293/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 293 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2012
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 293 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ ΕΑΕ", με έδρα τα Μαρούσι Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κόντη.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπασπύρου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Μαρτίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1690/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6875/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Ιουνίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου, του τρίτου κατά το δεύτερο υποσκέλος του πρώτου σκέλους αυτού, και του τέταρτου και πέμπτου λόγου κατά το πρώτο σκέλος αυτών και την απόρριψη των λοιπών της 676/22.6.2009 αιτήσεως για αναίρεση της 6875/11.12.2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 676/22-6-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 6875/11-12-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 35292/1849/8-3-2005 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, θεμελιούμενη στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 1690/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό ύστερα από την 6812/27-7-2007 έφεση της εναγομένης, η 68751/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Στις 17 Μαρτίου του έτους 1998 η ενάγουσα υπέστη βαριά αναπνευστική Λοίμωξη και καρδιακή ανακοπή και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Θώρακος Αθηνών, που εφημέρευε την ημέρα εκείνη. Εκεί διαπιστώθηκε η κρισιμότητα της κατάστασης της και εκρίθη αναγκαία η εισαγωγή της σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Επειδή δε στο νοσοκομείο εκείνο δεν υπήρχε κενή κλίνη αναζητήθηκε τέτοια στις μονάδες εντατικής θεραπείας των υπολοίπων κρατικών νοσοκομείων πλην όμως η εύρεση της κατέστη αδύνατη όπως τούτο βεβαιώνεται από την από 18-3-1998 βεβαίωση του τμήματος Άμεσης Επέμβασης του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η ενάγουσα. Προς τούτο και ενόψει του ότι ούτε στο νοσοκομείο τούτο, ούτε, μέσω ΕΚΑΒ, κατέστη δυνατό να εξευρεθεί κλίνη σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, την οποία η ασθενής είχε άμεση ανάγκη, αναζητήθηκε τελικά περίθαλψη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Απολλώνιου Θεραπευτηρίου, που ήταν το πλησιέστερο που διέθετε σχετική μονάδα.- Έτσι στο εν λόγω θεραπευτήριο η ενάγουσα εισήλθε όχι με δική της πρωτοβουλία αλλά υποχρεώθηκε κατόπιν παραπομπής της από το κρατικό νοσοκομείο, στο οποίο είχε εισαχθεί και εξαιτίας του γεγονότος ότι το ίδιο καθώς και τα λοιπά κρατικά αλλά και οι συμβεβλημένες με τον ασφαλιστικό της φορέα ιδιωτικές κλινικές, αδυνατούσαν να της παράσχουν την ανάλογη με τις περιστάσεις νοσοκομειακή περίθαλψη. Για το λόγο αυτό διακομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ την ίδια ως άνω ημέρα σε κωματώδη κατάσταση όπου και παρέμεινε μέχρι και την 31-3-1998, καθ' όλον δε τον παραπάνω χρόνο εξακολουθούσε να υφίσταται κίνδυνος για τη ζωή της και δεν ανευρίσκετο κενή κλίνη σε κρατικό νοσοκομείο. Την αναγκαιότητα της παραπάνω έκτακτης εισαγωγής και παραμονής της ενάγουσας στο εν λόγω ιδιωτικό θεραπευτήριο λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης της και της αδυναμίας αντιμετωπίσεως του περιστατικού από κρατικό ή ιδρυματικό νοσοκομείο γνωμάτευσε ο ελεγκτής ιατρός του οικείου ασφαλιστικού της φορέα, ήτοι του