293/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated293/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο προθεσμίας των δυο ετών, αφού δεν προκύπτει, ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 293 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας με την επωνυμία "…….", που εδρεύει στον …... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. (V.) του Σ. (S.) Ν. (D.), συζύγου Β. (V.) Π. (P.), κατοίκου …… . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καρπουζάκη, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2021 (με αριθμό κατάθεσης 12197/364/2021) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …../2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 783/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα μη κερδοσκοπική εταιρεία με την από 17-3-2023 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-3-2023 και με αριθ. κατάθ. 2436/233/17-3-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, με αριθ. 783/13-2-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί της από 2-11-2022 και με αριθ. κατάθ. 107799/5612/2-11-2022 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθ.
…../22-8-2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά παραδοχή σχετικών λόγων έφεσης, τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω από 2-11-2022 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθ. ……/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσία την από 23-2-2021 και με αριθ.
κατάθ. 12197/364/2021 αγωγή αυτής και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε στο σύνολό της την εν λόγω αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία "…..." να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 21.577,48 ευρώ, για μη καταβληθέντες μισθούς, διαφορές αποδοχών και επιδομάτων του αναφερομένου χρονικού διαστήματος, καθώς και μη καταβληθείσα αποζημίωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτής, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκτιθέμενες διακρίσεις.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο προθεσμίας των δυο ετών, αφού δεν προκύπτει, ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 8 εδ. α` του Συντάγματος, εκδόθηκε ο ν. 682/1977 "Περί Ιδιωτικών Σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων" (Α` 244), ο οποίος ρύθμισε γενικώς τα θέματα της ίδρυσης και λειτουργίας και του διδακτικού προσωπικού όλων των ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου αυτού "Ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία γενικής δημοτικής ή μέσης Εκπαιδεύσεως τα μη ανήκοντα εις το Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα υπό φυσικών ή νομικών προσώπων, κατά τα ειδικώτερον εις τον παρόντα νόμον οριζόμενα".
Στο δε άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: "Τα Ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ασκούντος την επ' αυτών εποπτείαν δια των περιφερειακών εποπτικών οργάνων". Εξάλλου, σύμφωνα με το ν. 4862/1931 "Περί των ξένων σχολείων" ορίζεται ειδικότερα:
Στο άρθρο 1 παρ. 1-"Ξένα σχολεία θεωρούνται τα ιδιωτικά σχολεία παντός εκπαιδευτικού περιεχομένου, τα οποία είτε ιδρύθησαν υπό μη έλληνος πολίτου ή υπό νομικού προσώπου, σωματείου ή οργανισμού μη ελληνικού ή μη εδρεύοντος εν Ελλάδι, είτε ανήκουσιν εις τοιούτον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον", στο άρθρο 4 - "Η εποπτεία επί των ξένων εκπαιδευτηρίων ασκείται υπό των αυτών υπαλλήλων του Κράτους, και καθ` όν τρόπον και η εποπτεία των ελληνικών ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων", στο άρθρο 5 "Ξένα σχολεία ισότιμα προς τα ελληνικά ιδιωτικά σχολεία" "1.
Τα εν τω Κράτει λειτουργούντα ξένα σχολεία της Μέσης Εκπαιδεύσεως δύνανται ν` αναγνωρισθώσιν ως ισότιμα προς τα ελληνικά ιδιωτικά σχολεία της Μέσης Εκπαιδεύσεως, εάν συμμορφωθώσι προς τας λειτουργίας των ελληνικών ιδιωτικών σχολείων επιβαλλομένας υπό του Νόμ.3578/1928 υποχρεώσεις" και στο άρθρο 8 παρ. 1, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 6 του ν. 3794/2009, "Οι τίτλοι σπουδών, που εκδίδονται από το ξένο σχολείο, θεωρούνται ισότιμοι και αντίστοιχοι των τίτλων που εκδίδονται από τα ελληνικά σχολεία της αυτής βαθμίδας".
Επίσης με το ν. 1566/1985 "ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ-ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΛΠ. ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ" (ΦΕΚ Α 167), ορίζεται ειδικότερα στο άρθρο 4 "Δημοτική εκπαίδευση", παρ. 11 "Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με: α) την οργάνωση και λειτουργία των δημοτικών σχολείων, β) ....
γ) την έναρξη και λήξη του σχολικού και διδακτικού έτους, δ)......ε).....στ).... και ζ) κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετική με τη λειτουργία των δημοτικών σχολείων". Περαιτέρω με το π.δ 79/2017 "Οργάνωση και λειτουργία νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων" (ΦΕΚ Α 109), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης, ορίζεται:
Στο άρθρο 2 "Σχολικό έτος και διδακτικό έτος", 1. Σχολικό έτος είναι η περίοδος που αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου και λήγει την 31η Αυγούστου του επόμενου έτους. 2. Το διδακτικό έτος αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου και λήγει την 21η Ιουνίου του επόμενου έτους. Στο άρθρο 3 "Διακοπές, Αργίες και Εορταστικές εκδηλώσεις", "1.
Τα νηπιαγωγεία και τα δημοτικά σχολεία δεν λειτουργούν τις ακόλουθες ημέρες και περιόδους: α) .....β)..... γ) .... ι) από 22 Ιουνίου μέχρι και 31 Αυγούστου (θερινές διακοπές)". Αντίστοιχες ρυθμίσεις για το προηγούμενο της εφαρμογής του πιο πάνω Π.Δ/τος χρονικό διάστημα περιείχαν οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 και 4 παρ.1 περ.
ια του Π.Δ/τος 201/1998 (ΦΕΚ Α 161), που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση της ιδίας ως άνω διάταξης του ν. 1566/1985. Με το π.δ 104/1979 "Περί Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαιδεύσεως" (ΦΕΚ Α 23) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του τότε ισχύοντος άρθρου 28 παρ. 6 του ν. 309/1976 "περί οργανώσεως και διοικήσεως της Γενικής Εκπαιδεύσεως", ορίζεται στο άρθρο 1. "Σχολικό και διδακτικό έτος". "1.
