293/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated293/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη από 31-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 19/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 293 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.
Αριθμός 293/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Γιαννόπουλο και Στυλιανό Σταματόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην πόλη Ingolstadt της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 4)Π. Λ. του Ρ., κατοίκου Αθηνών, 5) Σ. Ξ. του Γ., κατοίκου Άνω Γλυφάδας Αττικής, 6) Γ. Ρ. του Π., κατοίκου Αθηνών και 7) Α. Φ. του Κ. Χ., κατοίκου Κηφισιάς. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κουλοχέρη. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στυλιανό Καραμαρία και Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και εκπροσωπήθηκε και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κουλοχέρη, ο οποίος ανακάλεσε την από 11-12-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι παρίσταται ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...". Οι τρίτη έως και έβδομος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Στυλιανό Καραμαρία, Νικόλαο Κουλοχέρη και Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς: ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Eκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσιαλίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2012 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".... Τεχνική Εταιρεία Διαχείρισης Ακινήτων Α.Ε." και την από 29-10-2012 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7941/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1472/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ.1564/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την υπ' αριθ. 1472/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ.19/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των πρώτης και δεύτερης αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, ο πληρεξούσιος της προς ην η κοινοποίηση την παραδοχή της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 31-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 19/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων την από 6-6-2012 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 16-11-2011 καταγγελίας της από 2-7-2008 σύμβασης μίσθωσης, που είχε συναφθεί μεταξύ της ιδίας και της δεύτερης των εναγομένων εταιρείας, για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται σ' αυτήν.
Ζήτησε, επίσης, αφού περιόρισε παραδεκτά το αίτημα της αγωγής της, Α) να υποχρεωθούν οι τέσσερις πρώτες εναγόμενες εταιρείες, εις ολόκληρον έκαστη, να της καταβάλουν 1) το ποσό των 415.717,79 ευρώ για δεδουλευμένα μισθώματα και 2) το ποσό του 1.075.837,38 ευρώ για μισθώματα έως τη συζήτηση της αγωγής και Β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος να της καταβάλουν, 1) το ποσό των 2.201.570 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στους τόκους του ομολογιακού δανείου ύψους 14.500.000 ευρώ, που συνήψε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", 2) το ποσό των 192.530 ευρώ, που αντιστοιχεί στους τόκους της σύμβασης πίστωσης ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, την οποία αναγκάστηκε να συνάψει με την ως άνω τράπεζα προκειμένου να μπορέσει να αποπληρώσει τους τόκους του ομολογιακού δανείου, 3) το ποσό των 861.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στους τόκους που προκύπτουν από την προσαύξηση κατά ποσοστό 1% του περιθωρίου του δανεισμού κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, 4) το ποσό των 231.900 ευρώ, που αντιστοιχεί στους τόκους που προκύπτουν από την προσαύξηση κατά ποσοστό 1% του περιθωρίου δανεισμού κατά το επίσης αναφερόμενο χρονικό διάστημα, 5) το ποσό των 11.464.178,68 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε διαφυγόντα κέρδη, 6) το ποσό των 8.479.723,64 ευρώ, που αντιστοιχεί στην απομείωση της αγοραίας αξίας των αναφερομένων κτιρίων, 7) το ποσό των 411.023,04 ευρώ, που αντιστοιχεί στη ζημία που υπέστη λόγω απώλειας της δυνατότητάς της να συμψηφίσει τον κατασκευαστικό ΦΠΑ με τον αναλογούντα ΦΠΑ των απωλεσθέντων μισθωμάτων, 8) το ποσό του 1.006.958,40 ευρώ, που αντιστοιχεί στα έξοδα για τη συντήρηση και λειτουργία του περιβάλλοντος και κοινοχρήστων χώρων των αναφερομένων κτιρίων και 9) το ποσό του 1.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και άδικη συμπεριφορά των εναγομένων.