ΟΓΑ (βλ. την από 26-3-1998 γνωμάτευση της Δ/νσης Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών) και ακολούθως την ίδια ως άνω ημέρα η νοσηλεία της ενάγουσας εγκρίθηκε και από την Νομαρχία Αθηνών (βλ. την από 26-3-98 έγκριση νοσηλείας ασφαλισμένου ΟΓΑ σε μη συμβεβλημένη ιδιωτική κλινική που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η ενάγουσα). Όταν αργότερα την 31-3-1998 ανευρέθηκε τελικά κενή κλίνη σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στο ΚΑΤ, μεταφέρθηκε αμέσως σ' αυτήν, όπου και παρέμεινε μέχρι την 8-4-1998 και στη συνέχεια σε κλινική του ΚΑΤ μέχρι τις 21-4-1998, οπότε και εξήλθε. Κατά την έξοδο της από το ιδιωτικό θεραπευτήριο η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 22.597,21 Ευρώ, όπως τα επιμέρους ποσά για κάθε μερικότερη πράξη εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή και δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη εταιρία, προσδιορίσθηκαν δε με βάση το ισχύον τιμολόγιο των νοσηλίων της ιδιωτικής κλινικής. Η δαπάνη ωστόσο νοσηλείας στην εναγομένη ιδιωτική κλινική εσφαλμένως ανήλθε στο ως άνω ποσό, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση, που, κατά τα προπεριγραφόμενα, συνιστούσε περίπτωση έκτακτης εισαγωγής, τύγχανε υποχρεωτικής εφαρμογής από την εναγόμενη το μειωμένο τιμολόγιο, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 31 του ΠΔ 234/1980 "περί καθορισμού τιμολογίων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων και των ιδιωτικών κλινικών", σύμφωνα και με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα σκέψη. Έτσι με βάση το ως άνω ΠΔ η ενάγουσα θα έπρεπε να καταβάλει στην εναγόμενη εταιρία α) για νοσηλεία στην μονάδα εντατικής θεραπείας το ποσό των 308.000 δραχμών άλλως Ευρώ, β) για κάρτα εισόδου το ποσό των 5.000 δρχ άλλως Ευρώ, γ) για εξετάσεις το ποσό των 134.090 δρχ άλλως Ευρώ και δ) για φάρμακα το ποσό των 304.413 δρχ και συνολικά το ποσό των 751.503 δρχ άλλως 2.205,44 Ευρώ, όπως άλλωστε το ποσό αυτό στη συνέχεια εισέπραξε η ενάγουσα κατόπιν εγκρίσεως της νοσηλείας της με την υπ' αριθμ. 8202/26-3-98 απόφαση του από τον οικείο ασφαλιστικό της φορέα (βλ. αντίγραφο του με αριθμ. πρωτ. 3115/1-7-1998 σχετικού εγγράφου του ΟΓΑ). Επομένως το υπερβάλλον των 2.205,44 Ευρώ ποσό ήτοι το ποσό των (22.597,21 - 2.205,44=) 20.391,77 Ευρώ καταβλήθηκε αχρεωστήτος από την ενάγουσα αφού για εκείνη δεν υπήρξε υποχρέωση καταβολής, ενώ περαιτέρω και η εναγόμενη κατά την αντίστοιχη καταβολή γνώριζε το αχρεώστητο της παροχής. Η δε γνώση της τελευταίας συνάγεται σαφώς από το γεγονός ότι από την πρώτη στιγμή της νοσηλείας της ενάγουσας, η εναγόμενη είχε πληροφορηθεί ότι επρόκειτο για έκτακτη νοσηλεία αφού άλλωστε διεκομίσθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, ότι ήταν ασφαλισμένη στον ΟΓΑ (βλ. σχετ. πληροφοριακό δελτίο ασθενούς) ενώ επιπλέον την 17-3-1998 η ίδια η εναγομένη δια του θεράποντος ιατρού της ενάγουσας βεβαίωσε περί του εκτάκτου χαρακτήρα της νοσηλείας (βλ. την από 17-3-98 σχετ. βεβαίωση του Απολλώνειου Θεραπευτηρίου) προκειμένου η σχετική βεβαίωση να προσκομισθεί στην Νομαρχία Αθηνών για την έγκριση της ανωτέρω νοσηλείας της ασφαλισμένης στον ΟΓΑ στην εναγομένη μη συμβεβλημένη ιδιωτική κλινική. Τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από το γεγονός ότι ο γαμπρός της ενάγουσας, που ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος της, κατά την εισαγωγή αυτής στην ιδιωτική κλινική, υπέγραψε για λογαριασμό της τους ειδικούς