Legislator Case Law & Legislation
293/2018 AI generated

293/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 293/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 293 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

293/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 293 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 293 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 293/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 2.Δ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Ζευκιλή, που ανακέλεσε την από 8-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ελευθέριου Μπάλλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ψωφίδος.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 55/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 3 και 552 επ. ΚΠολΔ. Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 παρ.1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, κοινόχρηστα δε πράγματα είναι τα προοριζόμενα για εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, τα οποία χρησιμοποιεί ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι κατ’ ανάγκη απεριόριστος αριθμός προσώπων. Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του ΠΔ της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, καθορίζουν τη διαδικασία η οποία απαιτείται να τηρηθεί, για να χαρακτηρισθεί μία οδός ως εθνική ή επαρχιακή. Ο χαρακτισμός όμως μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 4 του αυτού Προεδρικού Διατάγματος, ζήτημα πραγματικό, γιατί ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό την ανωτέρω ιδιότητα. Έτσι η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών. Από καμμιά διάταξη της κειμένης νομοθεσίας και ιδιαίτερα των σχετικών με τους ΟΤΑ νόμους, δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε εκδιδομένη από το Δημοτικό (πλέον) Συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής, δεν έχει καμμιά νομική συνέπεια, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. Επί του ζητήματος του χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή πρώην κοινοτικής αποφαίνονται τα πολιτικά δικαστήρια. Περαιτέρω οι δημοτικές ή πρώην κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος μεταξύ άλλων και με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (VETUS TAS), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν του ΑΚ ΒυζαντινορωμαΪκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. (43.7) Ν2 παρ.8 Πανδ. (39.3) Ν.28 Πανδ. (22.3), πλήν όμως διατηρήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσεως, εφόσον, πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα χρόνια, δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία. Μετά την εισαγωγή του ΑΚ μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 ΑΚ, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση "ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο, επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως". Τούτο ειδικότερα μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως δημοτική ή πρώην κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (ΑΚ 281) ένσταση του γενικού δόλου (EXCEPTIO DOLI GENERALIS) κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου (ΑΠ 954/17, ΑΠ 1426/2015, ΑΠ 652/2016). Περαιτέρω κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ και όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το Ν.4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο τρίτο) και κατά την παρ.1 αυτού, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ευθεία παράβαση του οποίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 6 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Εξ ετέρου τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της εν λόγω διάταξης μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε οι σχετικές αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση και κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναίρεση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την περί αναγνωρίσεως κοινοχρήστου δημοτικής οδού αγωγή των αναιρεσειόντων, η οποία οδός είχε αποκτήσει την ιδιότητα αυτή κατά την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του ΒΡΔ, άλλως γιατί είχε αφεθεί από τους κυρίους της στην κοινή χρήση από 60ετίας πριν από την άσκηση της αγωγής. To επίδικο βρίσκεται στη .... Εμφαίνεται με τα στοιχεία ... στο από 20-7-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρ.-Τοπογράφου Μηχανικού Δ. Π. που είναι ενσωματωμένο στην αγωγή. Βορειοανατολικά του επιδίκου βρίσκεται το ακίνητο συνιδιοκτησίας των εναγόντων και μάλιστα εφάπτεται μ’ αυτό σε πλευρά 3 -ξ μήκους 1,10 μέτρων και νοτιοανατολικά το ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγομένου και εφάπτεται μ’ αυτό σ’ ολόκληρη την βορειοανατολική πλευρά του (πλευρά α - μ μήκους 6,93 μέτρων). Κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων το επίδικο είναι κοινόχρηστη οδός έχει δε αποκτήσει τον χαρακτήρα αυτόν δια της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, άλλως δι’ αφέσεως από τους ιδιοκτήτες τους τουλάχιστον από 60ετίας. Όπως, αναφέρθηκε και στην νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, οι οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος μεταξύ άλλων και με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή την χρήση του πράγματος από κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες επί δύο γενεές, 40 έτη κάθε γενεά (συνολικά 80 έτη), αυτή όμως, να έχει συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946). Οι ενάγοντες προς απόδειξη του ισχυρισμού τους προσκομίζουν τα υπ’ αριθμούς .../27-11-2009 και ...18-12-2009 συμβόλαια γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ψωφίδος Μ. Λ. και το από 19-11-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ. που συνοδεύει τα συμβόλαια αυτά, στα οποία πράγματι το επίδικο χαρακτηρίζετα ως δημοτικός δρόμος. Είναι όμως, πολύ πρόσφατα κι έχουν συνταχθεί με επιμέλεια των εναγόντων και όπως είναι λογικό δεν προσδιορίζεται σ’ αυτά πως και πότε απέκτησε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα ο επίδικος δρόμος. Περαιτέρω, οι ενάγοντες προκειμένου να αποδείξουν την αγωγή τους προσκόμισαν και τις τρεις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρθηκαν καθώς επίσης, εξετάσθηκε ως μάρτυρας τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο Ν. Ρ., πατέρας της πρώτης των εναγόντων και δικαιοπάροχος της. Κανείς όμως, από τους μάρτυρες αυτούς δεν κατέθεσε ότι δύο γενεές πριν την εισαγωγή του ΑΚ, δηλαδή ότι ήδη από το έτος 1866, το επίδικο χρησιμοποιείτο ως δρόμος από τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί. Όλοι οι ως άνω μάρτυρες περιορίστηκαν στο πως γνώρισαν οι ίδιοι την κατάσταση στο επίδικο, δηλαδή μετά την εισαγωγή του ΑΚ. Αναφέρουν επίσης, εντελώς αόριστα όμως, ότι από το έτος 1935 το επίδικο το χρησιμοποιούσε και η γιαγιά των εναγόντων. Οι καταθέσεις όμως, αυτές καταρρίπτονται από την από Απριλίου 2014, δηλαδή συνταχθείσα μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Α. Τ., που ο εναγόμενος ανταποδεικτικά προσκομίζει παραδεκτά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (529 ΚΠολΔ). Για την σύνταξη της έκθεσης αυτής έχει ληφθεί υπόψη το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Δ. Π., το οποίο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ενσωματώνεται στην αγωγή και έχει γίνει φωτοερμηνεία ζεύγους αεροφωτογραφιών των ετών 1967, 1984 και 1988. Σύμφωνα με την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1967, επί της έκτασης με στοιχεία ... δεν παρατηρείται κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει την ύπαρξη δρόμου. Αντίθετα, επί της εκτάσεως αυτής παρατηρούνται επί των πλευρών γ-δ και ξ-η βραχώδεις εξάρσεις οι οποίες απέχουν από τα τμήματα α-μ και ι-κ των τοιχίων της οικίας περίπου 1,2 μέτρα και 1 μέτρο αντίστοιχα, ενώ η υψομετρική διαφορά μεταξύ της επίδικης έκτασης και της έκτασης που βρίσκεται ανατολικά και σε απόσταση μόλις 2,5 μέτρων προσδιορίζεται ίση με 6,7 μέτρα, γεγονός που φανερώνει την ύπαρξη κρημνού. Περαιτέρω, στην ερμηνεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1984 δεν παρατηρείται επίσης, κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει την ύπαρξη δρόμου ή χώρου που χρησιμοποιείται για διέλευση οχημάτων ή ζώων. Αντίθετα, η έκταση αυτή καταλαμβάνεται από βραχώδεις εξάρσεις που σε κάποιο σημείο της και συγκεκριμένα στην πλευρά μ-λ υπάρχει στένωση μεταξύ του τοιχίου της οικίας του εναγομένου και των βράχων, η οποία προσδιορίζεται ίση με 0,7 μέτρα, ενώ επιπλέον φαίνεται και η ίδια υψομετρική διαφορά με την έκταση που βρίσκεται ανατολικά του επιδίκου, όπως αποτυπωνόταν και στις αεροφωτογραφίες του προηγούμενου εξεταζόμενου έτους. Τα ίδια επίσης, παρατηρήθηκαν και στην φωτοερμηνεία του έτους 1988. Να σημειωθεί ότι για την πρόσβαση στο ακίνητο των εναγόντων υπάρχει δρόμος που ξεκινάει από το κέντρο της πόλης της Δημητσάνας, περνάει έμπροσθεν της οικίας Μ. Ρ. και Η. Δ. και καταλήγει στο ακίνητο των εναγόντων. Ο δρόμος αυτός αποτυπώνεται και στις αεροφωτογραφίες των ετών 1967 και 1984 ως ημιονική οδός, ενώ στις αεροφωτογραφίες του έτους 1988 έχει αλλάξει μορφή και εμφανίζεται ως αγροτικός δρόμος πλάτους 2-3 μέτρων. Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι ουδέποτε το επίδικο τμήμα δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου δρόμου αφενός με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, αφετέρου δι’ αφέσεως στην κοινή χρήση από τους ιδιοκτήτες τους από 60ετίας, ώστε να κριθεί αν είναι καταχρηστική η κατάληψή της σήμερα από τον εναγόμενο. Αν κάποιοι κάτοικοι της Δημητσάνας και ιδίως τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούσαν το επίδικο για να πάνε πιο γρήγορα στον προορισμό τους, τούτο δεν είναι αρκετό για να του προσδώσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου δρόμου. Τα ως άνώ ενισχύονται κι από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων και δικαιοπάροχο της πρώτης ενάγουσας, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Ν. Ρ., ο οποίος κατέθεσε "...