Το σχολικό έτος για τα γυμνάσια, τις τεχνικές επαγγελματικές σχολές (ΤΕΣ) και τα λύκεια δημόσια και ιδιωτικά, ημερήσια και εσπερινά, αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου και τελειώνει την 31η Αυγούστου του επόμενου έτους. 2. Το διδακτικό έτος για τα ίδια σχολεία αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου και λήγει την 30η Ιουνίου του επόμενου έτους".
Τέλος με την περίπτωση 1 της υποπαραγράφου 3 της παραγράφου Θ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 προβλέπεται ειδική διοικητική διαδικασία για την έκδοση άδειας λειτουργίας σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ενώ με το άρθρο 35 παρ. 8 αριθ. 19 του ν. 4186/2013 (ΦΕΚ Α 193) αναγνωρίσθηκε το αναιρεσείον ως ξένο σχολείο κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 4862/1931.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων της εκπαιδευτικής νομοθεσίας προκύπτει ότι τα ξένα ιδιωτικά σχολεία, που λειτουργούν στη χώρα (όπως το αναιρεσείον), ανεξαρτήτως του αν ακολουθούν ξένο πρόγραμμα σπουδών, τελούν υπό την εποπτεία υπαλλήλων του Κράτους κατά τρόπο όμοιο με εκείνο των ελληνικών ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και οι τίτλοι σπουδών που εκδίδονται από αυτά θεωρούνται ισότιμοι και αντίστοιχοι των τίτλων που εκδίδονται από ελληνικά σχολεία της ιδίας βαθμίδας, αυτά δε υπόκεινται συνακόλουθα στις επί μέρους ρυθμίσεις της ελληνικής νομοθεσίας, από τις οποίες (ρυθμίσεις) διέπεται και η κατάσταση του διδακτικού τους προσωπικού, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας αυτού.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν, κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του μισθωτού, οι δε παρεχόμενες από τον συμβληθέντα εργοδότη οδηγίες, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί αυτές και να δέχεται την άσκηση ελέγχου για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές και της επιμελούς γενικά εκτέλεσης της εργασίας (ΟλΑΠ 28/2005).
Κύριος σκοπός της εργασιακής σύμβασης είναι η παροχή εργασίας από τον μισθωτό και σ' αυτό αποβλέπουν οι συμβαλλόμενοι. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επέλευσης ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτέλεσης ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19, 20/2007). Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες έχει συναφθεί η σύμβαση (ΟλΑΠ 7/2011, 18/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 8 παρ. 1 και 3 του Νόμου 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), οι διατάξεις του νόμου αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και επί σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του Νόμου 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/1 8-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Νόμου 2112/1920 σαφώς συνάγεται ότι ο καθορισμός χρονικής διάρκειας στη σύμβαση εργασίας είναι δικαιολογημένος από τη φύση της, όταν όχι μόνον η σύμβαση, ως εκ του είδους και του σκοπού της εργασίας, έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης ορισμένου χρόνου, αλλά και όταν η διάρκεια αυτής υπαγορεύεται από αποχρώντες λόγους, που ανάγονται ειδικότερα στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης.
Όταν συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις η εκάστοτε συμφωνία εργοδότου και μισθωτού ότι η σύμβαση εργασίας θα είναι ορισμένης διάρκειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου περί καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας. Περαιτέρω, στο Π.Δ. 81/2003 (ΦΕΚ Α 77), όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα άρθρα 2 και 3 του ΠΔ 180/2004 και το άρθρο 41 του Νόμου 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152), του οποίου ο σκοπός είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία- πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα ….., …..
και ….. (E.E.L. 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου, με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και θεσπίζονται διατάξεις για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ορίζονται τα εξής:
Άρθρο 4: "Αρχή της μη διάκρισης. 1. Όσον αφορά στους όρους απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους αορίστου χρόνου.
Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση, οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν. 2. Όταν τα δικαιώματα του εργαζόμενου εξαρτώνται από τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη δεν χωρεί διάκριση με κριτήριο τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, εκτός εάν για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση. 3.
Η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης είναι η ίδια τόσο για τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου όσο και για τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας".
Άρθρο 5: "Κανόνες προστασίας εργαζομένων και αποφυγής καταστρατηγήσεων σε βάρος τους. 1. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης. 2.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του.
Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών. 3. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.
Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου "ίδιου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος.".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2022).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, εφόσον οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, με την προαναφερόμενη αγωγή της, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, είχε εκθέσει, ότι είναι υπήκοος της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων, κάτοχος τίτλου σπουδών στις Θεωρητικές Επιστήμες, εγγραφείσα ως επαγγελματίας εκπαιδευτικός στην αρμόδια υπηρεσία της χώρας της, με βάση τον οποίο το έτος 2012 προσελήφθη και εργάστηκε, για λογαριασμό της εναγομένης αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας στο αναγνωρισμένο αλλοδαπό ιδιωτικό σχολείο αυτής, τόσο στο Δημοτικό όσο και στο Γυμνάσιο-Λύκειο, ασκώντας διδακτικά και διοικητικά καθήκοντα, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά τα χρονικά διαστήματα και με τους όρους εργασίας, που περιγράφονται, λεπτομερώς στο δικόγραφο της αγωγής.
Ότι στην πραγματικότητα οι συμβάσεις εργασίας της, που άρχιζαν την 1η Σεπτεμβρίου με την έναρξη του σχολικού έτους και έληγαν την 30η Ιουνίου, αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης. Ότι την 7-9-2020 η διοίκηση της εναγομένης της ανακοίνωσε, ότι δεν επιθυμεί, πλέον, να εργάζεται σ' αυτό, χωρίς να της επιδοθεί έγγραφη καταγγελία της σύμβασής της και να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, με συνέπεια να είναι άκυρη.