όρους του πληροφοριακού δελτίου ασθενούς, σύμφωνα με τους οποίους αποδεχόταν ανεπιφύλακτα τη δαπάνη νοσηλείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης βάσει του ισχύοντος τιμολογίου της εναγομένης ενώ ούτε η ολοσχερής εξόφληση των τιμολογίων συνιστά αναγνώριση του χρέους της, απορριπτόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβαλλόμενης από την εναγόμενη -λήπτρια του πλουτισμού ένστασης ότι η ενάγουσα κατέβαλε εν γνώσει της ανυπαρξίας του χρέους, αφού αποδείχθηκε ότι στις παραπάνω ενέργειες η ενάγουσα προέβη λόγω της εξαιρετικής ανάγκης που καθιστούσε επιβεβλημένη την εισαγωγή και νοσηλεία της στο εν λόγω ιδιωτικό θεραπευτήριο λόγω της καταστάσεως της υγείας της, από την αναβολή της οποίας υπήρχε άμεσος κίνδυνος για τη ζωή της και ενόψει του ότι η εναγομένη αρνείτο τόσο την εισαγωγή και παραμονή της ενάγουσας στην κλινική της χωρίς την υπογραφή των σχετικών ως άνω εγγράφων όσο και την έξοδο αυτής χωρίς την προηγούμενη εξόφληση των τιμολογίων δεκτής γενομένης της αντένστασης της ενάγουσας ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα ότι η βούληση της δηλώθηκε κατόπιν εξαναγκασμού, Τούτο δε ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα τήρησε επακριβώς τη νόμιμη διαδικασία, όπως αυτή προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις και τον κανονισμό νοσοκομειακής περίθαλψης ασφαλισμένων του ΟΓΑ, σε περιπτώσεις έκτακτης νοσηλείας με την έγκριση αυτής από την αρμόδια διεύθυνση Υγιεινής της Νομαρχίας Αθηνών μετά από γνωμάτευση του ελεγκτή ιατρού του ΟΓΑ και σχετική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού του ιδιωτικού θεραπευτηρίου, κατά τα προαναφερόμενα και στη μείζονα σκέψη, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε εάν είχε πρόθεση παραίτησης οριστικά από την αξίωση αναζήτησης. Σε κάθε δε περίπτωση η διάταξη του άρθρου 31 του ΠΔ έχει τεθεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για λόγους δημοσίου συμφέροντος αφού αποβλέπει στην προστασία της ζωής και της υγείας κυρίως των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης νοσοκομειακής περίθαλψης και όταν η παροχή αυτής είναι αδύνατη από κρατικό ή ιδρυματικό νοσοκομείο από δε την αναβολή υφίσταται κίνδυνος ζωής ή υγείας του ασθενούς και συνεπώς τυχόν αντίθετη βούληση των ενδιαφερομένων δεν είναι ισχυρή (αρθρ. 3 ΑΚ). Εξάλλου ενόψει του γεγονότος ότι, κατά τα προαναφερόμενα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη γνώριζε εξαρχής ότι επρόκειτο για περίπτωση έκτακτης νοσηλείας για την οποία συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του αρθρ. 31 του ΠΔ 281/1980 και κατά συνέπεια τελούσε σε θετική γνώση του αχρεωστήτου της παροχής της ενάγουσας πρέπει η προτεινόμενη απ' αυτήν ένσταση περί μη διασώσεως του πλουτισμού του άρθρου 909 ΑΚ να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού η κακοπιστία αυτής επιτείνει την ευθύνη της ακόμη και επί μειώσεως του πλουτισμού. Συνακόλουθα και για τον ίδιο ως άνω λόγο η εναγόμενη οφείλει, κατ' άρθρο 911 αρ.1 ΑΚ, νόμιμους τόκους από την 5-4-1998 και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, απορριπτόμενης της σχετικής ενστάσεως της εναγόμενης ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα:
