρδιοχειρουργική κλινική του εν λόγω νοσοκομείου, στην οποία υπηρετεί ο τελευταίος, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από έφεση του εναγομένου, η 2689/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώθηκε ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη, 433/22-11-2004, αίτηση αναιρέσεως, μετά την άσκηση της οποίας, στις 23-11-2004, απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος Χ1. Στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287, 291, 292 Κ.Πολ.Δ και 1846, 1847 ΑΚ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθαίνει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμή της επελεύσεως του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Παράλληλα ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για το σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση και πριν από την γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή (θάνατος), θεωρώντας ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως ως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης, που έχει διακοπεί, πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης ή πριν χάσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο το δικαίωμα αποποίησης.

Και αυτά ανεξάρτητα από το εάν, κατά την κρίση του επισπεύδοντος, ο κληρονόμος του αρχικού αντιδίκου του έχει ή όχι έννομο συμφέρον να συνεχίσει τη δίκη, εφόσον γι' αυτό θα αποφανθεί το δικαστήριο μετά από ακρόαση και του τελευταίου. Η πρόσκληση, εξάλλου, προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται όχι μόνο με κοινοποίηση του δικογράφου, που περιέχει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ στοιχεία και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως η από 28-12-2006 κλήση του αναιρεσείοντος κατά των Ι.

Χ2 Χας Χ1 ΙΙ. Χ3 και ΙΙΙ. Χ4, μόνων εξ' αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου Χ1 συζύγου και πατρός αυτών, αντίστοιχα, με την οποία νομότυπα, προβαίνει σε αναγκαστική , κατά την έννοια του άρθρου 291 Κ.Πολ.Δ, επανάληψη της δίκης, που επιτρέπει την έρευνα στη συνέχεια της βασιμότητας των διατυπούμενων λόγων αναιρέσεως, με την υπεισέλευσή τους με την ιδιότητά τους αυτή στην δικονομική θέση του αρχικώς αναιρεσίβλητου.

Ειδικότερα :

Ι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Με την έννοια αυτή νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για την θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί εφέσεως του εναγομένου, με την οποία διώκεται η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και η απόρριψη της κατ' αυτού απευθυνομένης αγωγής, ο σχετικός ισχυρισμός, στον οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση, πρέπει να έχει προταθεί με λόγο εφέσεως περιεχόμενο στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της εφέσεως (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο).

Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 481, 926 ΑΚ, μετά την προβολή από τον αναιρεσείοντα του ισχυρισμού περί αποσβέσεως της επιδικασθείσης στον αναιρεσίβλητο χρηματικής απαιτήσεως μετά την καταβολή στον τελευταίο του ποσού των 35.000.000 δρχ., από το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, ως εις ολόκληρο ενεχόμενο οφειλέτη του από την αυτή ιστορική και νομική αιτία.

Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει ότι δεν περιέχεται ο εν λόγω ισχυρισμός, εκτίμηση η οποία δικαιολογεί και την μη αναφορά του στις αιτιολογίες της αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 85 παρ. 1 του υπαλληλικού Κώδικα, που κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 611/1977, ο δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται έναντι του δημοσίου για κάθε θετική ζημία που προξένησε σ' αυτό από δόλο ή βαρειά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς επίσης για τις αποζημιώσεις στις οποίες υποβλήθηκε έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτού που έγιναν επίσης από δόλο ή βαρειά αμέλεια.

Δεν ευθύνεται όμως ο υπάλληλος για τις ίδιες πράξεις ή παραλείψεις έναντι τρίτων. Με τις διατάξεις αυτές, αντίστοιχου περιεχομένου με εκείνη του άρθρου 38 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 2683/1999 νέου Κώδικα Καταστάσεως Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων, καθιερώνεται το αστικώς ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων έναντι τρίτων.

Ως αιτιολογία για την καθιέρωση του αστικώς ανευθύνου των δημοσίων υπαλλήλων έναντι τρίτων προβλήθηκε ".... διότι δια της αναλήψεως της ευθύνης υπό του Κράτους προστατεύεται αποτελεσματικότερα ο πολίτης......", ".....διότι εκρίθη ότι οι υπάλληλοι δεν δύνανται να εργάζονται υπό την δαμόκλειον σπάθην της ευθύνης και δι' ελαφράν ακόμη αμέλειαν και ότι εργαζόμενοι υπό την απειλήν αυτήν, καθίστανται διστακτικοί περί την ερμηνείαν και την εφαρμογήν των νόμων.....", ".......θα κατάστήσομεν τον υπάλληλον ανίκανον να αναλάβη οιανδήποτε πρωτοβουλίαν και θα τρέμη εις κάθε του ενέργειαν....." (Δ' Αναθεωρητική Βουλή, Πρακτικά της Ειδικής Διακομματικής Επιτροπής επί του Υπαλληλικού Κώδικος, 1949, 114-123).