Υπό το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε επικαλούμενη την μεταξύ αυτής και της εναγομένης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επικουρικά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει α) το ποσό των 4.789,17 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και β) το συνολικό ποσό των 16.788,31 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2015 έως και 2020 με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 905/2022 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Μετά από άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους της ενάγουσας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφάνισε τη εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής, δέχτηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία καθ' όλα τα προαναφερθέντα αιτήματά της.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "... Η εφεσίβλητη - εναγόμενη αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα] αποτελεί εκπαιδευτικό ίδρυμα, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αποτελεί ένα αυτοδιαχειριζόμενο ξένο σχολείο , που ακολουθεί ξένο πρόγραμμα σπουδών, υπαγόμενο στην άμεση εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας των Φιλιππίνων και λειτουργεί στην Ελλάδα ως νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4093/2011 [ενν.
ν. 4093/2012]. Οι εκπαιδευτικοί και άλλοι σκοποί του προσιδιάζουν στις διατάξεις των ν. 4862/1931 "περί των ξένων σχολείων", 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών οικοτροφείων" και το ν. 1566/1985 "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης". Στο πλαίσιο της λειτουργίας του υπάγεται η παροχή βασικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων σε παιδιά , που είτε τα ίδια, είτε ένας εκ των γονέων του κατέχουν την ιθαγένεια της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων.
Για το σκοπό αυτό προσλαμβάνει αλλοδαπούς εκπαιδευτικούς με φιλιππινέζικη υπηκοότητα. Στα πλαίσια της λειτουργίας αυτής απασχολήθηκε και η ενάγουσα - εκκαλούσα [ήδη αναιρεσίβλητη] με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, με παράλληλη ανανέωση των αδειών εργασίας της από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας.
Η εναγόμενη την προσέλαβε ως Εκπαιδευτικό για πρώτη φορά το έτος 2012 και η παροχή των υπηρεσιών της άρχισε την 1.9.2012. Έκτοτε και μέχρι το 2020, έχοντας τα προς τούτο νόμιμα προσόντα, δίδασκε στο Σχολείο, στον τόπο δηλαδή που όριζε η εναγόμενη (έδρα του σχολείου) και σύμφωνα με τις οδηγίες της, κατά το συμφωνηθέν ωράριο, με μια μικρή διακοπή, αυτή του θέρους, όπως και όλοι οι Δάσκαλοι και Καθηγητές.
Ειδικότερα δε, εμφανιζόταν την 1η Σεπτεμβρίου - ή την επόμενη εργάσιμη ημέρα κάθε σχολικού έτους- στο σχολείο έως την 30η Ιουνίου, όπως συμβαίνει με κάθε Έλληνα εκπαιδευτικό σε δημόσιο και ιδιωτικό σχολείο, σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών, που ακολουθούσε το Σχολείο. Μάλιστα, ανεξάρτητα από το εάν κάποιες συμβάσεις εργασίας της αναφέρουν ημερομηνία μεταγενέστερης της 1ης Σεπτεμβρίου, αυτή παρουσιαζόταν ανελλιπώς, την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε σχολικού έτους.
Τα καθήκοντα της ήταν διδακτικά και διοικητικά, συναφή με τα εκπαιδευτικά (π.χ. προετοιμασία ελέγχων, συναντήσεις με γονείς και Καθηγητές και τη Διοίκηση του Σχολείου, προετοιμασία ύλης για μαθήματα), κατόπιν εντολής του εκάστοτε Διευθυντή. Μάλιστα, επειδή τα καθήκοντά της αφορούσαν τόσο το Δημοτικό όσο και το Γυμνάσιο-Λύκειο, η σύμβαση που υπέγραφε, σε περισσότερα αντίγραφα, υποβαλλόταν με διαφορετικές, χειρόγραφα "αναγεγραμμένες, ημερομηνίες για να εκδοθεί μία άδεια διδασκαλίας για το Δημοτικό και μία άδεια διδασκαλίας για το Γυμνάσιο-Λύκειο.
Η ημερομηνία που έφερε η σύμβαση ήταν, επομένως, "τυπική", δεν υπαγορευόταν από κάποιο λόγο λειτουργικό ή εκπαιδευτικό, ουσιαστικά δε η εναγομένη συνέτασσε τη σύμβαση και την καλούσε να την υπογράψει χωρίς να της επιτρέπει να επηρεάσει το περιεχόμενο της. Ανεξάρτητα όμως από την ημερομηνία που έφεραν οι συμβάσεις, πάντοτε η παροχή των υπηρεσιών της άρχιζε όπως παραπάνω αναφέρεται.
Οι αποδοχές της αφορούσαν πάντοτε την παροχή των υπηρεσιών της και στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο-Λύκειο, και το ωράριο που συμφωνούνταν στις συμβάσεις της αφορούσε την παροχή των εκπαιδευτικών υπηρεσιών της και στις δύο βαθμίδες. Οι συμβάσεις είχαν εν γένει ενιαίο-όμοιο κείμενο. Σε αυτές ρητώς οριζόταν ότι εφαρμογή είχαν οι διατάξεις της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας (π.χ.
άδειες στο άρθρο 4 της σύμβασης, αποζημίωση καταγγελίας, για την οποία ρητά οριζόταν στο άρθρο 6 όλων των ανωτέρω συμβάσεων ότι αυτή θα δίδεται βάσει των διατάξεων των Ν. 3198/1955 και 2112/1920, όπως εκάστοτε ισχύουν). Επίσης, προβλεπόταν παγίως σχετικά με τη λύση της σύμβασης στο άρθρο 5 ότι η σύμβαση λύεται αυτόματα με τη μη ανανέωση της άδειας διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα, που έχει χορηγηθεί στην εργαζόμενη κατά την κείμενη νομοθεσία, σύμφωνα με το Ν.3386/2005 και τα ειδικότερα οριζόμενα για τους εκπαιδευτικούς του σχολείου στην υπ' αριθ.