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η τραπεζική εταιρεία "..." άσκησε με το από 29-10-2012 δικόγραφο πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας-αναιρεσείουσας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 7941/2013 απόφασή του δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση και εν μέρει την αγωγή και ειδικότερα, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 16-11-2011 καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης και υποχρέωσε τις τέσσερις πρώτες των εναγομένων εταιρείες να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστη, το ποσό του 1.413.819,33 ευρώ, που αφορούσε οφειλόμενα μισθώματα, ενώ υποχρέωσε επίσης τους εναγομένους, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό του 1.000.000 ευρώ για ηθική βλάβη.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 23-5-2013 έφεσή τους, η δε ενάγουσα-αναιρεσείουσα την από 27-5-2013 έφεση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας-ενάγουσας και το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 1472/2014 απόφασή του δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27-5-2013 έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 23-5-2013 έφεση κατά το μέρος της που ασκήθηκε από την πρώτη εκκαλούσα-εναγομένη και αφορούσε την επιδίκαση στην ενάγουσα των μηνιαίων μισθωμάτων, δέχθηκε κατ' ουσίαν την ίδια έφεση ως προς τους εκκαλούντες-εναγομένους αναφορικά με την επιδίκαση στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση κατά το σχετικό της κεφάλαιο, απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα της ηθικής βλάβης και ως προς το μέρος της που αφορούσε τους υπόλοιπους εναγομένους, ενώ απέρριψε και την ασκηθείσα υπέρ της εκκαλούσας-ενάγουσας πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά της απόφασης αυτής του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν, η ενάγουσα-εκκαλούσα την από 28-7-2014 αναίρεση, η πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα την από 24-11-2014 αναίρεση και τους από 17-11-2015 πρόσθετους αυτής λόγους αναίρεσης και η προσθέτως παρεμβαίνουσα τράπεζα "..." την από 15-12-2014 αναίρεση. Επί των αναιρέσεων αυτών εκδόθηκε η 1564/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η από 24-11-2014 αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, έγιναν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης της ενάγουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας τραπεζικής εταιρείας, αναιρέθηκε η προσβληθείσα 1472/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έγινε δεκτή η έφεση των εναγομένων ως παραδεκτή και βάσιμη κατ' ουσίαν, καθώς και κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας ως προς τα υπό στοιχεία Γ1, Γ2 και Γ3 αγωγικά κονδύλια ζημίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια στο ίδιο Εφετείο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 19/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 23-5-2013 έφεση των εναγομένων ως απαράδεκτη, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η από 27-5-2013 έφεση της ενάγουσας κατά το μέρος της που αφορούσε τα αναπεμφθέντα με την αναιρετική απόφαση υπό στοιχεία Γ1, Γ2 και Γ3 αγωγικά κονδύλια και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή κατά τα κονδύλια αυτά, απέρριψε την αγωγή κατά τα εν λόγω κονδύλια αποζημίωσης ως μη νόμιμη, καθώς έκρινε ότι η συγκεκριμένη ζημία δεν συνδέεται αιτιωδώς με την καταγγελία, η οποία κρίθηκε παράνομη. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 2 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε με κλήση για συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο, κατ' άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, και στην τράπεζα "...", η οποία είχε ασκήσει προηγουμένως αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση. Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αναίρεση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο (ΑΠ 449/2014, ΑΠ 28/2010).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει, εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 156/2021, 641/2011).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 649/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).
Αιτιώδης δε συνάφεια κατά την παραπάνω έννοια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει και στην περίπτωση που ο ζημιωθείς, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες και άμεσες υποχρεώσεις του, τις οποίες αδυνατεί να εξυπηρετήσει εξ αιτίας της σε βάρος του αδικοπραξίας και με σκοπό να αποτρέψει ή να περιορίσει περαιτέρω τη ζημία του, αναγκάζεται να προσφύγει σε άλλη πηγή προμήθειας χρηματικών μέσων προς αντιμετώπιση των υποχρεώσεών του αυτών.
