Legislator Case Law & Legislation
293/2020 AI generated

293/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 293/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 293 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2020

Legislator headnote

AI generated

293/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 293 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2020

Keywords

AI generated
eviction costs costs of enforcement restitution of expropriated property demolition costs renovation costs property maintenance deduction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 293 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη- Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φίλιππο Φυλακτόγλου Των αναιρεσίβλητων :1.Ι. χας Κ. Η., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., 2.Γ. χας Β. Β., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., 3.Σ. συζ. Χ. Δ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευστάθιο Κάννη που ανακάλεσε την από 17-9-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει καθ` αυτών, αποσβεστική ή κτητική παραγραφή πριν καταστήσει σ` αυτούς γνωστό ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομα του ως κύριος για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποίησης της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα, αυτή δεν απόλλυται για τον τελευταίο πριν λάβει γνώση της αντιποίησης αυτής. Η γνωστοποίηση αυτή μπορεί να γίνει είτε ρητώς είτε με πράξεις που υποδηλώνουν τέτοια απόφαση. Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκοινωνοί ύστερα από άτυπη συμφωνία μεταξύ τους, παραχώρησαν τη νομή του κοινού ακινήτου σ` έναν από τους συγκυρίους για να το νέμεται έκτοτε με γνώση των λοιπών αποκλειστικά για τον εαυτό του. Τούτο βέβαια προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας κατά το χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικά στο όνομα του ως κύριος το επίδικο ο συγκοινωνός που προβάλλει κτητική ή αποσβεστική παραγραφή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 974ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή διανοία κυρίου. Κατά δε το άρθρο 1045ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του, δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051ΑΚ). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ709/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ259/2019,ΑΠ 319/2017). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ259/2019). Kατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015). Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ319/2017). Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ζήτημα προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα :< Στις 11-5-1972 απεβίωσε στην Αθήνα, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Α. Π., κάτοικος στη ζωή ..., σύζυγος της αρχικής πρώτης εναγομένης και πατέρας των εναγουσών και του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος των παρακάτω ακινήτων, ήτοι: 1)- ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 324,44 τ.μ., κείμενον εντός του Δ.Δ. ... του Δήμου ..., μετά των εντός αυτού α) διώροφης ημιτελούς οικοδομής, εμβαδού έκαστου ορόφου 91,28 τ.μ., και β) παλαιός ισόγειας οικοδομής με υπόγειο εμβαδού 63,65