Ο Τ. μας υποσχέθηκε ότι θα μας δώσει κλειδιά, αλλά έβαλε πόρτα και δεν μπορούμε να περνάμε...Δεν ξέρω αν η Ρ. ζήτησε κλειδιά από τον Τ. να περάσει και να πηγαίνει σ’ ένα κηπάκι που έχει". Δηλαδή, ο ως άνω μάρτυρας με το να καταθέσει αυτά, στην ουσία συνομολογεί ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία του εναγομένου κι ότι απλώς ανέμεναν ότι ο εναγόμενος θα τους επέτρεπε να διέρχονται κι αυτοί από κει δίνοντάς τους κλειδιά, γιατί σε αντίθετη περίπτωση (αν δηλαδή δεν ήταν ιδιωτικός χώρος το επίδικο) δεν θα είχε δικαίωμα ο εναγόμενος να τοποθετεί πόρτες ούτε να υπόσχεται να δώσει κλειδιά σε χώρο που δεν του ανήκε. Περαιτέρω, τα ως άνω ενισχύονται κι απ’ το ότι ο δρόμος προς ... ανοίχτηκε μετά το έτος 1985, επομένως, αποκλείεται ο επίδικος χώρος να αποτελούσε, πριν το χρονικό αυτή σημείο, ενδιάμεσο τμήμα δημοτικής οδού, που άρχεται από την πλατεία Δημητσάνας και καταλήγει στη δημοτική οδό που οδηγεί προς .... Άλλωστε, το χρονικό αυτό διάστημα δεν είναι αρκετό για να προσδώσει στο δρόμο αυτό την ιδιότητα του κοινόχρηστου, με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι ο εναγόμενος ή οι δικαιοπάροχοί του άφησαν το επίδικο εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για μακρό χρονικό διάστημα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγομένου (αναιρεσίβλητου) και αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα εκκαλουμένη, δίκασε εκ νέου την αγωγή, την οποία και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις περί της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (VETUITAS) ούτε το άρθρο 281 ΑΚ, καθόσον από τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και συνακόλουθα οι προϋποθέσεις των επικαλουμένων και αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων περί χαρακτηρισμού από τα πολιτικά δικαστήρια μιας οδού ως δημοτικής. Ειδικότερα υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν παρατηρείται κανένα στοιχείο μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων που να υποδηλώνει την ύπαρξη δρόμου 80 χρόνια πριν από την ισχύ του ΑΚ ή στο μεταγενέστερο χρόνο, ενώ το επίδικο περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του εναγομένου, στην οποία αυτός το περιέκλεισε και συνακόλουθα δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού (αναγνωρίσεως) του επιδίκου ως κοινόχρηστου δρόμου. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, δεν πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερθεισών διατάξεων. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι το επίδικο δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου δρόμου κατά τις επίμαχες διατάξεις, αφού δεν εχρησιμοποιείτο κατά τον απαιτούμενο χρόνο, ούτε από τους δημότες ούτε για τη διέλευση οχημάτων και τούτο ανήκει στη ιδιοκτησία του εναγομένου που το περιέκλεισε σ’ αυτήν, με την ανοχή του οποίου τα τελευταία χρόνια και δή μετά το 1985 εχρησιμοποιείτο από τους δημότες της Δημητσάνας, χωρίς όμως η χρήση αυτή να του προσδίδει την ιδιότητα του κοινοχρήστου, ενώ το ακίνητο των εναγόντων εξυπηρετείται από δρόμο που καταλήγει σ’ αυτό από το κέντρο της Δημητσάνας. Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δύο λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω η επίκληση του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών", το άρθρο 20 παρ.3 του οποίου, εισάγοντας εξαίρεση στην παρ.1 του ίδιου άρθρου που απαγορεύει τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων με ιδιωτική βούληση, επιτρέπει τη διατήρηση των κοινόχρηστων χώρων (οδοί, πλατείες κ.λπ.), που σχηματίσθηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν την ισχύ του άρθρου αυτού, που ορίζεται από την ισχύ του ΒΔ της 4/16.1.1924 (ήτοι από 1.3.1924) (ΑΠ 954/17) στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι συνέτρεξε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων αυτών, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, ούτε ήταν εφαρμοστέες. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του δεύτερου λόγου που αφορούν στα συνεχόμενα με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων επιχειρήματα του δικαστηρίου ως προς την μη ύπαρξη κοινόχρηστου δρόμου, δεν συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογίες" της απόφασης, πληττόμενες αναιρετικά με την ερευνώμενο διάταξη του αρ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ενόψει τούτων η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, οι οποίοι (αναιρεσείοντες), λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ.183, 176 και 180 παρ.1 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.7.2016 αίτηση των Μ. Ρ. του Ν. και Δ. Ρ. του Γ. κατά του Α. Τ. του Ν., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.55/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