293/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 293 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 293/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και ΙÏ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 293 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 293/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων:1)Α. χας Α. Μ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο 2)Γ. Α. Μ., 3)Χ. Α. Μ., 4)Θ. θυγ. Α. Μ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μίνωα Φιλιππάτο, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε στις 25-7-2015 και κληρονομήθηκε από τον Α. Μ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος και συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2008 αγωγή των αρχικών διαδίκων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 636/2010 του ιδίου Δικαστηρίου, 57/2014 του Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 25-4-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 8-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. .
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, Α. Μ., απεβίωσε την 25-7-2015, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε με βάση ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε νομοτύπως, από τον εγγονό της Α. Μ., ο οποίος κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το γεγονός του θανάτου της παραπάνω καθολικής δικαιοπαρόχου του και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει για εκείνη τη διακοπείσα δίκη. Ο θάνατος της αναιρεσιβλήτου και η ιδιότητα του προαναφερομένου ως κληρονόμου της αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, την ιδιόγραφη διαθήκη της, τα πρακτικά δημοσίευσης αυτής και το πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης αυτής, Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.
Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 57/2014 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, επιλαμβανόμενο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκκληθείσας απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, αγωγή των αναιρεσιβλήτων αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), αλλά και στον πρωτότυπο, την οποία έφεση απέρριψε κατ’ ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου κειμένου στη θέση "..." ή "..." της πρώην Κοινότητας και ήδη Δ.Δ. ... του Δήμου Ρίου, εμβαδού 1.472 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Π., δυτικά με ιδιοκτησία Σ., βόρεια με χείμαρρο "..." και νότια με δημοτική οδό πλάτους 6 μ. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε σε αυτούς από κληρονομιά του αποβιώσαντος, το έτος 1974, χωρίς να αφήσει διαθήκη Α. Μ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν με την .../1999 πράξη του Συμβ/φου Πατρών Κων/νου Σακελλαρόπουλου, που έχει μεταγραφεί. Στον Α. Μ. το ακίνητο περιήλθε από κληρονομιά της μητέρας του Θ. Μ., που απεβίωσε το έτος 1944 και κατέλιπε την .../12.08.1944 δημόσια διαθήκη του συμβ/φου Πατρών Ευθυμίου Μανούσου, που δημοσιεύθηκε με τα 113/1944 Πρακτικά του Πρωτοδικείου Πατρών και με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τα εγγόνια της Γ. και Θ. Μ., σε συγκεκριμένα ακίνητα, τα οποία αναφέρει στη διαθήκη, ενώ σε όλη την υπόλοιπη περιουσία που ήθελε βρεθεί μετά το θάνατο της εγκατέστησε εξ ίσου τα τέκνα της Κ. και Α. Μ.. Το τέκνο αυτής Α. Μ. υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του και αναμείχθηκε σε αυτή και σε συνδυασμό με άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, στην οποία προέβη με τον αδελφό του Κ. Μ. απέκτησε το επίδικο ακίνητο και νεμόταν αυτό έως την εισαγωγή του ΑΚ στις 23.02.1946 με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και στη συνέχεια νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου έως το θάνατο του το έτος 1974. Στη Θ. Μ., το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης με το .../1921 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου ....... που έχει μεταγραφεί, σε συνδυασμό με την 20872/1938 πράξη αναγνώρισης της πώλησης του συμβ/φου ........, που έχει επίσης μεταγραφεί νόμιμα, από τους κληρονόμους - τέκνα του Χ. Φ., Β. Φ., Μ. Φ., Κ. Φ. και Ν. Φ. και περιγράφεται στα ως άνω συμβόλαια ως "αγρός μετά των εντός αυτού ελαιοδένδρων και παντός παρακολουθήματός του κείμενος εις θέσιν ... της περιφέρειας του χωρίου ... των Πατρών του Δήμου Πατρέων, εκτάσεως στρεμμάτων τεσσάρων ως έγγιστα ή όσης και αν είναι συνορευόμενον γύρωθεν με ποταμόν ..., .........". Στους ως άνω πωλητές το ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1906 πατρός τους Χ. Φ., που έως το θάνατο του κατείχε το ανωτέρω ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. Στον Χ. Φ. είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο από κληρονομιά του πατέρα του Γ. Φ. - Κ., που απεβίωσε προ του έτους 1897 και έως το θάνατο του κατείχε ένα ενιαίο ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, μετά το θάνατο του δε υπεισήλθαν στην κληρονομιά του και αναμείχθηκαν σε αυτή, κατέχοντας το ανωτέρω ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, τα τέκνα αυτού Ι., Χ. και Φ. Φ. Κ., καθώς και η σύζυγος του Β., οι οποίοι με το ... 09.02.1897 συμβόλαιο διανομής του συμβ/φου ......., που έχει νόμιμα μεταγραφεί προέβησαν σε διανομή του κληρονομιαίου ακινήτου, που στο διανεμητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ως ".... σταφιδάμπελος συνολικής έκτασης δώδεκα στρεμμάτων και 350 μέτρων, που συνόρευε γύρωθεν με όμοιες ιδιοκτησίες Γ. Τ., Σ. Σ., των αδελφών Κ., Β. Γ. και με ρύακα, από το οποίο ο Χ. Φ. Κ. έλαβε τμήμα έκτασης τεσσάρων στρεμμάτων και 100 μέτρων, το οποίο συνόρευε γύρωθεν με ρυάκι (ρύακα) με και όμοιες ιδιοκτησίες των Σ. Σ., των αδελφών Κ. και με τα μερίδια των αδελφών του Φ. και Ι. Κ.". Ο Γ. Φ. Κ. απέκτησε με το .../22.09.1874 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου ......., νόμιμα μεταγεγραμμένου, ένα αγροτικό ακίνητο το οποίο περιγράφεται ως "μίαν σταφιδάμπελον εκ στρεμμάτων Β. τριών και μέτρων 270 μετά του αλωνιού της κειμένων εις θέσιν "..." του ... του Δήμιου Πατρέων και συνορευομένων γύρωθεν με σταφιδάμπελο Γ. Κ., Γ. Ρ., Ι. Π. και με ......". Στη συνέχεια με το υπ’ αριθμόν .../10.01.1876 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ο Γ. Φ. Κ. απέκτησε από το Γ. Ρ. "...μία σταφιδάμπελο πατρική του εκ στρεμμάτων τεσσάρων εις θέσιν ... οριοθετούμενο ανατολικώς με χερσώδη άγριον τόπον Γ. Ρ., δυτικώς με σταφιδάμπελον Ν. Σ., αρκτικώς με όμοιαν Γ. Φ. Κ. και μεσημβρινός με όμοιαν Γ. Κ., και προς τούτοις μίαν έτερον σταφιδάμπελον του εις την αυτήν θέσιν εκ στρεμμάτων τριών, ην έλαβεν παρά της συζύγου του Ε. εις ανταλλαγήν συνορευομένων ανατολικώς με όμοιαν Σ. Κ., δυτικώς και αρκτικώς με όμοιαν Γ. Φ. Κ. και μεσημβρινός με γράνα και σταφιδάμπελον Π. Κ.". Τα ως άνω ακίνητα, όπως προκύπτει από τα αναφερόμενα στα συμβόλαια σύνορα αποτελούσαν συνεχόμενους αγρούς....... Ωστόσο από τα ανωτέρω .../1874 και .../1876 μεταβιβαστικά συμβόλαια προκύπτει ότι το επίδικο αποτελούσε τμήμα μίας ευρύτερης έκτασης, που προήλθε από τη συνένωση των κτημάτων που αποκτήθηκαν με τα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια και αποτελούσαν σταφιδάμπελους, από τις οποίες η πρώτη συνόρευε γύρωθεν μεταξύ άλλων και με "...", όπως και το διανεμητέο τμήμα που έλαβε ο Χ. Φ. με το ... 