τ.μ. 2)ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 472,75 τ.μ., κείμενον εντός του ΔΔ ... του Δήμου ..., 3 )ενός αγροτεμαχίου, μη άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 1.481,67 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Ρ." και εντός ζώνης του οικισμού ... του ομώνυμου τ.δ. του Δήμου ..., 4) ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 13.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Κ." της αγροτικής περιφέρειας ... του ομώνυμου τ.δ. του Δήμου ..., 5) ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 25.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Χ." της αγροτικής περιφέρειας ... του ομώνυμου τ.δ. του Δήμου ..., 6)ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 13.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Σ." της αγροτικής περιφέρειας ... του ομώνυμου τ.δ. του Δήμου Φ. και 7)ενός οικοπέδου μη αρτίου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 240,76τμ,που βρίσκεται εντός οικισμού του τ.δ. ... του Δήμου .... Ο ανωτέρω αποβιώσας κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Κ. Π. (αρχική πρώτη εναγομένη) και τα τέκνα του, ήτοι τις ενάγουσες και τον δεύτερο εναγόμενο σε ολόκληρη την παραπάνω κληρονομιαία ακίνητη περιουσία του, κατά ποσοστό 3/16 αδιαιρέτως καθεμία από τις ενάγουσες, κατά ποσοστό 3/16 αδιαιρέτως τον δεύτερο εναγόμενο και κατά 4/16 αδιαιρέτως τη σύζυγό του (αρχική πρώτη εναγομένη). Οι ενάγουσες αποδέχθηκαν ρητά την επαχθείσα σ'αυτές κληρονομιά του πατέρα τους αναφορικά με τα παραπάνω κληρονομιαία ακίνητα, κατά το προαναφερθέν εξ αδιαιρέτου ποσοστό η καθεμία, με την 11.049/26-9-2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Θ. Β. - Μ., που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λ. στον τόμο ῎... και με αριθμό 80, ενώ οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν σιωπηρά την επαχθείσα σ'αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα), κατά το προαναφερθέν εξ αδιαιρέτου ποσοστό ο καθένας, δια της μεταγραφής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λ.... Μετά το θάνατο του πατέρα τους οι ενάγουσες εγκαταστάθηκαν στη νομή των επίδικων ακινήτων και έκτοτε μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής τα νεμήθηκαν κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία καθεμία κατά το ιδανικό της μερίδιο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ήτοι με την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, κατά την κτήση της νομής, ότι απέκτησαν την κυριότητα και με νόμιμο τίτλο, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τη θέση των επιδίκων, είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω της μητέρας τους είτε μέσω του αδελφού τους δεύτερου εναγομένου, καθότι αυτές, μετά το γάμο τους διέμεναν μόνιμα στον ..., στην ... και στην ..., αντίστοιχα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του πατέρα των εναγουσών τη διαχείριση ολόκληρης της ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας ανέλαβε η μητέρα των διαδίκων (αρχική πρώτη εναγομένη), η οποία, ως μόνιμη κάτοικος του χωριού ..., μετά το θάνατο του συζύγου της καλλιεργούσε η ίδια τα αγροτικά ακίνητα ή τα εκμίσθωνε προς τρίτους καλλιεργητές και μεριμνούσε για την εν γένει συντήρηση της ακίνητης περιουσίας, προβαίνοντας στις αναγκαίες επισκευές, με δικές της αποκλειστικά δαπάνες, της πατρικής οικίας που βρίσκεται στο υπό στοιχεία 1 ακίνητο, καθώς και στις απαραίτητες δαπάνες με δικά της αποκλειστικά χρήματα, για την αποπεράτωση της ημιτελούς κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της διώροφης οικοδομής που βρίσκεται μέσα στο υπό στοιχεία 1 οικόπεδο, καθόσον ελάμβανε ικανοποιητική σύνταξη από το σύζυγό της που ήταν δικηγόρος και διέθετε οικονομική άνεση. Συγκεκριμένα, η μητέρα των διαδίκων κατοικούσε μόνιμα μέχρι το έτος 2004 περίπου στην παλαιά ισόγεια οικία που βρίσκεται στο υπό στοιχεία 1 ακίνητο, ενώ. στο υπό στοιχεία 2 οικόπεδο καλλιεργούσε κηπευτικά, τα δε αγροτικά ακίνητα είτε καλλιεργούσε η ίδια με δημητριακά είτε τα εκμίσθωνε προς τρίτους έναντι ανταλλάγματος, τις