Legislator Case Law & Legislation
293/2015 AI generated

293/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 293/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: A.Του αναιρεσείοντος: Ζ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Πολέμη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

293/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι κρινόμενες δύο αντίθετες αιτήσεις (αριθμ. καταθ. 23 και 196/2014) για αναίρεση της απόφασης 7229/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 και 573 § 1 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 293 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 293/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

A.Του αναιρεσείοντος: Ζ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Πολέμη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΦΡΟΔΙΣΙΩΝ ΔΕΡΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνα Γυφτάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

B.Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΦΡΟΔΙΣΙΩΝ ΔΕΡΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γυφτάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ζ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2009 αγωγή του ήδη A αναιρεσείοντος και Β αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:126/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7229/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 7-1-2014 αίτησή του και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητος με την από 17-3-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε τις από 6-2-2015 έκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε να γίνουν δεκτές αντίστοιχα οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά της απόφασης 7229/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείου Α αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, την απόρριψή της ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Οι κρινόμενες δύο αντίθετες αιτήσεις (αριθμ. καταθ. 23 και 196/2014) για αναίρεση της απόφασης 7229/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246 και 573 § 1 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ, το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, που τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία, εκτός εάν οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων και η κατάφασή της δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, ενώ αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικό, μισθωτό του Δημοσίου ή των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας, είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992).

Περαιτέρω, προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας επί των αμοιβών είναι η παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.1β'του Συντάγματος). Για την κατάφαση της προϋπόθεσης αυτής δεν αρκεί μόνο το να είναι η εργασία του συγκρινόμενου υπαλλήλου ή μισθωτού ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία εκείνου που ευνοήθηκε, αλλά απαιτείται να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (ΟλΑΠ 13/2003).

Με το όρθρο 21 παρ.2 του ν. 3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων, (α) Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία... (β) Με τη διαδικασία της παρ.1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους.

Στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματα τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (...). (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται σης εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών (...)".

Επίσης, με την παρ.3 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Αντιμισθία, (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία, (β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας(...).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, κατά πρώτο λόγο, ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, η οποία προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία.

Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους (ο οποίος, άλλωστε, επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό). Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπ' όψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.

Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφ' ενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφ' ετέρου, εφ' όσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, η προαναφερθείσα, ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των ως άνω, πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας.

Κατά συνέπεια, η προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας επέκταση της ρύθμισης του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή του, και σε άλλη κατηγορία δικηγόρων, όπως αυτή των παρεχόντων τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μη ανήκοντα σε δήμους, όπως τα κρατικά νοσοκομεία, προϋποθέτει τη διαπίστωση του ότι η προσφορά της εργασίας τους προς το νομικό πρόσωπο του νοσοκομείου και προς τα άλλα νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα, που ανήκουν στο νοσοκομείο όπου υπηρετούν, είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες. (ΑΠ 587/2011, ΑΠ 2122/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση 7229/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω ουσιώδη περιστατικά: Ο ενάγων δικηγόρος, στις 14-6-1989, προσλήφθηκε από το εναγόμενο κρατικό νοσοκομείο (ΝΠΔΔ) για να προσφέρει σ'αυτό τις νομικές του υπηρεσίες, με σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία και αποχώρησε στις 30-6-2003 λόγω συνταξιοδότησής του.

Από 1-1-2004 ο ενάγων αμοιβόταν έχοντας βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία, με τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ. Δέχθηκε, περαιτέρω, το Εφετείο, ότι οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται στις παραπάνω θέσεις και εν προκειμένω ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) έχουν κατά κανόνα τα ίδια ουσιαστικά προσόντα διορισμού και εκτελούν τα ίδια κατά περιεχόμενο καθήκοντα, παρέχουν δε τις ίδιες ή συναφείς υπηρεσίες.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων ως μοναδικός δικηγόρος του εκκαλούντος Νοσοκομείου διεκπεραίωνε όλες τις νομικές υποθέσεις του Νοσοκομείου, παρίστατο ενώπιον των Δικαστηρίων όλης της χώρας, γνωμοδοτούσε δε επί θεμάτων όχι μόνο νομικής φύσεως αλλά και διοικητικών θεμάτων που αντιμετώπιζαν οι διάφορες υπηρεσίες του νοσοκομείου.