1897 συμβόλαιο διανομής, το οποίο συνόρευε γύρωθεν και με "ρύακα". Οι απώτεροι δε δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατείχαν και νέμονταν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, με καλή πίστη και νόμιμους τίτλους, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του άνω ακινήτου διακατοχικές πράξεις, αφού οριοθέτησαν αυτό, το καλλιεργούσαν με αμπέλι και σταφίδα, έκαναν συγκομιδή του καρπού τους και απαγόρευαν σε τρίτους κάθε διακατοχική πράξη. Ο σημερινός χείμαρρος ...ς έως και τις αρχές του 1900 ήταν ένα μικρό ρυάκι που κατέβαζε τα νερά της βροχής κατά τους χειμερινούς μήνες. Εξ άλλου στα ως άνω συμβόλαια αναφέρεται ως "...ς" και "ρύακας", ενώ ως χείμαρρος "..." εμφανίζεται για πρώτη φορά στο .../1921 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, στο οποίο, όπως και στα μεταγενέστερα αναφέρεται ως "αγρός μετά των εντός αυτού ελαιοδένδρων". Επομένως ο χείμαρρος "...ς", δεν υπήρχε στη σημερινή του μορφή πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Τουρκικό ζυγό, ώστε να εκτείνεται το επίδικο επί της παλαιάς του κοίτης. Από τις αρχές του 1900 άρχισε να κατεβάζει πολύ νερό και προκάλεσε καταστροφές στις καλλιέργειες. Έκτοτε προκαλούσε προβλήματα με έκτακτες πλημμύρες τους χειμερινούς μήνες ανά αραιά χρονικά διαστήματα, ενώ το καλοκαίρι δεν είχε νερό. Οι κάτοικοι για να προστατεύσουν τα χωράφια τους κατασκεύασαν ξύλινα "καρτέρια", τα οποία βοήθησαν ώστε να μην αυξηθεί το πλάτος του κατά το χρονικό διάστημα 1945 έως 1960, ενώ το βάθος του παρέμεινε στα δύο μέτρα. Εξ αιτίας των ανωτέρω κατακλύσεων το επίδικο δεν καλλιεργείτο συστηματικά, αλλά ανάλογα με τις περιοδικές υπερχειλίσεις και την επιτρεπόμενη από αυτές χρήση, μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε για τη βόσκηση ζώων, όπως αιγών, ενώ τελευταία ο δικαιοπάροχος των εναγόντων όσο και οι ίδιοι φύτεψαν ελιές. Σήμερα στο επίδικο υπάρχουν καμένες ελιές. Οι παλιές ελιές είναι κεντρωμένες από αγριελιές. Μετά από διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής έγιναν έργα περί τα έτη 1960 έως 1964 στην κοίτη του ποταμού για να προστατευθούν τα χωράφια που ήταν εκατέρωθεν. Σύμφωνα με τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στην από 03.10.2006 Πορισματική Έκθεση και ελήφθησαν στα πλαίσια ένορκης διοικητικής εξέτασης αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου από την Κτηματική Υπηρεσία Αχαΐας, η όμορος κοίτη του χειμάρρου "..." ουδέποτε επεκτείνετο στο επίδικο, αλλά πάντοτε περιοριζόταν στην σημερινή της θέση. Τα τεχνικά έργα τα οποία έγιναν, συνετέλεσαν ώστε να υφίσταται σήμερα υψομετρική διαφορά περίπου τεσσάρων (4) μέτρων μεταξύ των επιπέδων της κοίτης και του επίδικου και συνίστανται σε αναβαθμούς από σκυρόδεμα εντός της κοίτης και στα πλάγια αυτής για να ανακοπεί η ορμητικότητα του χειμάρρου και να προστατευθούν οι παρόχθιες ιδιοκτησίες από τη διάβρωση των χειμερίων υδάτων. Η στήριξη της όχθης του χειμάρρου με συρματοκιβώτιο (σαρζανέτ) και εμβάθυνση της κοίτης δεν συνετέλεσαν στον περιορισμό της κοίτης του χειμάρρου, η οποία παραμένει η ίδια. Εντός του επίδικου δεν έρεε και δεν ρέει νερό του χειμάρρου, εκτός από έκτακτες πλημμύρες που γίνονται μετά από μεγάλες βροχοπτώσεις, οι οποίες όμως δεν γίνονται συχνά, αλλά μετά από αυτές οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους καθάριζαν το επίδικο και το καλλιεργούσαν, όπως έκαναν όλοι οι ιδιοκτήτες των όμορων προς το χείμαρρο κτημάτων. Περαιτέρω το Ελληνικό Δημόσιο προσάγει και επικαλείται τα εξής έγγραφα: 1) το με αριθμό πρωτ. .../ 27.12.1998 έγγραφο του Δασαρχείου Πατρών με το οποίο χαρακτηρίζεται η έκταση που βρίσκεται στη θέση "...", περιφέρειας Κοινότητας ... Δασαρχείου Πατρών, εμβαδού 49.577 τ.