παραπάνω δε εμφανείς υλικές πράξεις ενεργούσε για λογαριασμό της αλλά και για λογαριασμό των λοιπών συννομέων τέκνων της. Παράλληλα οι ενάγουσες μετά το θάνατο του πατέρα τους και μέχρι το μήνα Μάϊο του έτους 2008 πραγματοποιούσαν επισκέψεις στο χωριό ... κατά την καλοκαιρινή περίοδο αλλά και τις εορτές των Χριστουγέννων και το Πάσχα και διέμεναν στην παλαιά ισόγεια πατρική οικία με τις οικογένειές τους, ο δε εναγόμενος αδελφός τους ουδέποτε μέχρι και το μήνα Μάϊο του έτους 2008 είχε καταστήσει γνωστό σ' αυτές ότι κατέχει και νέμεται το ακίνητο αυτό για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό. Μάλιστα οι ενάγουσες, λόγω της παραπάνω διαμονής τους στην πατρική οικία διατηρούσαν σ'αυτή τον αναγκαίο ρουχισμό και την απαραίτητη οικοσκευή, καθεμία δε από αυτές διέθετε κλειδί της εισόδου της εξωτερικής θύρας του οικοπέδου. Επιπλέον οι ενάγουσες, κατά τις επισκέψεις τους στο χωριό, επισκέπτονταν τα επίδικα αγροτικά ακίνητα, τα επέβλεπαν και γενικά ενεργούσαν κάθε πράξη νομής, με την οποία εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτών βούλησή τους. Όλα τα παραπάνω πραγματικό περιστατικό αναφορικά με την ενέργεια πράξεων νομής επί των επίδικων επίκοινων ακινήτων από τις ενάγουσες αποδεικνύονται από την προσήκουσα εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδίως από την σαφή και μετά λόγου γνώσεως κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Κ. Κ., ο οποίος καταθέτει χαρακτηριστικά ότι τα αδέλφια είχαν ανέκαθεν διενέξεις αναφορικά με τον τρόπο διανομής της πατρικής περιουσίας, ιδίως λόγω της εμμονής του δεύτερου εναγομένου να διεκδικήσει αποκλειστικά το υπό στοιχείο 1 οικόπεδο με τις εντός αυτού κείμενες δύο οικίες, με την αιτιολογία ότι "γαμπροί δεν μπαίνουν στο χωριό - εδώ τα παίρνουμε όλα εμείς τα αγόρια", αλλά υποχωρούσαν στη θέληση της μητέρας τους, η οποία τους εμπόδιζε να προβούν σε περαιτέρω δικαστικές ενέργειες, διαβεβαιώνοντάς τους ότι όλα τα ακίνητα ανήκουν από κοινού σε όλα τα αδέλφια. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο και ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Β. Π., ο οποίος όσα καταθέτει περί πράξεων νομής επί των επίδικων επίκοινων ακινήτων από το δεύτερο εναγόμενο αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, τα γνωρίζει από διηγήσεις του δεύτερου εναγομένου και όχι από δική του προσωπική αντίληψη και δεν γνωρίζει εάν τα χρήματα που δαπανούσε ο δεύτερος εναγόμενος για τη συντήρηση των ακινήτων ήταν δικά του ή προέρχονταν και από τους λοιπούς διαδίκους, ούτε γνωρίζει εάν όλες οι ενέργειες του τελευταίου επί των επίδικων ακινήτων γίνονταν αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ή και για λογαριασμό των λοιπών συγκυριών. Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές δεν αποδεινύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος κατέστη αποκλειστικός κύριος των επίδικων επίκοινων- ακινήτων, ανεξαρτήτως των ενεργηθεισών εκ μέρους του πράξεων νομής, στις οποίες εν πάσει περιπτώσει εδικαιούτο να προβεί ως εκ της ιδιότητάς του ως συγκυρίου εξ αδιαιρέτου και χωρίς να θίγεται εξ αυτών η εξ αδιαιρέτου επίσης συγκυριότητα των εναγουσών, καθόσον,... ο συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών. Σε κάθε δε περίπτωση ουδέποτε ο δεύτερος εναγόμενος δήλωσε μέχρι και το μήνα Μάϊο του έτους 2008, ρητώς ή σιωπηρώς, στις ενάγουσες ότι νέμεται τα επίδικα επίκοινα ακίνητα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, ούτε οι τελευταίες έλαβαν ποτέ γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι ο δεύτερος εναγόμενος, νεμόταν για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό τα επίδικα ακίνητα και, επομένως, ... , δεν κατέστη