I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 26 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται η νομοθετική λειτουργία ασκείται από την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Περαιτέρω στην παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος ορίζεται ότι επιτρέπεται, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου υπουργού, η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση του νόμου και μέσα στα όρια της. Κατά την έννοια των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, υπό την έννοια ότι πρέπει να προσδιορίζει καθ' ύλην το αντικείμενο της, ήτοι να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει, βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, κανονιστικώς. Η ευρύτητα της εξουσιοδοτήσεως, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της από συνταγματική άποψη. Περαιτέρω, για το συνταγματικό κύρος της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως δεν απαιτείται οπωσδήποτε να διαγράφει η ίδια ή με παραπομπή σε άλλη διάταξη νόμου βασικές αρχές στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η Διοίκηση κατά την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων αυτών. Εξ άλλου, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, όπως γενικότερα ο έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου, γίνεται στο στάδιο της εφαρμογής της επίμαχης κανονιστικής ρύθμισης σε κάθε δικαζόμενη υπόθεση, λόγω του χαρακτήρα του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων ως παρεμπίπτοντος (αρθ. 93 παρ, 4 του Συντάγματος) και επομένως αναφέρεται στη διάταξη του νόμου που αποτελεί τη συγκεκριμένη εξουσιοδότηση επί της οποίας στηρίζεται η συγκεκριμένη κανονιστική ρύθμιση (Ολομ. Στε 1466/1995).Νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται με την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 13 εδ. 1 του ν. 3796/1957, κατά τους ορισμούς της οποίας "Δια β.δ/τος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας καθορίζεται το τιμολόγιο νοσηλείων των Νοσηλευτικών ιδρυμάτων και Ιδιωτικών κλινικών πάσης φύσεως και κατηγορίας κατ' αναλογίαν προς ειδικότητας, την έδρα, τον αριθμό κλινών κατά θάλαμον και την θέσιν νοσηλείας".Με βάση την εν λόγω νομοθετική εξουσιοδότηση εκδόθηκε το π.δ 234 της 13/21.3.1980 με τον τίτλο "Περί καθορισμού τιμολογίων νοσηλίων των Νοσηλευτικών ιδρυμάτων και των Ιδιωτικών κλινικών εν γένει", στο άρθρο 31 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκε " 1.Τα τιμολόγια νοσηλίων που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις (ημερήσια νοσήλια, αμοιβές ιατρικών πράξεων και έξοδο χειρουργείου) για ασφαλισμένους, καθώς και για ασθενείς των οποίων η δαπάνη νοσηλείας βαρύνει το Δημόσιο, σε περιπτώσεις εκτάκτου εισαγωγής, εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τις ιδιωτικές κλινικές και τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι σύμβαση μεταξύ τούτων και των ασφαλιστικών φορέων". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία ισχύει για το Δημόσιο και για όλους τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, σε περίπτωση που, λόγω επείγουσας ανάγκης, ασθενείς ασφαλισμένοι εισαχθούν αυτοβούλως σε νοσηλευτικά ιδρύματα ή ιδιωτικές κλινικές μη συμβεβλημένα με τους ανωτέρω φορείς, για τον λόγο ότι εκ της αναβολής απειλείται κίνδυνος δια τη ζωή ή την υγεία του ασθενή, οι φορείς αυτοί καταβάλλουν τα νοσήλια που ορίζονται από τα τιμολόγια νοσηλίων που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις για τη νοσηλεία των ασφαλισμένων, ανεξαρτήτως εάν υπάρχει σύμβαση μεταξύ των εν λόγω θεραπευτηρίων και των ασφαλιστικών φορέων. Στην όλως εξαιρετική όμως περίπτωση που οι ασφαλισμένοι ασθενείς εισάγονται μεν σε συμβεβλημένα με τους πιο πάνω