293/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 293 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2017
Legislator headnote
AI generated293/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 293 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2017
Full text
Απόφαση 293 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Ι. Σ., και 2) Μ. συζύγου Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Θωμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1376/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3213/2015 του Μονομελούς του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 8-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 3213/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων του ΚΠολΔ, υπ' αριθ. 3213/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 1376/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η ανακοπή του αναιρεσείοντος με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθ. 27569/2013 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με αίτηση των αναιρεσιβλήτων και το υποχρέωσε να καταβάλει νομιμοτόκως σε κάθε μια απ' αυτές την αποζημίωση που καθορίστηκε για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου τους. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως. Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος ήδη Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθού η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του λόγω της δέσμευσης που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του. Έτσι αποβλέποντας στο συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτρίωσης που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενόμενη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης, ο καθού η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης. Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθού η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (ΑΠ 1132/2003). Επίσης, με την υπ' αριθ. 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου της Επικρατείας (αριθ. 3689/2009) έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθού η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμιση έτους.
Συνεπώς, εάν δεν έχει υποβληθεί η ανωτέρω τυπική έγγραφη δήλωση, δεν ασκούν καμία επιρροή στην ήδη επελθούσα, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος και την σύμφωνη προς αυτό διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως ενέργειες όχι μόνον του υπερού η απαλλοτρίωση (λ.χ. παρακατάθεση αποζημιώσεως), αλλά και ενέργειες δικαστικές ή εξώδικες του καθού η απαλλοτρίωση, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μετά την πάροδο της προβλεπομένης για την συντέλεσή της προθεσμίας (λ.χ. έγερση αγωγής προς επιδίκαση της αποζημιώσεως, συνέχιση σχετικής δίκης, που άρχισε πριν από την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, είσπραξη αποζημιώσεως). Επισημαίνεται ότι στις ανωτέρω διατάξεις δεν προβλέπεται ευχέρεια της Αρχής (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών) να μη δεχθεί και να απορρίψει την ως άνω δήλωση του καθού. Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης. Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ' και ζ' του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31.12.2012. Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, γ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον άνευ άλλου δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά. Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη συστηματική κατάταξη της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί μερικότερη ρύθμιση του ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" και έχει ενταχθεί στις διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015, που ψηφίστηκε με το ν. 3985/2011 και εξειδικεύθηκε με τις διατάξεις των ν. 3986/2011 και ν. 4002/2011. Η ένταξη της νέας ρυθμίσεως στο ανωτέρω θεσμικό πλαίσιο του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής συναρτάται αναγκαίως με τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας και την προώθηση των στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου για ώθηση στην ελληνική οικονομία και πάντως για μη περαιτέρω μεγέθυνση των ελλειμμάτων της. Γι' αυτό και η απόφαση της διοίκησης για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, κατ' εφαρμογή της νέας διατάξεως, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου στα πλαίσια πάντοτε της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων του μεσοπρόθεσμου πλαισίου. Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ, 3α ν. 4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από το θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτρίωσης, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, πράγμα που σημαίνει ότι λαμβάνεται πλέον υπόψη και το δικό της συμφέρον, εκτός από αυτό του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Και δ) αν το αίτημα του καθού η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας. Καθίσταται εξ αυτών σαφές ότι -μετά την αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης- ο καθού δεν δικαιούται να ζητήσει με αγωγή ή με την έκδοση διαταγής πληρωμής να του καταβληθεί η προσωρινά ή οριστικά καθορισμένη αποζημίωση, αν προηγουμένως: α) δεν ζητήσει με τυπική και εμπρόθεσμη αίτηση τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και β) δεν γίνει δεκτή η αίτησή του από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και είναι η υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης. Αν φυσικά παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή του ενός έτους και παρά ταύτα το ακίνητο έχει καταληφθεί και κατέχεται από το φορέα εκτέλεσης του έργου, απομένει στον κύριο αυτού η δυνατότητα να στραφεί κατά του ως άνω φορέα και να ζητήσει αποζημίωση. Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω διάταξης, στην περίπτωση που δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα αίτηση για διατήρηση της απαλλοτρίωση ή η υποβληθείσα απορριφθεί, δεν μπορεί πλέον να υποστηρίζεται ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μόνον από τον καθού η απαλλοτρίωση μπορεί να προταθεί διότι εξυπηρετεί αποκλειστικά το συμφέρον αυτού, όχι δε και από τον υπερού η απαλλοτρίωση ή από τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης. Η εν λόγω θέση μπορεί πλέον να θεωρηθεί ορθή μόνο για το χρονικό διάστημα της προθεσμίας του ενός έτους (το οποίο αρχίζει μετά την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμιση έτους που προκάλεσε την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως), μέσα στο οποίο ο καθού η απαλλοτρίωση εάν το επιθυμεί μπορεί να ζητήσει με τον προβλεπόμενο τυπικό τρόπο τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της δικαστικά καθορισμένης αποζημίωσης. Ενόσω διαρκεί η προθεσμία αυτή και το ζήτημα της άρσεως είναι ακόμα εκκρεμές, ο μόνος που νομιμοποιείται να προτείνει (δικαστικά ή εξώδικα) την άρση της είναι ο καθού η απαλλοτρίωση. Αν όμως υποβάλλει εμπρόθεσμα την τυπική ως άνω δήλωση-αίτηση και το αίτημά του γίνει αποδεκτό από την αρχή, τότε η απαλλοτρίωση διατηρείται και είναι ισχυρή, δικαιούμενος να αξιώσει με αγωγή ή διαταγή πληρωμής την ήδη ορισθείσα αποζημίωση (χωρίς τον ανακαθορισμό της και τόκους υπερημερίας). Αν αντίθετα απορριφθεί η αίτησή του ή αφήσει και παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του ενός έτους, η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως οριστικοποιείται και δεν γεννώνται πλέον δικαιώματα και υποχρεώσεις απ' αυτήν. Ο καθού η απαλλοτρίωση δεν μπορεί να αξιώσει την καταβολή της ορισθείσας αποζημίωσης και, αν τη ζητήσει, αποκρούεται από τον (πρώην) υπόχρεο σε καταβολή της με την προβολή της ενστάσεως ότι η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως οριστικοποιήθηκε και (η απαλλοτρίωση) δεν παράγει πλέον έννομες συνέπειες. Γι' αυτό στη συνέχεια με το άρθρο 131 παρ. 1 ν. 4070/2012 προστέθηκε παρ. 10 στο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ως εξής: "Εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθού η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης". Ως προς το αν η τελευταία αυτή διάταξη αυτή εφαρμόζεται ή όχι και επί των εκκρεμών (κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 4070/2012) απαλλοτριώσεων παρατηρείται ασάφεια διατυπώσεως στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 146, στην οποία προσδιορίζεται ποιές από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (παρ. 1) και ποιές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 2 έως 10). Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή έχει χαρακτήρα ερμηνευτικού νόμου και επομένως έχει εξ αυτού του λόγου αναδρομική ισχύ, αφού ουσιαστικά δεν εισάγει μία νέα ρύθμιση αλλά καταγράφει τις προπεριγραφείσες έννομες συνέπειες πληρώσεως των προϋποθέσεων του προγενέστερου νόμου. Ειδικότερα, καταγράφει τις συνέπειες που θα είχε (για το δικαίωμα του θιγομένου ιδιοκτήτη να αξιώσει την καταβολή της αποζημίωσης που ορίσθηκε για μία απαλλοτρίωση η οποία έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ν. 2882/2011, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011) το γεγονός ότι ο θιγόμενος ιδιοκτήτης δεν έχει υποβάλλει αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης ή έχει υποβάλλει μεν αίτηση η οποία δεν έχει γίνει δεκτή. Την εκδοχή αυτή ενισχύει και το γεγονός ότι η νέα παράγραφος 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001 αναφέρεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 11 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 η οποία έχει ρητά αναδρομική δύναμη, άρα αναφέρεται σε όλες τις απαλλοτριώσεις που καταλαμβάνει υπό την ισχύ του το νέο άρθρο 11 παρ. 3. Σε κάθε περίπτωση -και υπό την ισχύ μόνον της ρυθμίσεως του άρθρου 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011- πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την υποβολή από τον καθού η απαλλοτρίωση αίτησης για τη διατήρησή της μετά την αυτοδίκαιη άρση της, αυτός αποκλειστικά νομιμοποιείται να προτείνει την άρση της, όμως μετά τη πάροδο άπρακτης της σχετικής προθεσμίας ή την τυχόν απόρριψη της αίτησής του από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, δικαιούται όχι μόνον αυτός αλλά και η υπόχρεη σε καταβολή της αποζημίωσης αρχή, έχοντας έννομο προς τούτο συμφέρον, να προτείνει και να επικαλεσθεί, δικαστικά και εξώδικα, την άρση της απαλλοτρίωσης αφού αυτή ως μη υφιστάμενη δεν παράγει έννομες συνέπειες και άρα δεν γεννά υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά τον ενδιαφέροντα την αναιρετική διαδικασία: Με την υπ' αριθ. 5364/27.2.2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 30511/36454/31.12.2008 απόφαση του ίδιου οργάνου και αμφότερες οι αποφάσεις δημοσιεύτηκαν νόμιμα..., κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή "Α' Φάσης 2ου Χώρου Υγειονομικής Ταφής Αποβλήτων Δυτικής Αττικής" έκτασης εμβαδού 962.809,88 τ.μ., στη θέση Σκαλιστήρι του Δήμου Φυλής Αττικής... Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Αττικής", με δαπάνη... από το Ταμείο Συνοχής της Ε.Ε. κατά 75% και εθνική συμμετοχή κατά 25%. Εντός της απαλλοτριούμενης έκτασης βρίσκεται και ιδιοκτησία των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσιβλήτων), η οποία με τον αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... έχει εμβαδόν ... τ.μ., βρίσκεται στην ειδικότερη θέση ... του Δήμου …. Με την υπ' αριθ. 371/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στο ποσό των 200 ευρώ/τ.μ., ενώ με την υπ' αριθ. 273/2013 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 140 ευρώ/τ.μ. Ακολούθως με την υπ' αριθ. 195/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι εφεσίβλητες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της καθορισθείσας αποζημίωσης, ανάλογα η κάθε μία με το ποσοστό της συνιδιοκτησίας της στη μερικότερη έκταση των 2.713 τ.μ., η οποία αποδείχθηκε ότι ανήκε στη συνιδιοκτησία τους. Κατόπιν αιτήσεως των εφεσιβλήτων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 27.569/ 2013 προσβαλλόμενη με την ένδικη ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου (εκκαλούντος) διαταγή πληρωμής της αρμόδιας Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας το εκκαλούν (αναιρεσείον) υποχρεώθηκε να καταβάλει στις εφεσίβλητες, ως δικαιούχους αποζημίωσης, το ποσό των 189.910 ευρώ σε εκάστη εξ αυτών..., πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων... Η υπ' αριθ. 371/2010 απόφαση, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης... δημοσιεύτηκε στις 17.5.2010. Επομένως από την ανωτέρω ημερομηνία μέχρι τις 17.11.2011 παρήλθε χρονικό διάστημα ενάμισι έτους χωρίς να έχει συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση με την εκ μέρους του εκκαλούντος προσήκουσα σ' αυτές καταβολή της αποζημίωσης...επήλθε η αυτοδίκαιη άρση της. Περαιτέρω, οι εφεσίβλητες δεν υπέβαλαν μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας αίτηση και υπεύθυνη δήλωση στην αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση για τη διατήρησή της, ήτοι έως 17.11.2012, δεδομένου ότι από τις 27.10.2011 τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 39 του ν. 4024/2011, ή σε κάθε περίπτωση έως τις 31.12.2012, δεδομένου ότι παρέχεται η δυνατότητα αναδρομικής ισχύος της ανωτέρω ρύθμισης και για απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη αυτοδικαίως αρθεί. Σχετική αίτηση και υπεύθυνη δήλωση υπέβαλαν οι εφεσίβλητες στην αρμόδια υπηρεσία εκπρόθεσμα, στις 13.9.2013. Επομένως, στις 15.5.2013, που οι εφεσίβλητες κατέθεσαν αίτηση στη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα ενάμισι έτους από την απόφαση του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, χωρίς μέσα σ' αυτό να συντελεστεί η απαλλοτρίωση, η οποία έτσι ήρθη αυτοδικαίως, αφού οι εφεσίβλητες δεν υπέβαλαν ακολούθως εντός έτους από της ανωτέρω προθεσμίας, άλλως έως τις 31.12.2012, αίτηση και υπεύθυνη δήλωση περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης. Όμως η αυτοδίκαιη αυτή ανάκληση της απαλλοτρίωσης..., αποβλέπουσα μόνο στο συμφέρον των εφεσιβλήτων, μπορεί να προταθεί μόνον από αυτές και όχι από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο.... Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, παρότι δέχεται ότι οι αναιρεσίβλητες (καθών η απαλλοτρίωση) δεν υπέβαλαν εμπρόθεσμα προς την αρμόδια διοικητική αρχή αίτηση και υπεύθυνη δήλωση, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης και επομένως η αυτοδίκαιη άρση τη απαλλοτριώσεως οριστικοποιήθηκε με αποτέλεσμα να μη οφείλεται από το Δημόσιο η προσδιορισμένη αποζημίωση (που επιδικάσθηκε με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής), εν τούτοις έκρινε ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιούνταν να επικαλεσθεί την από την ανωτέρω αιτία άρση της ένδικης απαλλοτριώσεως, την οποία μόνον οι αναιρεσίβλητες μπορούσαν (κατά το Εφετείο) να προβάλλουν. Συνακόλουθα έκρινε ότι το Δημόσιο δεν νομιμοποιούνταν να προτείνει τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής του και ορθά επομένως απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ο λόγος αυτός, με τον οποίο το αναιρεσείον ζήτησε την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενο ότι χωρίς νόμιμη αιτία εκδόθηκε η διαταγή αυτή πληρωμής, αφού κατά το χρόνο που ζητήθηκε η έκδοσή της (15.5.2013) είχε ήδη αρθεί αυτοδικαίως η αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου των αναιρεσίβλητων και η άρση είχε οριστικοποιηθεί με αποτέλεσμα να μη υφίσταται πλέον αξίωση των αναιρεσίβλητων για καταβολή της αποζημίωσης και αντίστοιχη υποχρέωση του Δημοσίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με συνέπεια να απορρίψει το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο επανέφερε τον αντίστοιχο πρώτο λόγο τη ανακοπής του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 11 παρ. 3 του Κ.Α.Α.Α. (ν. 2882/2001), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011, αφού κατά τις προπαρατιθέμενες νομικές αιτιολογίες, μπορούσε το Ελληνικό Δημόσιο να προτείνει ως λόγο ακύρωσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης του ακινήτου των εφεσίβλητων, δεδομένου ότι όχι μόνον παρήλθε άπρακτη η προβλεπόμενη για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης προθεσμία του ενάμισι έτους από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, αλλά επί πλέον παρήλθε ακολούθως άπρακτη και η εν συνεχεία αυτής προθεσμία του ενός έτους που ο νόμος προβλέπει για την υποβολή από τις αναιρεσίβλητες αίτησης προς διατήρηση της απαλλοτρίωσης. Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά τη γνώμη όμως δύο μελών του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα της αντιπροέδρου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρεοπαγίτη Γεωργίου Κοντού η αυτοδίκαιη, ως άνω, ανάκληση της απαλλοτριώσεως αποβλέπουσα αποκλειστικώς στο συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η κηρυχθείσα εις βάρος του απαλλοτρίωση, επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, λόγω της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του, μπορεί από αυτόν μόνον να προταθεί, όχι δε και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση. Κατά συνέπεια η προθεσμία αυτή ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση της καταβολής της αποζημιώσεως που προσδιορίσθηκε οριστικώς ούτε, στην περίπτωση της απράκτου παρελεύσεώς της, επιφέρει απόσβεση της αξιώσεως αποζημιώσεως από την ανωτέρω αιτία για το δικαιούχο, που όχι μόνον δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή ή αιτείται την έκδοση διαταγής πληρωμής περί επιδικάσεως της εν λόγω αποζημιώσεως (ΑΠ 469/2016, 40/2015, 1217/2015, 754/2011, 631/2010, 1390/2007, 156/2005, 1132/2003, 215/2001). Επομένως το δικαστήριο της ουσίας που έκρινε ομοίως ότι ο σχετικός λόγος της ανακοπής ήταν απορριπτέος, διότι δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά το αναιρεσείον στην προβολή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο μοναδικός περί αυτού λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού η απόφαση ως προς το μοναδικό λόγο της αιτήσεως λαμβάνεται με διαφορά μιας ψήφου, πρέπει, κατ' άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί ο λόγος αυτός ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ενώπιον της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 3213/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