Οικ. 16343/2008 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών-Εξωτερικών-Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων- Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ ΒΙ 563/6-8-2008), καθώς και με την καθ' οποιονδήποτε τρόπο απώλεια εκ μέρους της εργαζόμενης της ιδιότητας του/της εκπαιδευτικού. Επιπλέον, στο ίδιο άρθρο 5 οριζόταν ότι η σύμβαση θα λύεται χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας ασκήσεως των καθηκόντων της (διδακτικών ή διοικητικών), σοβαρής αμέλειας κατά την άσκηση του εκπαιδευτικού της έργου, αδικαιολόγητη αποχή από τα καθήκοντα της, ποινική ή πειθαρχική καταδίκη για οιοδήποτε έγκλημα ή αδίκημα προσβάλλει ή βλάπτει τη φήμη του σχολείου ή και σε περίπτωση οιασδήποτε άλλης συμπεριφοράς που αντιβαίνει στην εκπαιδευτική νομοθεσία και την ηθική της παιδαγωγού.
Τέλος με το άρθρο 10 της σύμβασης οριζόταν ότι για κάθε άλλο θέμα που δε ρυθμιζόταν από την σύμβαση, θα εφαρμόζονται οι διατάξεις των Ν. 4862/1931 "περί των ξένων σχολείων", 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών οικοτροφείων και Ν. 1599/1986 "Δομή και Λειτουργία της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης", όπως εκάστοτε ισχύουν.
Για την παροχή των υπηρεσιών της ως εκπαιδευτικού εκδίδονταν συνεχώς από το έτος 2012 μέχρι και το έτος 2020 άδειες διδασκαλίας. Οι άδειες αυτές εκδίδονταν μετά από αίτημά της και αίτημα του Σχολείου, που επιβεβαίωνε την απασχόλησή της ως εκπαιδευτικού σε αυτό για το συγκεκριμένο έτος από την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.
Ειδικότερα με την εναγόμενη συνήψε τις ακόλουθες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που φέρονταν να είναι ορισμένου χρόνου: Σχολικό έτος 2012-2013: Την 4/1/2013 συνήψε στην Αθήνα προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με την εναγόμενη, αρχόμενη από την 4/1/2013 και λήγουσα την 30/6/2013, με την οποία συμφωνήθηκε ότι θα εργάζεται στο Σχολείο τόσο ως Δασκάλα του Δημοτικού αλλά και ως Καθηγήτρια στο Γυμνάσιο, διδάσκοντας τα μαθήματα των Αγγλικών, της Τεχνολογίας και της Οικιακής Οικονομίας.
Για τυπικούς λόγους, όπως της εξήγησαν, και συγκεκριμένα για λόγους σχετικούς με την άδεια η σύμβαση έφερε ημερομηνία 4η Ιανουάριου 2013, αν και αυτή ήταν διαθέσιμη για την παροχή των υπηρεσιών της από 1η Σεπτεμβρίου 2012 και εμφανίσθηκε για εργασία την 3η Σεπτεμβρίου 2012, ημέρα Δευτέρα, δηλαδή δίδασκε στο σχολείο με την έναρξη των μαθημάτων το Σεπτέμβριο του έτους 2012.
Το ωράριο της πενθήμερης εργασίας της ορίστηκε ότι θα είναι από τις 8:00 π.μ. έως 5.00 μ.μ., από Δευτέρα έως Παρασκευή, συμπεριλαμβάνοντας διαλείμματα για γεύματα και έξι (6) ώρες διδασκαλίας ημερησίως κατ' ανώτατο. Επίσης συμφωνήθηκε ότι θα παρέμενε τρεις τουλάχιστον φορές κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους και ότι θα παρέμενε στο Σχολείο και μετά το πέρας του ωραρίου της για την παράδοση των ελέγχων επιδόσεως, την παροχή ενημερώσεως στους γονείς και κηδεμόνες των μαθητών.
Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι θα προσέρχεται στο Σχολείο, όταν της ζητείτο, για την διεύθυνση, υποβοήθηση και παρακολούθηση των εκδηλώσεων που διοργανώνει το Σχολείο (εορταστικές γυμναστικές επιδείξεις, χριστουγεννιάτικο παζάρι κλπ). Οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της συμφωνήθηκε ότι θα ανέρχονται στο ποσό των επτακοσίων ευρώ (700 ευρώ) και θα καταβάλλονται την 12η ημέρα κάθε μηνός.
Παράλληλα, για τη νόμιμη παροχή των υπηρεσιών της έλαβε από το Υπουργείο Παιδείας και θρησκευμάτων την υπ' αριθ. πρωτοκόλλου 1088/139779/Ζ 1/9.11.2012 άδεια διδασκαλίας με σκοπό να διδάξει, σύμφωνα με τα προσόντα της στο Δημοτικό ως Δασκάλα στην εναγόμενη, μετά από αίτημα της εναγόμενης που είχε υποβληθεί από τον Ιούλιο 2012, όπως προκύπτει από τα διαβιβαστικά έγγραφα που μνημονεύονται στην ανωτέρω άδεια διδασκαλίας για την έκδοση της που χρονολογούνται από Ιούλιο 2012, ακριβώς για να καλύπτουν την έναρξη του σχολικού έτους την 1.9.2012.
Σχολικά έτη 2013-2014 και 2014-2015: Για τα ως άνω έτη συνήφθησαν προφορικά οι από 1η Σεπτεμβρίου 2013 και 11 Σεπτεμβρίου 2014 διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της συμφωνήθηκαν ότι θα ανέρχονται στο ποσό πεντακοσίων ογδόντα επτά ευρώ (587,00€) και θα καταβάλλονται την 12η ημέρα κάθε μηνός.
Κατά τα λοιπά το περιεχόμενο των συμβάσεων ήταν το ίδιο με τη σύμβαση που είχε συνάψει την 4η Ιανουάριου 2013 για το προηγούμενο σχολικό έτος. Για την παροχή των υπηρεσιών της τα δύο αυτά έτη εξεδόθησαν δύο ανανεώσεις άδειας διδασκαλίας, η με αριθμ. πρωτοκ. 569Δ/103570/Ζ1/3.7.2014 για το σχολικό έτος 2013-2014 και η με αριθμ.