Η διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα έχει πλήρη εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.1, 2 του ν. 1397/1983 "Περί Εθνικού Συστήματος Υγείας" και στο ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων οποιασδήποτε μορφής, γιατί οι γιατροί είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ως έχοντες την ιδιότητα του μονίμου δημοσίου λειτουργού.

Επιπρόσθετα στην αντίστοιχου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 38 του νέου Υπαλληλικού κώδικα υπάγονται οι υπάλληλοι ν.π.δ.δ. και των Ο.Τ.Α. α' και β ' βαθμού (άρθρο 100 ν. 1188/1981, 112 π.δ/τος 30/1996), οι δικαστικοί υπάλληλοι (άρθρο 60 του ν. 2812/2000), οι στρατιωτικοί εν γένει των Ενόπλων Δυνάμεων και οι ανήκοντες στα Σώματα Ασφαλείας και το Λιμενικό Σώμα (άρθρο 1 ν.δ. 2998/1954, 71 ν.δ. 721/1970), το υπαλληλικό προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 57 ν. 3086/2002).

Αντίθετα, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 περ. δ' του π.δ./τος 611/1977 δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτού, επομένως και εκείνης του άρθρου 85 παρ. 1 αυτού, με την οποία αποκλείεται η έναντι τρίτων αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων, οι καθηγητές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και το λοιπό διδακτικό προσωπικό. Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων καρδιοχειρουργός, αναπληρωτής καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ευθύνεται έναντι του αναιρεσίβλητου για την αποδιδόμενη εις αυτόν άδικη και υπαίτια εις βάρος του τελευταία πράξη ως ιατρού της καρδιοχειρουργικής κλινικής του εν λόγω πανεπιστημίου, νομική παραδοχή η οποία διατυπώνεται και στις 1659/2003, 1613/2001, 928/1981 αποφάσεις του Αρείου Πάγου.

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. δ' του π.δ. 61//1977, κατ' εφαρμογή της οποίας το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος περί ελλείψεως παθητικής στο πρόσωπό του νομιμοποιήσεως λόγω του αποκλεισμού τη αστικής ευθύνης του αναιρεσίβλητου, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, με εντεύθεν εφαρμογή και για τον αναιρεσείοντα της διατάξεως του άρθρου 85 παρ. 1 του π.δ. 611/1977, αποδίδοντας κατ' εκτίμηση την αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της εφαρμογής της αντιβαίνουσας στις εν λόγω συνταγματικές επιταγές διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 περ.

δ' του π.δ. 611/1977 και παραλείψεις εφαρμογής εκείνης του άρθρου 85 παρ. 1 αυτού. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως τίθεται ζήτημα γενικότερου κατά την κρίση του Δικαστηρίου ενδιαφέροντος και ειδικότερα αν οι καθηγητές και το λοιπό βοηθητικό προσωπικό των Ιατρικών Σχολών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ευθύνονται έναντι των τρίτων και για τις πράξεις ή παραλείψεις τους ως ιατρών σε εγκατεστημένες κατά το άρθρο 13 του ν. 1337/1983 στα νοσοκομεία Πανεπιστημιακές κλινικές, για τους οποίους ορίζεται με το άρθρο 13 παρ. 2 εδ. 2 του αυτού ν. 1337/1983 περί Εθνικού Συστήματος Υγείας ότι το πανεπιστημιακό προσωπικό σε ότι αφορά την υπηρεσία του στο νοσοκομείο, θεωρείται ότι βρίσκεται σε οργανική σχέση με αυτό και υπάγεται στην δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του νοσοκομείου, όπως και το λοιπό προσωπικό της ιατρικής υπηρεσίας.

Σημειώνεται ότι το ενδιαφέρον του θέματος διατηρείται και μετά την ισχύ του νέου υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999), στον οποίο ομοίως δεν υπάγονται τα μέλη ΔΕΠ των ΑΕΙ (άρθρο 16 παρ. 6, 13 παρ. 4 ν. 1268/1982), δοθέντος ότι, παρά το γεγονός ότι δεν περιέχει αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. ε' του π.δ. 611/1977, δεν ισχύει για τους καθηγητές και το λοιπό διδακτικό προσωπικό των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων το καθιερούμενο με το άρθρο 38 παρ. 1 εδ. 3 αυτού αστικώς ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων έναντι των τρίτων.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Και

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