ο δεύτερος εναγόμενος κύριος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, των επίδικων ακινήτων. Σημειωτέον ότι μόλις περί τα τέλη του μηνός Μαΐου 2008, ο δεύτερος εναγόμενος επιχείρησε να δηλώσει τη βούλησή του στις ενάγουσες να νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του το υπό στοιχεία 1 επίκοινο ακίνητο, με την αντικατάσταση της κλειδαριάς της εξωτερικής θύρας του ακινήτου χωρίς παράλληλα να εφοδιάσει τις ενάγουσες με τα νέα κλειδιά. Τότε διαμαρτυρήθηκαν άμεσα οι ενάγουσες με την κοινοποίηση στον δεύτερο εναγόμενο στις 5-6-2008 της από 2-6-2008 εξώδικης κλήσης - δήλωσής τους και στη συνέχεια άσκησαν κατά του δεύτερου εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λ. την από 15-10-2008 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της συννομής τους επί του παραπάνω ακινήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η 3/2009 τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου που την δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Επομένως, ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου περί κτήσεως της κυριότητας των επίδικων επίκοινων ακινήτων απ' αυτόν με έκτακτη χρησικτησία, ο οποίος συνιστά ένσταση ιδίας κυριότητας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν... Με βάση τα προαναφερθέντα, οι ενάγουσες είναι συγκύριες των επίδικων επίκοινων ακινήτων, κατά ποσοστό 3/16 αδιαιρέτως η καθεμία, έγιναν δε συγκύριες- κατά το προαναφερθέν εξ αδιαιρέτου ποσοστό η καθεμία τόσο κατά τρόπο παράγωγο, όσο και κατά τρόπο πρωτότυπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Εξάλλου, ο εναγόμενος αδελφός τους έγινε συγκύριος των παραπάνω επίδικων ακινήτων, ως εξής: α) εν μέρει, ήτοι κατά ποσοστό 3/16 αδιαιρέτως από την κληρονομιά του πατέρα του, ..., τόσον ο ίδιος όσο και Κ. Π. την αποδέχθηκαν σιωπηρά δια της μεταγραφής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λ. του 116/18-10-2007 πιστοποιητικού του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου ... περί μη αποποίησης της κληρονομιάς και της συνημμένης από 4-2-2008 έκθεσης περιγραφής ακινήτων και β) εν μέρει, ήτοι κατά ποσοστό 4/16 αδιαιρέτως από κληρονομιά της αποβιώσασας στις 12-8-2011, ήτοι διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, μητέρας του Κ. χήρας Α. Π. (αρχικής πρώτης εναγομένης), η οποία, με την από 7-1-2009 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με το 403/17-10-2012 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, τον εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της στο ιδανικό της μερίδιο επί των επίδικων ακινήτων, την κληρονομιά της οποίας αποδέχθηκε σιωπηρά δια της μεταγραφής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λ. του 125/9-5-2013 πιστοποιητικού του αρμόδιου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ηλείας περί μη αποποίησης της κληρονομιάς και της συνημμένης από 13-5-2013 έκθεσης περιγραφής ακινήτων... Σημειωτέον ότι η κυριότητα του δικαιοπαρόχου των διαδίκων Α. Π. επί των επίδικων ακινήτων συνομολογείται από τα διάδικα μέρη.>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης που άσκησε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή των αναιρεσίβλητων για αυτούσια διανομή των επίκοινων ακινήτων και είχε απορριφθεί, μεταξύ άλλων, η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου. Με τον τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ.1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1045, 974, 979, 980 ΑΚ καθώς, ως ισχυρίζεται, αποκλειστικός νομέας των επιδίκων ακινήτων ήταν ο ίδιος, ο οποίος ασκούσε τις συναφείς πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα, προέβαινε σε επισκευές και βελτιώσεις