Σε διαφορετική περίπτωση είναι ενδεχόμενο, και ανάλογα με τις περιστάσεις, να θεωρηθεί συνυπαίτιος, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, στην έκταση της ζημίας του λόγω της αμέλειάς του να προβεί σε σύμβαση καλύψεως (ΑΠ 1184/2005). Το επί πλέον δε κόστος που συνεπάγεται γι' αυτόν η προμήθεια των χρηματικών αυτών μέσων αποτελεί ζημία, που πρέπει να αποκατασταθεί, καθώς το κόστος αυτό συνδέεται αιτιωδώς με τη σε βάρος του αδικοπραξία.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1286/2018).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2012 αγωγή της ιστορούσε ότι για τις ανάγκες χρηματοδότησης του κόστους κτήσης γης και της κατασκευής του καταστήματος που ανέλαβε με τη σχετική από 2-7-2008 σύμβαση έναντι της δεύτερης εναγομένης και της μελλοντικής μίσθωσης του κτιρίου σ' αυτήν, συνήψε δεκαπενταετές ομολογιακό δάνειο υπό την αιγίδα της τράπεζας "..." για ποσό 14.500.000 ευρώ στις 16-7-2009, με κυμαινόμενο επιτόκιο δανεισμού Euribor τριών μηνών πλέον περιθωρίου 4%.
Ότι προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της πιστώτριας τράπεζας, η ίδια, αλλά και οι μέτοχοί της υποχρεώθηκαν να παράσχουν προς την εν λόγω τράπεζα αφενός μεν ως εγγύηση το σύνολο της προσωπικής τους περιουσίας, περαιτέρω δε υποθήκη στο σύνολο των ακινήτων που αγόρασε για την εκτέλεση της ως άνω σύμβασης. Ότι επιπρόσθετα, η ίδια ενεχύρασε υπέρ της ως άνω τράπεζας τόσο τις απαιτήσεις της από τα μηνιαία μισθώματα της πιο πάνω από 2-7-2008 σύμβασης, όσο και τον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί στην ίδια τράπεζα και στον οποίο κατατίθονταν τα μηνιαία μισθώματα.
Ότι μετά την από 16-11-2011 παράνομη καταγγελία της σύμβασης από την πρώτη εναγομένη, στην οποία είχαν εκχωρηθεί από τη δεύτερη εναγομένη τα δικαιώματα της από 2-7-2008 σύμβασης, περιήλθε η ίδια σε δυσχερέστατη θέση, καθώς αποστερήθηκε της μόνης οικονομικής της προσόδου από τη σύμβαση και συγκεκριμένα τα μηνιαία μισθώματα που κατέβαλε μέχρι την καταγγελία η πρώτη εναγομένη.
Ότι ενόψει της διαφαινόμενης ολοκληρωτικής καταστροφής της ίδιας και των μετόχων της, καθώς διαγραφόταν ως βέβαιη η καταγγελία της δανειακής σύμβασης από την πιστώτρια τράπεζα και η κατάσχεση και στη συνέχεια ο πλειστηριασμός ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας της, καθώς και της ακίνητης περιουσίας των μετόχων της, ζήτησε από την εν λόγω τράπεζα με τις από 8-11-2011 και 25-11-2011 επιστολές της, την παροχή διετούς περιόδου χάριτος προκειμένου να μπορέσει στο χρονικό αυτό περιθώριο να αντιμετωπίσει τον τραπεζικό δανεισμό.
Ότι η τράπεζα ανταποκρίθηκε στο αίτημά της, απαιτώντας όμως, μεταξύ των άλλων, 1) να αυξηθεί το επιτόκιο δανεισμού από Euribor 3Μ + 4%, σε Euribor 3Μ + 5% και 2) την έγκριση πίστωσης μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού με επιτόκιο 8% για την αποκλειστική πληρωμή των τόκων των ομολογιών που θα έληγαν στη διετή περίοδο χάριτος.
Ότι προκειμένου να αποφύγει την ολοκληρωτική οικονομική της καταστροφή, αλλά και την οικονομική καταστροφή των μετόχων της, μετά από διαπραγματεύσεις, η τράπεζα αποφάσισε να τους παράσχει μία διετή περίοδο χάριτος, κατά την οποία η ίδια (ενάγουσα) ανέλαβε να πληρώνει προς την πιστώτρια τράπεζα μόνο τους τόκους, ενώ επίσης ανέλαβε για την εξυπηρέτηση και της υποχρέωσής της αυτής να συνάψει συμπληρωματική σύμβαση χρηματοδότησης μέσω αλληλόχρεου λογαριασμού με την τράπεζα για τη χορήγηση πρόσθετου κεφαλαίου κίνησης ποσού 1.700.000 ευρώ, με επιτόκιο 8%.
