293/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated293/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Full text
Απόφαση 293 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 293/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Κ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 14/9/2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. (Β.) Α. του Α., κατοίκου Βούλας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2018 αγωγή και την από 8/11/2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14763/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1849/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/12/2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1849/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο έφεση κατά της 14763/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας την υπόθεση απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διατάξεως του άρθρου 914, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαίτιου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως (ΑΚ 919) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου, υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και της ζημίας, η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρεώσεως σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξεως από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευόμενης σε συνδυασμό και με το άρθρο 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα προκλήσεως της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βουλήσεως, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφωτίσεώς του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Περαιτέρω μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία ή και αν, ακόμα πιο γενικά, όταν η ενέργεια χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις επιταγές της έννομης τάξεως, εφόσον ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων, που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου (ΑΠ 1120/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 216/2017). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτή ως λόγος αναιρέσεως, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναιρέσεως παραβιάσθηκε (ΑΠ 96/2018, ΑΠ 216/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 919, 147 - 149 ΑΚ και 386 ΠΚ.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε σ' αυτή τα ακόλουθα : Ότι έχοντας ο ίδιος αποκτήσει σημαντική εμπειρία από το έτος 2000 ως βοηθός λογιστή, συνεργάστηκε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, με τον οποίο συνδεόταν με στενή φιλία, αναλαμβάνοντας από το έτος 2009, έναντι αμοιβής, τη διαχείριση των προσωπικών και εταιρικών, οικονομικών και λογιστικών του υποθέσεων.
Ότι στις αρχές του έτους 2013 ο εναγόμενος, του γνωστοποίησε την επιθυμία του να συσταθεί εταιρεία με άλλα πρόσωπα, πραγματικό όμως εκμεταλλευτή τον ίδιο, ώστε και αν υπήρχαν φορολογικές παραβάσεις από τυχόν ελέγχους που θα διενεργούσε το ΣΔΟΕ στις συναυλίες του, αυτός να μην εμπλέκεται. Ότι δέχτηκε να συστήσει ο ίδιος από κοινού με τον, προταθέντα από τον εναγόμενο, Ά.
Β., την αναφερόμενη στο δικόγραφο ομόρρυθμη εταιρεία, με αντικείμενο την διοργάνωση και εκτέλεση των συναυλιών του εναγομένου, έναντι αμοιβής 5.000 ευρώ για κάθε συναυλία και τον όρο να μην αφήσει ο τελευταίος ανεξόφλητη καμία οικονομική υποχρέωση της εταιρείας. Ότι η εταιρεία λειτούργησε με παρένθετα πρόσωπα τον ίδιο και τον Ά.
Β. και κρυπτόμενο πρόσωπο τον εναγόμενο από τις 7-5-2013 έως τις 22-10-2014, που λύθηκε μετά από εντολή του εναγομένου. Ότι κατά τη λύση της δεν υπήρχε οφειλή, πλην όμως δεν είχε γίνει εκκαθάριση με τη συγκέντρωση των εισιτηρίων κάθε συναυλίας. Ότι μετά από έλεγχο του ΣΔΟΕ διαπιστώθηκαν φορολογικές παραβάσεις της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας, συνεπεία των οποίων κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής το ποσό των βεβαιωμένων στην εφορία οφειλών της εταιρείας ανερχόταν στο ποσό των 231.574,6 ευρώ, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι ο εναγόμενος, έχοντας εξ αρχής την πρόθεση να τον εξαπατήσει, με την παράσταση της ψευδούς διαβεβαιώσεως ότι έχει την οικονομική επιφάνεια να εξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις της υπό σύσταση εταιρείας έναντι τρίτων, έπεισε αυτόν να προβεί στη σύστασή της με τον Ά. Β., πράξη στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε από την αρχή, την ειλημμένη απόφαση του εναγομένου να μην εξοφλήσει τα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο.
Ότι από την απατηλή αυτή συμπεριφορά του εναγομένου ο ίδιος ζημιώθηκε κατά το ως άνω ποσό των 231.574,6 ευρώ, που έχει βεβαιωθεί και σε βάρος του ως ομορρύθμου εταίρου της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας και υπέστη ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε μετά από τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 231.574,6 ευρώ, ως αποζημίωση από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια σε βάρος του συμπεριφορά, καθώς και το ποσό των 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, αφαιρουμένων 50 ευρώ για την παράστασή του, ως πολιτικώς ενάγοντος, στην ποινική δίκη.
Με το προεκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 147, 149, 297, 298, 914, 932 ΑΚ και 386 ΠΚ, καθόσον ο αναιρεσείων επικαλείται την απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, έχοντας αποφασίσει να μην πληρώσει τα χρέη της υπό σύσταση εταιρείας, τον διαβεβαίωνε ψευδώς ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις αυτής προς το Δημόσιο, ότι πείσθηκε από τις απατηλές διαβεβαιώσεις του αναιρεσιβλήτου και προέβη στη σύσταση της εταιρείας από κοινού με τον Ά.
Β. ως ομόρρυθμα μέλη, που λειτουργούσαν ως παρένθετα πρόσωπα και κρυπτόμενο πρόσωπο του αναιρεσίβλητο, με αντικείμενο τη διοργάνωση και εκτέλεση των συναυλιών του τελευταίου και ότι η ζημία του συνεπεία της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου συνίσταται στο ποσό των 231.574,6 ευρώ, το οποίο βεβαιώθηκε σε βάρος του από το ΣΔΟΕ για φορολογικές παραβάσεις της εταιρείας.
Τα ως άνω εκτιθέμενα στην αγωγή πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, καθόσον θεμελιώνουν την παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, την υπαιτιότητα αυτού, τη θετική ζημία του αναιρεσείοντος, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας (απατηλής) συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου και της προκληθείσης ζημίας στον αναιρεσείοντα.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι' αυτό πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι παραπάνω λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων της αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3β ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 αριθμ.1,191 αριθμ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ 1849/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