τους και κατέβαλε όλα τα βάρη, τους φόρους τα τέλη και τις λοιπές δημόσιες δαπάνες που τα αφορούσαν άνω των 35 ετών, γεγονός που γνώριζαν και αποδέχονταν οι αναιρεσίβλητες αδελφές του, έτσι ώστε να καταστεί κύριος αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επομένως, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το Εφετείο που δέχθηκε τα αντίθετα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του, αφού δεν αναφέρονται οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, σε κάθε όμως περίπτωση είναι αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας του αναιρεσείοντος στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας την σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας αυτού ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.Α.Π.17/1995). Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη όμως η αδράνεια επί μακρόν χρόνο του δικαιούχου και όταν ακόμα δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί πλέον αυτό, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως η συμπεριφορά του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου, ενόψει των οποίων καθώς και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με το άρθρο 281 Α.Κ. (Ολ.Α.Π.8/2001, Ολ. Α.Π.19/1998,ΑΠ581/2018). Εξάλλου, η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μπορεί να προβληθεί και κατά της αγωγής διανομής κοινού πράγματος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της (Ολ. Α.Π. 7/2002).Από δε τη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, κατά την οποία "κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού, κατά την αναλογία της μερίδας του", ερμηνευομένη και προς τις διατάξεις των άρθρων 787, 788, 789, 790, 791, 795, 802 ΑΚ που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1113 ΑΚ και επί συγκυριότητας συνάγεται ότι προκειμένου περί δαπανών επί κοινού πράγματος που ενεργήθηκαν από ένα εκ των συγκυρίων, αυτός δικαιούται να επιδιώξει την ανάληψή τους από τους λοιπούς συγκυρίους και κατ' αναλογία της μερίδας του καθενός όχι μόνον όταν η ενέργεια έγινε κατόπιν αποφάσεως της πλειοψηφίας των συγκυρίων ή σχετικής δικαστικής αποφάσεως ή σε περίπτωση ελλείψεως αυτών λόγω επικειμένου κινδύνου και προς συντήρηση του κοινού αλλά και όταν ενεργήθηκαν μεν οι δαπάνες παρά τις προμνησθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις, συντρέχουν όμως οι όροι της διοικήσεως αλλοτρίων ή του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ειδικότερη εφαρμογή της οποίας αποτελεί η υπό της διατάξεως του άρθρου 1103 ΑΚ προβλεπομένη περίπτωση. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 325, 326, 1106 ΑΚ και 496 ΚΠολΔ, τις συναφείς εκ της κοινωνίας απαιτήσεις του για δαπάνες που έγιναν επί του κοινού πράγματος, μπορεί ο συγκύριος να ασκήσει και κατ' ένσταση δια της προβολής, κατά τη συζήτηση της περί διανομής του κοινού πράγματος αγωγής, του δικαιώματος επισχέσεως αυτού ή της ενστάσεως συμψηφισμού προς το αξιούμενο από τον ενάγοντα μερίδιο επί του διανεμητέου κοινού πράγματος. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η προδιαληφθείσα αξίωση του ενός κοινωνού κατά του άλλου πρέπει να πηγάζει από την έννομη σχέση της κοινωνίας, να είναι δηλαδή συναφής, συναρτωμένη με τη συντήρηση, διοίκηση και τη χρησιμοποίηση του κοινού πράγματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 εδ. α' ΑΚ, οι προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: η πραγματοποίηση πλουτισμού του λήπτη, η επέλευση αυτού από την περιουσία ή σε βάρος άλλου, το αδικαιολόγητο του πλουτισμού δηλαδή έλλειψη της νόμιμης αιτίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της επιβαρύνσεως του δικαιούχου. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 730, 736 ΑΚ οι προϋποθέσεις γενέσεως της αξιώσεως του διοικητού αλλοτρίας υποθέσεως για τις δαπάνες της διοικήσεως είναι: η ανάληψη της διοικήσεως ξένης υποθέσεως χωρίς τη σχετική εντολή από τον κύριο της υποθέσεως, η διεξαγωγή της κατά την πραγματική ή την εικαζομένη βούληση του κυρίου της υποθέσεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των δαπανών και της διοικήσεως (ΑΠ1099/2014). Ο λόγος αναιρέσεως δε από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017). Περαιτέρω, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αριθ.8 λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποιά ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, προτάθηκαν παραδεκτά, και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ895/2018), αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1195/2018). Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του άρθρου 559αρ1 ΚΠολΔ πλημμέλεια .Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 281 ΑΚ και απέρριψε την ένστασή του για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για τη λύση της κοινωνίας επί των επιδίκων ακινήτων μεταξύ των διαδίκων, ως ουσιαστικά αβάσιμη, αν και οι αντίδικες αδελφές του (ήδη αναιρεσίβλητες), με την συμπεριφορά τους, του δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι αφού είχαν λάβει την προίκα τους παραιτήθηκαν από τα λοιπά δικαιώματά τους, με αποτέλεσμα αυτός να νέμεται με διάνοια κυρίου τα επίδικα ακίνητα αποκλειστικά για τον εαυτό του άνω των 35 ετών χωρίς εκείνες να αντιδράσουν, να προβεί σε δαπάνες και να επαυξήσει την αξία των επιδίκων ακινήτων και ιδιαιτέρως του οικοπέδου με τις δύο κατοικίες (ισόγεια και διώροφη) και να τα προστατέψει από την επαπειλούμενη κατά το θάνατο του πατέρα τους ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων επ' αυτών, μετά δε από 35 έτη αξιώνουν συμμετοχή σε μια επαυξημένη με αποκλειστικά δική του συνδρομή περιουσιακή ομάδα με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σε βάρος του δυσμενείς και αφόρητες επιπτώσεις.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα :<... Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη κατ'ουσίαν και ως εκ τούτου απορριπτέα καθόσον α) ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος από το έτος 1972, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής νεμήθηκε τα επίδικα ακίνητα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, ανεξαρτήτως των ενεργηθεισών εκ μέρους του πράξεων νομής, στις οποίες, εν πάσει περιπτώσει, εδικαιούτο να προβεί ως εκ της ιδίοτητάς του ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίου, εφόσον δεν θιγόταν απ' αυτές η εξ αδιαιρέτου επίσης συγκυριότητα των εναγουσών, σε κάθε δε περίπτωση αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ο δεύτερος εναγόμενος δήλωσε μέχρι και τα τέλη του μηνός Μαΐου 2008 ρητώς η σιωπηρώς στις ενάγουσες ότι νέμεται τα επίδικα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, ούτε οι ενάγουσες έλαβαν ποτέ γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι αυτός νεμόταν τα επίδικα ακίνητα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, μέχρι τα τέλη του μηνός Μαΐου 2008, όπου τότε για πρώτη φορά έλαβαν γνώση οι ενάγουσες της εν λόγω πρόθεσής του, αντιδρώντας άμεσα με την κοινοποίηση σ' αυτόν στις 5-6-2008 της από 2-6-2008 εξώδικης κλήσης - δήλωσής τους και την άσκηση στη συνέχεια της από 15-10-2008 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, β) ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες παραιτήθηκαν ρητώς ή σιωπηρώς από το κληρονομικό τους δικαίωμα επί της πατρικής κληρονομιαίας περιουσίας, το γεγονός δε ότι αποδέχθηκαν ρητώς την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομιά του πατέρα τους το έτος 2007 δεν ασκεί καμμία έννομη επιρροή, και γ) μόνη η πραγματοποίηση εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου κατά τα έτη 1973-2008 επωφελών δαπανών στις δύο οικίες που βρίσκονται εντός του πρώτου επίκοινου ακινήτου (οικοπέδου 324,44 τ.