Με αυτά τα δεδομένα, η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν ως αποζημίωση, λόγω της παράνομης καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, 1) το ποσό των 2.201.570 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι πρόσθετοι τόκοι για την αποπληρωμή του ομολογιακού δανείου ύψους 14.500.000 ευρώ, που είχε συνάψει με την προσθέτως παρεμβαίνουσα "..." για τη χρηματοδότηση του έργου (αγορά γης και ανέγερση κτιρίου), λόγω της παροχής περιόδου χάριτος, επιβαρυνόμενη μόνο με την καταβολή τόκων, 2) το ποσό των 192.530 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, την οποία αυτή (ενάγουσα) αναγκάστηκε να συνάψει με την ίδια τράπεζα για να αντιμετωπίσει την πληρωμή των ως άνω πρόσθετων τόκων και 3) το ποσό των 861.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι που προκύπτουν από την προσαύξηση κατά ποσοστό 1% του περιθωρίου του δανεισμού για όλο το χρονικό διάστημα από την έναρξη πληρωμής των ομολογιών του πιο πάνω δανείου μέχρι την εξόφληση, ήτοι από 24-11-2013 μέχρι 24-11-2023.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως προς τα επί μέρους αυτά αιτήματα αποζημίωσης της ενάγουσας τα ακόλουθα: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα αγωγικά κονδύλια με στοιχεία Γ) 1), 2) και 3) πρέπει να απορριφθούν ως μη νόμιμα, διότι ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή της καταγγελίας της σύμβασης, που κρίθηκε ήδη τελεσίδικα άκυρη και της φερόμενης ως επελθούσας εξ αυτής ζημίας της ενάγουσας, δηλαδή των ως άνω κονδυλίων.
Τούτο διότι..., η αιτιώδης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης και της ζημίας κρίνεται κατά τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας (causa adeaquata), για να συνδέεται δηλαδή αιτιωδώς ο νόμιμος λόγος ευθύνης με τη ζημία, θα πρέπει η σύνδεσή τους να είναι μονοσήμαντη, δηλαδή ο νόμιμος λόγος ευθύνης να είναι η μόνη συνθήκη επέλευσης της ζημίας, διότι αυτό σημαίνει προσφορότητα της αιτίας.
Επομένως, όταν στην αιτιακή αλυσίδα παρεμβάλλονται και άλλες συνθήκες που επιφέρουν το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα και μάλιστα όχι τυχαίες εξωτερικές συνθήκες, αλλά πράξεις με ελεύθερη βούληση του ίδιου του ζημιωθέντος, τότε η σύνδεση του νομίμου λόγου ευθύνης με τη ζημία παύει να είναι μονοσήμαντη και επηρεάζεται από τις ενδιάμεσες αυτές πράξεις, δηλαδή η τάση να επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα ενισχύεται και μάλιστα αυθαίρετα από τον ίδιο τον ζημιωθέντα.
Στην υπό κρίση περίπτωση τα ως άνω αγωγικά κονδύλια παρουσιάζονται από την ενάγουσα ως ζημίες, οι οποίες προήλθαν και μάλιστα αιτιωδώς από την καταγγελία της σύμβασης. Όμως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης δεν θα μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει σε διετή περίοδο χάριτος της σύμβασης ομολογιακού δανείου και το εξ αυτής πρόσθετο κόστος δανεισμού, που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας προέκυψε ως αποτέλεσμα αυτής.