πρωτοκ, 2035Α/ΕΙΣ.130133/Ζ1/27-8-2014 για το σχολικό έτος 2014- 2015 από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με σκοπό να διδάξει, στο ανωτέρω ξένο σχολείο, ως δασκάλα. Σχολικό έτος 2015- 2016: Την 9/9/2015 συνήψε στην Αθήνα σύμβαση ορισμένου χρόνου, αρχόμενη από 9/9/2015 και λήγουσα την 30/6/2016. Το ωράριο της πενθήμερης εργασίας της ορίστηκε ότι θα είναι από τις 8:00 π.μ.
έως 5.00 μ.μ., από Δευτέρα έως Παρασκευή, συμπεριλαμβάνοντας διαλείμματα για γεύματα και έξι (6) ώρες διδασκαλίας ημερησίως κατ' ανώτατο. Οι μηνιαίες μικτές αποδοχές της συμφωνήθηκε ότι θα ανέρχονται στο ποσό των πεντακοσίων ογδόντα επτά ευρώ (587 ευρώ), και θα καταβάλλονται την 30ή ημέρα κάθε μηνός. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι θα εργάζεται ως Δασκάλα στο Δημοτικό αλλά και ως Καθηγήτρια στο Γυμνάσιο/Λύκειο, διδάσκοντας τα μαθήματα των Αγγλικών, της Τεχνολογίας και της Οικιακής Οικονομίας, παρέχοντας τις υπηρεσίες της όπως προβλεπόταν στις ανανεώσεις της άδειας διδασκαλίας μου (την με αριθμ.
πρωτοκ. 160035/Η2/12.10.2015 ανανέωση αδείας διδασκαλίας (για το Δημοτικό) και την με αριθμ. πρωτοκ. 200990/Η2/19.12.2015 ανανέωση αδείας διδασκαλίας από τη Διεύθυνση Παιδείας Ομογενών Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης Ξένων και Μειονοτικών Σχολείων Τμήμα Διοίκησης Προσωπικού (για το Γυμνάσιο-Λύκειο). Υπεγράφησαν δύο συμβάσεις εκ των οποίων αυτή που αφορούσε την παροχή υπηρεσιών της στο Δημοτικό είχε ημερομηνία 9.9.2015, ενώ αυτή που αφορούσε την παροχή υπηρεσιών της στο Γυμνάσιο δεν έφερε ημερομηνία, οι οποίες είχαν το αναφερόμενο ως άνω κοινό περιεχόμενο.
Η παροχή των υπηρεσιών της και για τις δύο περιπτώσεις άρχισε από την 1.9.2015 και έληξε την 30.6.2016. Σχολικό έτος 2016-2017: Με τις από 22.6.2016 και 23.6.2016 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσες στην Αθήνα, αρχόμενες από την 1/9/2016 και λήγουσες την 30/6/2017, συμφωνήθηκε με την πρώτη ότι θα εργάζεται ως Δασκάλα στο Δημοτικό, με τη δε δεύτερη ότι θα εργάζεται ως Καθηγήτρια στο Γυμνάσιο/Λύκειο, διδάσκοντας τα μαθήματα των Αγγλικών, της Τεχνολογίας και της Οικιακής Οικονομίας.
Το ωράριο της πενθήμερης εργασίας της ορίστηκε ότι θα είναι από τις 8:00 π.μ. έως 5.00 μ.μ., από Δευτέρα έως Παρασκευή, συμπεριλαμβάνοντας διαλείμματα για γεύματα και έξι (6) ώρες διδασκαλίας ημερησίως κατ' ανώτατο. Οι μηνιαίες μικτές αποδοχές συμφωνήθηκε ότι θα ανέρχονται στο ποσό των πεντακοσίων ογδόντα επτά ευρώ (587,00€) και θα καταβάλλονται την 15η ημέρα κάθε μηνός.
Τέλος, εκδόθηκαν ανανεώσεις της άδειας διδασκαλίας της, δηλαδή η με αριθμ. πρωτ. 115409/ Η2 /13.7.2016 άδεια διδασκαλίας για το Δημοτικό και η με αριθμ. πρωτοκ.108089/Η2/1.7.2016 άδεια διδασκαλίας για το Γυμνάσιο-Λύκειο από τη Διεύθυνση Παιδείας Ομογενών Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης Ξένων και Μειονοτικών Σχολείων, Τμήμα Διοίκησης Προσωπικού, του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με σκοπό να διδάξει, στο ανωτέρω ξένο σχολείο.
Σχολικό έτος 2017-2018: Την 23/5/2017 συνήψε στην Αθήνα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αρχόμενη από την 1/9/2017 και λήγουσα την 30/6/2018. Το ωράριο της πενθήμερης εργασίας της ορίστηκε ότι θα είναι από τις 8:00 π.μ. έως 5.00 μ.μ, και από Δευτέρα έως Παρασκευή , συμπεριλαμβάνοντας διαλλείματα για γεύματα και έξι (6) ώρες διδασκαλίας ημερησίως κατ' ανώτατο.
Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της συμφωνήθηκε ότι θα ανέρχονται στο ποσό των επτακοσίων δώδεκα ευρώ και δέκα επτά λεπτών (712,17€) και καθαρές στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, και 0α καταβάλλονται την 30ή ημέρα κάθε μηνός. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι θα εργάζεται ως Δασκάλα στο Δημοτικό αλλά και ως Καθηγήτρια στο Γυμνάσιο/Λύκειο, διδάσκοντας τα μαθήματα των Αγγλικών, της Τεχνολογίας και της Οικιακής Οικονομίας, παρέχοντας τις υπηρεσίες της, όπως επαναλαμβανόταν στις ανανεώσεις της άδειας διδασκαλίας της, δηλαδή την με αριθμ.