Επομένως οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του ενάγοντος ήσαν ουσιωδώς όμοια με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες των δικηγόρων - νομικών συμβούλων των Ο.Τ.Α. με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων και καμία διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ τους, σε σχέση με τη ρύθμιση της εργασιακής σχέσης την ποιότητα και ποσότητα της εργασίας όπως αβάσιμα διατείνεται το εκκαλούν με το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης.

Επίσης ουδεμία διαφορά υφίσταται στην υπηρεσιακή εξέλιξη και την κοινωνική ασφάλιση των δικηγόρων αυτών. Σύμφωνα συνεπώς με τα προηγούμενα η καταβολή των προσαυξήσεων στους δικηγόρους των Ο.T.A. με πάγια αντιμισθία που υπάγονται στον Κώδικα περί Δικηγόρων και στο ίδιο μισθολογικό καθεστώς και προσφέρουν ουσιωδώς όμοιες δικηγορικές υπηρεσίες με τις παρεχόμενες από τον εφεσίβλητο προς το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ., χωρίς συγκεκριμένες προϋποθέσεις και όρους, εισάγει αδικαιολόγητη διάκριση σε βάρος του ενάγοντος και η εξαίρεσή του από την παραπάνω προσαύξηση, χωρίς να δικαιολογείται από διάφορο νομικό καθεστώς και χωρίς να συντρέχουν ειδικοί λόγοι, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας και της ίσης αμοιβής των εργαζομένων από τις ίδιες συνθήκες, όπως ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 4 § 1 και 22 § 1).

Με τις παραδοχές δε αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται την προσαύξηση 30% επί της πάγιας αντιμισθίας του και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια ως προς την αξίωση αυτή του ενάγοντος, έκανε μερικά δεκτή την έφεση του εναγομένου, επιδικάζοντας νομιμότοκα στον ενάγοντα δικηγόρο, μέρος της αξίωσής του για τα έτη 2008 - 2009, ενώ απέρριψε αυτή ως παραγεγραμμένη για τα έτη 2004-2007.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω νομικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Και τούτο γιατί οι παροχές του άρθρου 246 του Ν. 1188/1981 δεν είναι αδικαιολόγητες, αλλά αποτελούν αντιστάθμισμα των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους δικηγόρους των ΟΤΑ από το άρθρο 245 του ίδιου νόμου.

Συνεπώς, η νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει τη χορήγησή τους δεν συνιστά δυσμενή διάκριση ως προς του δικηγόρους άλλων ΝΠΔΔ, οι οποίοι έχουν προσληφθεί από διαφορετικό εργοδότη και απασχολούνται με διαφορετικό νομικό καθεστώς. Η τυχόν δε επέκταση τους στους δικηγόρους του εναγομένου - αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (Νοσοκομείου Α. Συγγρός), που επιδιώκεται με την αγωγή, θα αποτελούσε εξομοίωση καταστάσεων και προσώπων, που ο νομοθέτης, αξιολογώντας εύλογα τις διαφορετικές συνθήκες που ισχύουν για την καθεμιά, θέλησε να ρυθμίσει με διαφορετικό τρόπο. Επομένως ο μοναδικός λόγος της δεύτερης αίτησης αναίρεσης (αριθμ. καταθ. 196/2014), με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει αυτή ν'αναιρεθεί. Κατόπιν τούτου, δε, παρέλκει η έρευνα της πρώτης αίτησης αναίρεσης (αριθμ. καταθ. 23/2014) που ασκήθηκε από τον ενάγοντα, με την οποία προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (δηλαδή, για εσφαλμένο υπολογισμό του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων του για τα έτη 2004 - 2007) και πρέπει ν'απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκαση της, ιδίως αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, που συμπίπτουν με τις παραδοχές του Εφετείου, η απαίτηση του ενάγοντος δεν είναι νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Συνακόλουθα δεν υφίσταται στάδιο περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης και επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και ν'απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου - αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει, κατά μερικό συμψηφισμό λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα που εφαρμόσθηκε (183, 179 ΚΠολΔ) στο ποσό των 1500,00 Ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζοντας τις αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης με αριθμούς κατάθεσης α)23/2014 και β) 196/2014.

Απορρίπτει την πρώτη και Δέχεται τη δεύτερη αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την απόφαση 7229/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την από 12-10-2012 έφεση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, με αριθμό κατάθεσης 6614/2012.

Δέχεται κατ'ουσία την έφεση.

Εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση 126/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την αγωγή.

Καταδικάζει τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, τα οποία ορίζει κατά μερικό συμψηφισμό, στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500,00) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