μ.) καθώς και δαπανών συντήρησης και αξιοποίησης τω λοιπών επίκοινων ακινήτων, έστω και εν γνώσει και με την ανοχή των εναγουσών, οι οποίες χωρίς να παραιτούνται από τα δικαιώματα συγκυριότητας που είχαν, ανέχονταν τις επεμβάσεις του εναγομένου στα επίδικα ακίνητα λόγω της συγγενικής σχέσεως που τους συνέδεε, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενόψει της δυνατότητας αναζητήσεως των δαπανών αυτών από τις ενάγουσες κατά το μέρος που αναλογεί στα μερίδιά τους στα επίδικα ακίνητα...> Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά με το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο άνω ζήτημα, σε κάθε περίπτωση δε είναι αβάσιμος αφού από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 8 ΚΠολΔ, αφού δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του εκ του άρθρου 281 ΑΚ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού ως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εξέτασε την άνω ένσταση και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Περαιτέρω, με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε αντίστοιχα α)στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠοΛΔ κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1101,1102 1103, 1104 παρ1, 1106, 1057,1063, 953, 954, 325, 326, 904επ ΑΚ, απορρίπτοντας την ένσταση επίσχεσης μέχρι καταβολής σ'αυτόν από τις αναιρεσίβλητες του ποσού που δαπάνησε για επωφελείς δαπάνες στα επίδικα ακίνητα, περιορισθέν μόνο στις δαπάνες του έτους 2008 και μη λαβόν υπόψη του τις δαπάνες που διενήργησε από το έτος 1973 και β) στην πλημμέλεια κατ' εκτίμηση του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠοΛΔ, γιατί δεν αιτιολογεί την μη συνδρομή των προϋποθέσεων της διοίκησης αλλοτρίων ή τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δέχτηκε τα ακόλουθα: <Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης για δαπάνες συνολικού ποσού 85436,03 ευρώ, μετά του υπολογισμό της τιμαριθμικής - πληθωριστικής αύξησης των τιμών κόστους κατασκευής οικοδομών, στις οποίες αυτός προέβη επί του επίκοινου οικοπέδου επιφάνειας 324,44 τ.μ., που βρίσκεται στο χωριό ..., κατά τα έτη 1973 - 2008, για την αποπεράτωση της υφισταμένης διώροφης οικίας αλλά και για την επισκευή και συντήρηση της υφισταμένης παλαιός ισόγειας οικίας, και οι οποίες έγιναν με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 788 - 790 ΑΚ, άλλως με τις διατάξεις της διοίκησης αλλοτρίων, άλλως με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη γενομένη επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο δεύτερος εναγόμενος αμυνόμενος κατά της ένδικης αγωγής με την οποία οι ενάγουσες ζήτησαν να διαταχθεί η δικαστική διανομή, μεταξύ άλλων, και του επίδικου επίκοινου οικοπέδου επιφάνειας 324,44 τ.μ., μετά των εντός αυτού α)διώροφης οικοδομής εμβαδού εκάστου ορόφου 91,28 τ.μ., και β)ισόγειας οικοδομής με υπόγειο εμβαδού 63,65 τ.