πρωτοκ. 117923/Ν1/12.7.2017 άδεια διδασκαλίας για το Δημοτικό και την με αριθμ. πρωτοκ. 116971/Ν1/14.4.2017 άδεια διδασκαλίας για το Γυμνάσιο και Λύκειο, εκδοθείσες από την Αυτοτελή Διεύθυνση Ιδιωτικής Εκπαίδευσης-Τμήμα Γ, Ξένων Σχολείων του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με σκοπό να διδάξει, στο ανωτέρω ξένο σχολείο.
Σχολικό έτος 2018-2019: Με τις από 14.9.2018 και 12.7.2018 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου , συναφθείσες στην Αθήνα, αρχόμενες από τις 1/9/2018 και λήγουσες την 30/6/2019, συμφωνήθηκε με τη μεν πρώτη ότι θα εργάζεται ως δασκάλα στο Δημοτικό, με τη δε δεύτερη ότι θα εργάζεται ως Καθηγήτρια στο Γυμνάσιο/Λύκειο, διδάσκοντας τα μαθήματα των Αγγλικών, της Τεχνολογίας και της Οικιακής Οικονομίας.
Το ωράριο της πενθήμερης εργασίας της ορίστηκε από τις 8:00 π.μ. έως 4.00 μ.μ,, από Δευτέρα έως Παρασκευή, συμπεριλαμβάνοντας διαλείμματα για γεύματα και έξι (6) ώρες διδασκαλίας ημερησίως κατ' ανώτατο. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της θα ανέρχονται στο ποσό των επτακοσίων δώδεκα ευρώ και δεκαεπτά λεπτών (712,17 ευρώ), μέχρι 31,1.2019 ενώ από 1.2.2019 ανήλθαν στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα πέντε ευρώ (775,00 ευρώ), και θα καταβάλλονται την 30ή ημέρα κάθε μηνός.
Εξεδόθησαν σχετικά η με αριθμ. πρωτοκ. 168989/Μ1/10.10.2018 ανανέωση αδείας διδασκαλίας για το Δημοτικό και η με αριθμ. πρωτοκ. 127337/Ν 1/26.07.2018 ανανέωση αδείας διδασκαλίας για το Γυμνάσιο-Λύκειο από την Αυτοτελή Διεύθυνση Ιδιωτικής Εκπαίδευσης-Τμήμα Γ, Ξένων Σχολείων του Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με σκοπό να διδάξει, στο ανωτέρω ξένο σχολείο.
Σχολικό έτος 2019-2020: Την 2/9/2019 συνήψε σύμβαση ορισμένου χρόνου, αρχόμενη από την 2/9/2019 και λήγουσα την 19/6/2020. Παρά ταύτα ανέλαβε καθήκοντα την 01.09.2019 και παρέμεινε στο σχολείο παρέχοντας τις υπηρεσίες της μέχρι την 30.6.2020. Το ωράριο της πενθήμερης εργασίας της ορίστηκε ότι θα είναι από τις 8:00 π.μ. έως 4.00 μ.μ., από Δευτέρα έως Παρασκευή, συμπεριλαμβάνοντας διαλείμματα για γεύματα και έξι (6) ώρες διδασκαλίας ημερησίως κατ' ανώτατο.
Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές συμφωνήθηκε ότι θα ανέρχονται στο ποσό των 775 ευρώ μέχρι την 31.1.2020, ενώ από 1.2.2020 ανήλθαν στο ποσό των οκτακόσιων είκοσι ενός ευρώ (821,00 ευρώ), και θα καταβάλλονται την 30ή ημέρα κάθε μηνός. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι θα εργάζεται ως Δασκάλα στο Δημοτικό αλλά και ως Καθηγήτρια στο Γυμνάσιο/Λύκειο, διδάσκοντας τα μαθήματα των Αγγλικών, της Τεχνολογίας και της Οικιακής Οικονομίας.
Εξεδόθησαν σχετικά η με αριθμ. πρωτοκ. 7072/Ν 1/20.1.2020 ανανέωση αδείας διδασκαλίας για το Δημοτικό και η με αριθμ. πρωτοκ. 155295/Ν1/4.10.2019 ανανέωση αδείας διδασκαλίας για το Γυμνάσιο - Λύκειο από την Αυτοτελή Διεύθυνση Ιδιωτικής Εκπαίδευσης-Τμήμα Γ. Ξένων Σχολείων του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με σκοπό να διδάξει, στο ανωτέρω ξένο σχολείο.
Επομένως, αποδεικνύεται βάσει των άνω συμβάσεων εργασίας και των ανανεώσεων των αδειών διδασκαλίας της ότι απασχολήθηκε συνεχώς και αδιαλείπτως στο Σχολείο επί οκτώ χρόνια (από το έτος 2012 μέχρι και το έτος 2020} ως εκπαιδευτικός, ως Δασκάλα ή Καθηγήτρια στο Γυμνάσιο Λύκειο και πάντοτε στα μαθήματα των Αγγλικών, Οικιακής Οικονομίας και Τεχνολογίας, με συμβάσεις, που είχαν τους ίδιους όρους κατ' ουσίαν, και μεταξύ τους μεσολαβούσε μικρό διάστημα, αυτό της παύσης λειτουργίας του σχολείου για τις θερινές διακοπές.
Οι υπηρεσίες συνεπώς που προσέφερε κάλυπταν διαρκείς και πάγιες ανάγκες της εναγόμενης και όχι πρόσκαιρες, ούτε κάθε φορά προσλαμβανόταν για να αντιμετωπιστεί κάποιο έκτακτο ή απρόβλεπτο γεγονός. Εξάλλου ο χρονικός περιορισμός των διαδοχικών αυτών συμβάσεων εργασίας δεν δικαιολογείται ούτε από την φύση των υπηρεσιών που παρείχε, ούτε από τη φύση των καλυπτόμενων από την εργασία της αναγκών της εναγόμενης, οι δε ως άνω συμβάσεις κατ' επίφαση μόνο φέρονται ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω αναφερθείσες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται ως μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η συνομολόγηση του ορισμένου χρόνου σ' αυτές δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως ή τις ανάγκες της επιχειρήσεως, όπως είναι μεταξύ άλλων και όταν η εκτελούμενη εργασία ικανοποιεί πάγιες και τακτικές ανάγκες της (....).