Η καταγγελία της ένδικης σύμβασης, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά και της σύμβασης μίσθωσης, είχε ως αποτέλεσμα τη λύση της σύμβασης μίσθωσης και τις εντεύθεν έννομες συνέπειες. Για να επέλθουν άλλα αποτελέσματα, όπως αυτά που επικαλείται η ενάγουσα, απαιτείται η παρεμβολή άλλων περιστατικών και δη η παρεμβολή της βούλησης της ενάγουσας και της Τράπεζας.
Εν προκειμένω, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, τα ένδικα κονδύλια αναφέρονται σε κόστη που προέκυψαν από πρωτοβουλία της ενάγουσας να ζητήσει, με τις από 8-11-2011 και 25-11-2011 επιστολές της, από την Τράπεζα "...", διετή περίοδο χάριτος, με σκοπό να αποτρέψει το, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που εξιστορεί, αναμενόμενο, κατά την πορεία των πραγμάτων να επέλθει, αποτέλεσμα, δηλαδή την καταγγελία της σύμβασης ομολογιακού δανείου από την Τράπεζα και την εν συνεχεία εκκαθάριση της περιουσίας της.
Τούτο ασφαλώς το επέλεξε και το υλοποίησε στο πλαίσιο της συναλλακτικής της ελευθερίας και της εκ μέρους της διαχείρισης των κινδύνων από τη χρηματοδότηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Τράπεζα, δηλαδή ενεργώντας εντός της σφαίρας επιρροής και ευθύνης της. Επομένως, εν προκειμένω, ελλείπει η προϋπόθεση της αιτιώδους συνάφειας, αφού η συγκεκριμένη ζημία, δηλαδή τα με στοιχεία Γ) 1), 2) και 3) αγωγικά κονδύλια οφείλονται σε ελεύθερη δραστηριότητα της ίδιας της ζημιωθείσας ενάγουσας, καθόσον η ίδια επέλεξε να προέλθει στις αναφερόμενες συμφωνίες με την Τράπεζα, που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, την επιβάρυναν με τα ως άνω αγωγικά κονδύλια".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή ως προς τα ανωτέρω επί μέρους αιτήματά της για αποζημίωση της ενάγουσας, ως μη νόμιμη. Ωστόσο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ.
Και τούτο διότι, η επιδιωχθείσα από την ενάγουσα με τις αναφερόμενες συμφωνίες αναδιάρθρωση του χρέους της προς την τράπεζα "...", ως επακόλουθο και ως αποτέλεσμα της παράνομης καταγγελίας της από 2-7-2008 σύμβασης από την πρώτη εναγομένη, που προκάλεσε την επιβάρυνση της ενάγουσας με επί πλέον κόστος εξυπηρέτησης του ομολογιακού της δανείου, ήταν το αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για αποτροπή μεγαλύτερης ζημίας της λόγω της ως άνω καταγγελίας.
Με την έννοια αυτή, επομένως, το επί πλέον αυτό κόστος της ενάγουσας, που συμποσούται στα ανωτέρω επί μέρους αιτήματα της αγωγής της, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη καταγγελία της σύμβασης από την πρώτη εναγομένη, με αποτέλεσμα να ανακύπτει υποχρέωση της τελευταίας για αποζημίωση της ενάγουσας, όπως αυτή ζήτησε με την αγωγή της, η οποία για το λόγο αυτό είναι νόμιμη ως προς τα εν λόγω αιτήματά της.
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω ευθείας παράβασης των άρθρων 297 και 298 ΑΚ. Παρέλκει δε περαιτέρω η έρευνα του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το ίδιο ως άνω άρθρο του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 176 επ.
του ίδιου Κώδικα και των άρθρων 63 και 69 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), λόγω εσφαλμένου υπολογισμού της δικαστικής δαπάνης, η οποία επιδικάστηκε υπέρ της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται με την παρούσα απόφαση στο σύνολό της και επομένως και ως προς τις διατάξεις της για τα δικαστικά έξοδα.
Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, εφ' όσον δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ της προαναφερόμενης διάταξης ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, εφόσον όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ και μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 760/2019, ΑΠ 1123/2017).
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε μετά την 1564/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε εν μέρει η 1472/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αλλά με άλλη σύνθεση, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά της έξοδα, η οποία αναιρεσείουσα κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 19/2019 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