μ., προέβαλε την ένσταση επίσχεσης, μεταξύ άλλων, και για τις εξής δαπάνες α)ποσού 230 ΕΥΡΩ που κατέβαλε το έτος 2006 για τη μετατροπή της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης της ισόγειας οικία, β)ποσού 1624,35 ΕΥΡΩ που κατέβαλε στις 2-7-2008 για αγορά οικοδομικών υλικών, γ)ποσού 2.923,05 ΕΥΡΩ που κατέβαλε την 1-7-2008 για αγορά ξυλείας και λοιπών υλικών κατασκευής, δ)ποσού 8.568 ΕΥΡΩ, ποσού 5.973,80 ΕΥΡΩ και ποσού 2.618 ΕΥΡΩ που κατέβαλε στις 27-4-2007, 18-6-2007 και 25-8-2007 για αγορά αλουμινοκατασκευών (πόρτες, παράθυρα, σωλήνες κτλ), ε)ποσού 400 ΕΥΡΩ που κατέβαλε στις 12-8-2008 για την αγορά ντουλαπιών της εξωτερικής καλοκαιρινής κουζίνας, και στ) ποσού 1700 ΕΥΡΩ που κατέβαλε στις 25-2-2008 για αγορά μαρμάρων, που τοποθετήθηκαν στις δύο ως άνω οικίες, για τις οποίες (ως άνω δαπάνες) προσκομίζονται σχετικά θεωρημένα παραστατικά (τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής και αποδείξεις είσπραξης). Αναφορικά με τις παραπάνω δαπάνες από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι αυτές έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των περί κοινωνίας διατάξεων, που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, και ειδικότερα ότι συνέτρεχε γι' αυτές επικείμενος κίνδυνος στις δύο οικοδομές που να δικαιολογούσε την άμεση και χωρίς τη συναίνεση των εναγουσών συγκυριών εκτέλεσή τους (άρθ. 788 παρ. 2 ΑΚ), πράγμα άλλωστε που προκύπτει και από τη φύση των άνω εργασιών, που δεν φέρουν άμεσο χαρακτήρα. Τέτοιον άλλωστε κίνδυνο ούτε ο ίδιος ο δεύτερος εναγόμενος δεν επικαλέστηκε, όπως επίσης δεν αποδείχθηκε τυχόν συνδρομή των προϋποθέσεων της διοικήσεως αλλοτρίων. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι όλες οι προαναφερθείσες δαπάνες έγιναν αυτοβούλως από τον δεύτερο εναγόμενο, οι περισσότερες μάλιστα (αυτές που ανάγονται στο έτος 2008) μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, οπότε είχε επέλθει οριστική ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων, καθώς ο δεύτερος εναγόμενος είχε εκδηλώσει ρητώς τη βούλησή του να αντιποιηθεί τη συννομή των λοιπών συγκυριών (εναγουσών) επί του παραπάνω επίδικου ακινήτου, παρά την αντίθεση των τελευταίων, και, επομένως, υπάρχει νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού των εναγουσών .κατά το ποσό της αξίας των άνω δαπανών, αφού ο δεύτερος εναγόμενος με τη θέλησή του ωφέλησε τις ενάγουσες, καθόσον αυτός που με την ελεύθερη βούλησή του ωφέλησε άλλον δεν μπορεί παραβλέποντας την οικειοθελή πράξη του να ζητήσει την επιστροφή της ωφέλειας... Αναφορικά με τις καταβολές ποσού 75.000 δραχμών και ποσού 8.709 ΕΥΡΩ, που αφορούν χρέη του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων Α. Π. προς τον Ι. Χ. και προς τη Δ.Ο.Υ. ..., οι δαπάνες αυτές δεν αποτελούν αντικείμενο της ένστασης επισχέσης που προέβαλε ο δεύτερος εναγόμενος πρωτοδίκως και, επομένως, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για τις δαπάνες αυτές, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν σχετίζονται με την κοινωνία και δεν καλύπτονται. Ενόψει των ανωτέρω, η ένσταση επισχέσεως κατά το σκέλος της με το οποίο επιδιώκεται η καταβολή όλων των προαναφερθέντων δαπανών είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ'ουσίαν>.

Όμως έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων περί διοίκησης αλλοτρίων και αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Συνεπώς ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται για το ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 559αρ 8ΚΠολΔ, μη λαβόν υπόψη του την ένσταση επίσχεσης για επωφελείς δαπάνες στα επίδικα ακίνητα που προέβαλε νόμιμα .Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αναιρετηρίου αναφέρεται σε δαπάνες ετών 1993 - 2007 οι οποίες δεν περιλαμβάνονται σ'εκείνες που επικαλείται με την ένσταση επίσχεσης ενώπιον τόσο του πρωτοβαθμίου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθ 562 παρ2 ΚΠοΛΔ). Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2018 αίτηση αναίρεσης του Ι. Π. κατά της 58/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