Περαιτέρω, η συνομολόγηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου , μη ταυτιζόμενου με το σχολικό έτος (το οποίο αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου και λήγει την 31η Αυγούστου του επομένου έτους) δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους και δεν αίρει την οποιαδήποτε έννοια διαδοχικότητας της αρχικής, με τις επόμενες συμβάσεις.
Έτσι κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 5 παρ. 3 του π.δ/τος 81/2003, η ενάγουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης και, δεν δικαιολογείται η πρόσληψή της με συμβάσεις της ως άνω μορφής, με συνέπεια τη μετατροπή τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Η πρακτική, όμως, αυτή ήταν παράνομη και γινόταν προσχηματικά, χωρίς, δηλαδή, βούληση διακοπής των εν λόγω συμβάσεων, αλλά με, μόνο, σκοπό την αποφυγή, εκ μέρους της εναγόμενης, πληρωμής των πάσης φύσεως αποδοχών της ενάγουσας.
Και τούτο, διότι, από τη στιγμή, που το σχολικό έτος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο, αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου και λήγει την 31η Αυγούστου του επόμενου έτους, δεν επιτρέπεται και είναι άκυρος, κάθε όρος, ατομικής σύμβασης εργασίας, ο οποίος αντιτίθεται στο νόμο και δεν είναι ευνοϊκότερος για τον εργαζόμενο.
Περαιτέρω, η εναγομένη δεν τήρησε τη νόμιμη διαδικασία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, όπως προβλέπεται για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου και ορίζεται από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και το άρθρο 5 του ν. 3198/1955 και ειδικότερα για 8 έτη εργασίας της οφείλεται το ποσό των 4.789,17 ευρώ [821 ευρώ χ 5 μήνες + 1/6 χ (821 χ 5)].......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κρίνοντας, όπως άλλωστε προαναφέρθηκε, επί εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της ως αβάσιμη κατ' ουσία, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, έκρινε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή δεχόμενο, ότι η σύμβαση που συνέδεε την αναιρεσίβλητη με την αναιρεσείουσα έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς η καταγγελία αυτής χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης είναι άκυρη και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη τα αιτούμενα ποσά για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας, του αναφερομένου χρονικού διαστήματος και το ποσό των 4.789,17 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 5 Π Δ/τος 81/2003, σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις της εκπαιδευτικής νομοθεσίας, όπως και τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού με βάση τα παραπάνω που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι δηλαδή, α) η εναγομένη, αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, που είναι εκπαιδευτικό ίδρυμα, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, λειτουργεί στην Ελλάδα, ξένο αυτοδιαχειριζόμενο σχολείο, υπαγόμενο στην άμεση εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας των Φιλιππίνων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, β) οι εκπαιδευτικοί και άλλοι σκοποί του προσιδιάζουν στις διατάξεις των ν. 4862/1931 "περί των ξένων σχολείων", 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών οικοτροφείων" και 1566/1985 "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης", όπως άλλωστε είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων και οριζόταν ρητώς στο άρθρο 10 των ατομικών συμβάσεων της ενάγουσας, γ) το σχολικό έτος, όπως ορίζεται στο νόμο (π.δ 79/2017, π.δ 104/1979), αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου και λήγει την 31η Αυγούστου του επόμενου έτους, δ) η ενάγουσα εργάστηκε, ως εκπαιδευτικός, στο ξένο ιδιωτικό σχολείο της εναγομένης, τόσο στο Δημοτικό όσο και στο Γυμνάσιο/Λύκειο αυτού, με βάση τις αναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ε) στις συμβάσεις αυτές, ορίστηκε χρόνος έναρξης παροχής της εργασίας της ενάγουσας, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα των ετών 2012 έως 2020, η 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους και λήξης η 30η Ιουνίου του επομένου έτους, που είναι το διδακτικό έτος, με διακοπή κατά τις θερινές διακοπές, όπως δηλαδή συμβαίνει με κάθε Έλληνα εκπαιδευτικό σε δημόσιο και ιδιωτικό σχολείο, σύμφωνα και με το πρόγραμμα σπουδών που ακολουθούσε το σχολείο της εναγομένης, στ) στις συμβάσεις αυτές, δεν αναφερόταν κανένας αντικειμενικός λόγος, που να δικαιολογεί την κατάρτιση τους ως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ζ) η ενάγουσα εργάστηκε στο σχολείο της εναγομένης, εκτελώντας τα διδακτικά και εξωδιδακτικά της καθήκοντα, τόσο στο Δημοτικό όσο και στο Γυμνάσιο/Λύκειο, από το έτος 2012 έως το έτος 2020, δηλαδή για συνεχή οχτώ (8) έτη, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, η) εξ αυτού δεν δικαιολογείται η πρόσληψη της ενάγουσας με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και συνεπώς προσχηματικά καταρτίστηκαν με πρόθεση καταστρατήγησης των προστατευτικών διατάξεων του δικαίου της καταγγελίας, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 και για την αποφυγή καταβολής των πάσης φύσεως αποδοχών της και οι συμβάσεις της ενάγουσας έχουν τον χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου και θ) η εναγομένη δεν επέδοσε στην ενάγουσα έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ούτε της κατέβαλλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ορθώς συνακόλουθα έκρινε ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας φέρει τον χαρακτήρα αυτής της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και για το κύρος της καταγγελίας αυτής απαιτείται η καταβολή της προβλεπόμενης από τους νόμους 2112/1920 και 3198/1955 αποζημίωσης, παραλλήλως δε, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό.