μ., με τμήματα δασικής και μη δασικής μορφής.....2) αεροφωτογραφία του έτους 1967, στην οποία τμήμα του επιδίκου φαίνεται να βρίσκεται εντός της κοίτης του χειμάρρου ... αλλά το μεγαλύτερο μέρος αυτού, φαίνεται ότι βρίσκεται εκτός της κοίτης του χειμάρρου ..., αλλά το μεγαλύτερο μέρος αυτού, φαίνεται ότι βρίσκεται εκτός της κοίτης 3) την από 07η.11.2000 Έκθεση Φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών έτους λήψεων 1945 και 1960, σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση βρίσκεται μέσα στην παλαιά κοίτη του χειμάρρου "...", δεν φέρει δασική βλάστηση και δεν χαρακτηρίζεται ως δασική. Αποτελείται από φερτά υλικά (κροκάλες) του χειμάρρου "..." και είναι συνέχεια και μέσα στην παλαιά κοίτη του χειμάρρου με ορατά χειμαρρικά φαινόμενα. Ίχνη καλλιεργειών δεν εμφανίζονται. Ωστόσο δεν αναγράφεται το εύρος της κοίτης του χειμάρρου, ώστε να μπορεί να συγκριθεί με το σημερινό εύρος αυτής για να διαπιστωθεί αν πράγματι έχει μεταβληθεί η κοίτη, ενώ η ύπαρξη φερτών υλικών ενδέχεται να έχει προκύψει από το περιοδικά κατακλυζόμενο έδαφος.......5) τα 1754 και 1755/1906 έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Αχαΐας σύμφωνα με τα οποία το επίδικο βρίσκεται εντός της εγκαταληφθείσας κοίτης συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων του χείμαρρου ... και αποτελεί δημόσιο κτήμα αν και δεν έχει καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα. Τα αναφερόμενα στην από 02.10.2006 Τεχνική Έκθεση εφαρμογής τίτλων ιδιοκτησίας που συνοδεύουν την από 10.07.2003 αίτηση θεραπείας της πρώτης των εναγόντων του υπαλλήλου της Κτηματικής υπηρεσίας Αχαΐας Τοπογράφου Μηχανικού ΠΕ/Α Δ. Δ. ότι το αρχικό συμβόλαιο (.../1876) εμφανίζει ως ανατολικό όριο του ακινήτου "χερσώδη άγριο τόπο" και όχι κοίτη του χειμάρρου "...", δεν ευσταθούν διότι ο χείμαρρος κείται βόρεια του ακινήτου και όχι ανατολικά, ενώ στο ως άνω συμβόλαιο μεταβιβάζονται από το Γ. Ρ. στον απώτερο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων δύο συνεχόμενοι αγροί, συνολικής εκτάσεως επτά (7) στρεμμάτων που συνορεύουν "αρκτικώς με όμοιαν (σταφιδάμπελον) Γ. Φ. Κ.", η οποία περιήλθε σε αυτόν με το προγενέστερο .../22.09.1874 συμβόλαιο του Συμβ/φου ...... που εμφανίζει ως όριο ............. Το τελευταίο ακίνητο περιλαμβάνει και το επίδικο. Η αναφερόμενη στα ανωτέρω (.../1876 και .../1874) συνολική έκταση των δώδεκα (12) στρεμμάτων περιήλθε στον Γ. Κ. και στη συνέχεια κληρονομήθηκε από τους κληρονόμους του και διανεμήθηκε μεταξύ τους με το ως άνω υπ’ αριθμόν ... 09.02.1897 συμβόλαιο διανομής του Συμβ/φου ....... Τέλος η από 03.10.2006 Πορισματική Έκθεση του ιδίου υπαλλήλου της Κτηματικής υπηρεσίας Αχαΐας Τοπογράφου Μηχανικού ΠΕ/Α Δ. Δ. στα πλαίσια Ένορκης Διοικητικής εξέτασης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα, μολονότι οι εξετασθέντες μάρτυρες στις καταθέσεις τους οριοθέτησαν πλήρως το επίδικο, του οποίου το βόρειο τμήμα του βρίσκεται εκτός των τεχνητών κατασκευών (σαρζανέτ) που έγιναν περίπου το έτος 1980 για την προστασία των εκατέρωθεν της κοίτης του χειμάρρου ιδιοκτησιών, όπως προκύπτει από την με αριθμό πρωτ. .../25.08.1997 βεβαίωση της Δ/νσης Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας μετά του τοπογραφικού διαγράμματος της πολιτικού μηχανικού Δ. Μ., στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο, εντός των ορίων του οικισμού ... και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο Σύμφωνα με τα ανωτέρω πρόκειται για κοίτη χειμάρρου και όχι για κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού....... Το εναγόμενο και τώρα εκκαλούν με τον τρίτο λόγο έφεσης του ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, καθόσον μέχρι την παράνομη κατάληψη του από τους ενάγοντες, νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, συνεχώς, αδιατάρακτα και με νόμιμο τίτλο από της δημιουργίας της παλαιάς κοίτης, δηλαδή από εγκαταλείψεως αυτής υπό των υδάτων και εφεξής, ενεργώντας επ’ αυτού και επί της ευρύτερης δημόσιας έκτασης στην οποία κείται, πλείστες πράξεις νομής και κατοχής, όπως φύλαξη, αποβολές καταπατητών, κατασκευή προστατευτικών τοίχων και άλλες παρόμοιες, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει τα επί της εκτάσεως αυτής δικαιώματα κυριότητας, νομής και κατοχής του. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι οι επικαλούμενες ανωτέρω πράξεις νομής και κατοχής επί του επίδικου δεν αποδείχθηκαν, η δε κατασκευή προστατευτικών τοίχων έγινε για προστασία των καλλιεργειών των παρόχθιων ιδιοκτητών, στους οποίους συγκαταλέγεται και η δικαιοπάροχος των εναγόντων. Το εναγόμενο με τον τέταρτο λόγο έφεσης του ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του ως εγκαταλειφθείσα κοίτη ποταμού συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων,......... ότι η επίδικος έκταση, συνεχίζει το εναγόμενο, που αποτελούσε κοίτη του αενάως ρέοντος ποταμού "...", ανεφάνη συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων προ εικοσαετίας περίπου. Αλλά και από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 και 15 του Ν. 550/1915 προκύπτει ότι όταν η εγκατάλειψη της κοίτης ενός μη πλεύσιμου ποταμού είναι συνέπεια εκτελέσεως τεχνικών έργων από το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1072 του ΑΚ, αλλά τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από τέτοια έργα παραμένουν στο δημόσιο διότι πρόκειται για αποξήρανση αυτών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, τα παραπάνω ισχύουν για εγκαταλειφθείσα κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου, η οποία ανήκε στο δημόσιο, ως κοινόχρηστο πράγμα, πριν την εγκατάλειψη της από τα ελευθέρως και αενάως ρέοντα ύδατα και δεν αλλάζει η κυριότητα με την επανεμφάνιση της, κατόπιν τεχνικών έργων, που εκτέλεσε το δημόσιο. Δεν ισχύουν όμως, επί κοίτης χειμάρρου, όπως ο "...ς", ακόμη και αν εγκαταλείφθηκε συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων από το δημόσιο, διότι αυτή, ουδέποτε, ανήκε στο δημόσιο, δεν είχε ποτέ καταστεί κοινόχρηστο πράγμα, αφού η κυριότητα του εδάφους που κατακλύστηκε με τα όμβρια νερά του χειμάρρου, συνεχίζει να υπάρχει και μετά την εγκατάλειψη....... Με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, οι εφεσίβλητοι, προσμετρουμένου και του, κατά τα ως άνω, χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, κατέστησαν κύριοι της ως άνω εδαφικής έκτασης τόσο με έκτακτη, όσο και με τακτική χρησικτησία, συμπληρωθείσας της έκτακτης χρησικτησίας στις 11.09.1915, καθόσον από το έτος 1874 έως τον χρόνο αυτό νέμονταν συνεχώς το επίδικο με καλή πίστη επί τριάντα (30) και πλέον έτη, οι δε ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο βρίσκεται εντός της εγκαταλειφθείσης κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού "..." συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων είναι αβάσιμοι." Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως. Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά ένα μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε το αναιρεσείον με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασής του περί ιδίας κυριότητας 1) την από 7-11-2000 έκθεση φωτοερμηνείας του ειδικού δασολόγου φωτοερμηνευτή Ν. Μ. 2) την από 31-5-1996 αίτηση των αναιρεσιβλήτων προς την Κτηματική Υπηρεσία Αχαΐας 3) την από 20-10-2006 τεχνική έκθεση του Δ. Δ. 4) την από 3-10-2006 πορισματική έκθεση του τελευταίου 5) την .../1998 πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Πατρών 6) το .../1876 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θ. Ανδρόπουλου 7) .../76 πράξη αποδοχής του συμβολαιογράφου Χ. Κ. 8) την .../99 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Κ. Σακελλαρόπουλου και 9) το .../1985 συμβόλαιο "Δήλωσης Επιλογής Γονικής Παροχής της συμβολαιογράφου Μ. Αμπατζή. Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα προαναφερόμενα έγγραφα, επί πλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει για τον ίδιο λόγο και άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία, παρά τη μη ειδική αναφορά σ’ αυτήν όλων των παραπάνω εγγράφων, πλην των υπό τους αρ. 1, 3, 4, 5, 6 και 8 για τα οποία γίνεται ρητή αναφορά σ’ αυτήν και σχολιασμός του περιεχομένου τους, ότι τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους τίτλους των αναιρεσιβλήτων και ότι τούτο βρίσκεται εκτός της κοίτης του χειμάρρου ... και απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του ως ανέκαθεν κοίτη χειμάρρου. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ.), που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που ήταν εφαρμοστέος είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, κατά τρόπο σαφή, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφ’ όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ.) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατική ή ανεπαρκή αιτιολογία, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή αναγκαίο στοιχείο για την επάρκειά τους λείπει. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται και όταν στην απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους, διότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 του Κ.Πολ.Δ. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. επειδή το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν αγροτική έκταση, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας, ως περιελθόντος ειδικότερα στην κυριότητά του με την από 2-7-1832 Συνθήκη της Κων/λης και τα από 6/Ιουνίου και 7/Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, άλλως, σύμφωνα με τις διατάξεις του από 10.7.1837 Β.Δ (νόμου) "περί διακρίσεως των κτημάτων", ως αδέσποτος κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του νόμου αυτού (1837), άλλως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, άλλως, ως εγκαταλειφθείσα κοίτη ποταμού συνεπεία εκτελέσεως τεχνικών έργων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 116/1975, άλλως, ως προσωρινά εγκαταλειφθείσα κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου, κατ’ ορθή εφαρμογή του άρθρου 1072 ΑΚ και έτσι παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της απόφασης ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση υπό την εκδοχή ότι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 1072 ΑΚ, είναι απαράδεκτος καθ’ όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής, ούτε αυτή ήταν εφαρμοστέα με βάση τις παραδοχές του αφού δέχθηκε ότι το επίδικο βρίσκεται εκτός της κοίτης ...ς είτε πρόκειται για χείμαρρο είτε για εγκαταληφθείσα κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού. Περαιτέρω ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών δηλαδή ποια είναι τα επιπλέον περιστατικά, που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών αυτής. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος καθ’ όσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας εκτίθενται παραπάνω, έχει επαρκείς ατιιολογίες σε σχέση με το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω μη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την αξιολόγηση των εγγράφων που αναφέρονται παραπάνω στον ίδιο αναιρετικό λόγο είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον πλήττει την ορθότητα της αξιολόγησης αποδεικτικών μέσων. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-4-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, περί αναιρέσεως της 57/2014 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Απριλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