Επισημαίνεται ότι με βάση την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 του ν 682/1977 [οι ρυθμίσεις του οποίου - νόμου - αποτελούσαν μέρος των συμβάσεων των διαδίκων], η οποία είχε μεν αρχικά καταργηθεί στο σύνολό της με το άρθρο πρώτο παρ. Ζ του ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85), πλην όμως σχετική ρύθμιση προστέθηκε εκ νέου στο νόμο αυτό με το άρθρο 28 παρ. 1 του ν. 4415/2016 (ΦΕΚ Α 159) και κατά συνέπεια ίσχυσε από την έναρξη εφαρμογής της (6 - 9 -2016) και κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σχέσης εργασίας της αναιρεσίβλητης ως εκπαιδευτικού με το αναιρεσείον ξένο σχολείο, δηλαδή από το σχολικό έτος 2016 - 2017 και εφεξής, προβλέπεται η αυτοδίκαιη μετατροπή της σύμβασης εργασίας ορισμένης διάρκειας (διετία) του απασχολουμένου σε ιδιωτικά σχολεία εκπαιδευτικού, η οποία κατά νόμο λήγει στις 31 Αυγούστου του δευτέρου έτους [ήτοι με τη λήξη του σχολικού έτους] σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον κατά τη λήξη της αυτή δεν καταγγελθεί από τον εργοδότη.
Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου, ότι ενώ αρχικά δέχεται ότι το εκπαιδευτήριο της αναιρεσείουσας είναι ένα αυτοδιαχειριζόμενο ξένο σχολείο, που ακολουθεί ξένο πρόγραμμα σπουδών, υπαγόμενο στην άμεση εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας των Φιλιππίνων και λειτουργεί στην Ελλάδα ως νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, ακολούθως, αντιφατικά και χωρίς να διαλαμβάνει αιτιολογία, δέχεται ότι οι εκπαιδευτικοί και άλλοι σκοποί του προσιδιάζουν στις διατάξεις των ν. 4862/1931 "περί των ξένων σχολείων", 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών οικοτροφείων" και το ν. 1566/1985 "Δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης".
Τούτο δε διότι η ιδιότητα του ιδιωτικού σχολείου της αναιρεσείουσας ως ξένου ιδιωτικού σχολείου που ακολουθεί το διδακτικό πρόγραμμα σπουδών του Υπουργείου Παιδείας της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων και λειτουργεί στην Ελλάδα, δεν αναιρεί, αλλά αντιθέτως επιβάλλει, την επ' αυτού εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, όπως και η ίδια η αναιρεσείουσα συνομολόγησε κατά την κατάρτιση των προαναφερομένων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας.
Η δε ειδικότερη αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το αναιρεσείον υπάγεται "στην άμεση εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας των Φιλιππίνων" γίνεται υπό την προφανή έννοια της εποπτείας στην εφαρμογή του διδακτικού προγράμματος σπουδών του Υπουργείου Παιδείας της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων και δεν αφορά την κατά τα λοιπά εποπτεία αυτού από τις ελληνικές αρχές που ρυθμίζεται από το άρθρο 4 του ν. 4862/1931 ή την εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας επί του προσλαμβανόμενου διδακτικού προσωπικού.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω διατάξεων, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι επί πλέον αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι οι επίδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου, διότι, όπως ισχυρίστηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, υφίσταντο αντικειμενικοί λόγοι που προέκυπταν από το είδος, τη μορφή και τις συνθήκες λειτουργίας της εναγόμενης- εργοδότριας, αλλά και από το είδος της εκτελούμενης από την ενάγουσα εργασίας, δοθέντος ότι ως αναγνωρισμένο ξένο σχολείο υπάγεται στις διαδικαστικές ρυθμίσεις της αλλοδαπής έννομης τάξης της Δημοκρατίας των Φιλιππίνων και το σχολικό έτος εκκινεί αρχές Σεπτεμβρίου και λήγει το αργότερο την 30/6 εκάστου έτους και δεν λειτουργεί κατά τις θερινές διακοπές, το Εφετείο όφειλε να δεχθεί ότι υπήρξε αντικειμενικός λόγος για τη σύναψη των επιδίκων συμβάσεων ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου και για τη συγκεκριμένη διάρκεια (από 1-9 έως 30 Ιουνίου κάθε έτους) απαραδέκτως προτείνονται καθότι συνιστούν νομικά και πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που αναφέρονται στην εφαρμογή του νόμου και την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και όχι παραδοχές του δικαστηρίου διαμορφωτικές του αποδεικτικού του πορίσματος.
Περαιτέρω αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον υπό της αναιρεσείουσας προβληθέντα ισχυρισμό ότι το εκπαιδευτήριό της είναι ξένο σχολείο που ακολουθεί το αλλοδαπό πρόγραμμα σπουδών και εν γένει εκπαίδευσης των Φιλιππίνων, σύμφωνα με τον οποίο, δεν περιλαμβάνεται στο κατά το πρόγραμμα αυτό σχολικό έτος το χρονικό διάστημα από 1-7 έως 31-8 εκάστου έτους, καθόσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε με την παραδοχή ότι το αλλοδαπό ιδιωτικό σχολείο της εναγομένης, που λειτουργεί στην Ελλάδα, διέπεται, όπως άλλωστε διαλαμβάνεται και συνομολογήθηκε με ρητό όρο των ατομικών συμβάσεων της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4862/1931 "περί των ξένων σχολείων" και το ν. 682/1977 "Περί ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης και σχολικών οικοτροφείων", σύμφωνα με τις οποίες, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του π.δ 79/2017 "Οργάνωση και λειτουργία νηπιαγωγείων και δημοτικών σχολείων" και του πδ 104/1979" Περί Σχολείων Μέσης Γενικής Εκπαιδεύσεως", το σχολικό έτος αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους και λήγει την 31 Αυγούστου του επομένου έτους.
Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2023 και με αριθμό κατάθεσης 2436/233/17-3-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 783/13-2-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