φορείς θεραπευτήρια, τα θεραπευτήρια όμως αυτά αδυνατούν να παράσχουν στους ασφαλισμένους ασθενείς τις απαραίτητες υπηρεσίες υγείας είτε διότι υστερούν, ως προς τις σύγχρονες μεθόδους διαγνώσεως και θεραπείας, είτε λόγω ανεπαρκείας των αναγκαίων υποδομών για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες νοσηλείας των ανωτέρω προσώπων, είτε, τέλος, λόγω ελλείψεως του απαραίτητου εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού και, για τους λόγους αυτούς οι ασθενείς καταφύγουν αναγκαίως σε μη συμβεβλημένα με οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, θεραπευτήρια, προκειμένου να αποφύγουν κίνδυνο της ζωής τους ή της υγείας τους, στην περίπτωση αυτή και για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο νοσηλείας του ασθενούς σε τέτοιο θεραπευτήριο, κάθε ασφαλιστικός φορέας, υποχρεούται να αποδώσει στους ενδιαφερόμενους το σύνολο της δαπάνης νοσηλείας τους. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα ανέτρεπε το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα στην υγεία και την αντίστοιχη υποχρέωση του Κράτους και των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως να μεριμνούν για την υγεία των πολιτών, Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το μη συμβεβλημένο με τον οικείο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ιδιωτικό θεραπευτήριο, στο οποίο αναγκάσθηκε, κατά τα ανωτέρω, να καταφύγει ο ασθενής ασφαλισμένος, εισέπραξε από αυτόν δαπάνη νοσηλείας ανώτερη από την επιτρεπόμενη κατά νόμον -μάλιστα δε και με βάση το ισχύον κατά το χρόνο νοσηλείας κρατικό τιμολόγιο-τότε ο φορέας αυτός έχει τη δυνατότητα να αναχθεί κατά του θεραπευτηρίου και να αξιώσει την καταβολή σε αυτόν τη διαφορά του ποσού που κατέβαλε ο ασφαλισμένος στο παραπάνω θεραπευτήριο και του ποσού, με το οποίο έπρεπε να τον είχε χρεώσει το θεραπευτήριο, με βάση το ισχύον κατά τον ένδικο χρόνο κρατικό τιμολόγιο νοσηλείας (Πλειοψ. Ολ. Στε 1187,1188/2009) χωρίς να αποκλείεται η διατύπωση σχετικής αξιώσεως από τον ασφαλισμένο για το αχρεωστήτως, πλέον του ισχύοντος νομίμου κρατικού τιμολογίου νοσηλείας καταβληθέν από εκείνου στο θεραπευτήριο χρηματικό ποσό. Η ρύθμιση αυτή της διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ/τος 234/1980 εμπίπτει στο καθύλη αντικείμενο της παραχθείσης με την διάταξη του άρθρου του άρθρου 12 παρ. 13 εδ. 1 του ν. 3796/1957 σχετικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, που αναφέρεται γενικά στον καθορισμό τιμολογίου νοσηλείων των Νοσηλευτικών ιδρυμάτων και ιδιωτικών κλινικών πάσης φύσεως και κατηγορίας και επομένως ανεξάρτητα από την ύπαρξη συμβάσεων μεταξύ αυτών και των ασφαλιστικών φορέων. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη με τον έβδομο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 43 παρ. 2, συνισταμένης στην εφαρμογή της καθυπέρβαση της παρασχεθείσης με το άρθρο 12 παρ. 13 εδ. 1 του ν. 3796/1957 νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως κειμένης διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ/τος 234/1980, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη.
II. Κατά τους ορισμούς του Συντάγματος "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας" (άρθρο 2 παρ. 1) και "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητα του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη" (άρθρο 5 παρ. 1). Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος έχει κατοχυρωθεί το δικαίωμα των πολιτών στην προστασία της υγείας, ήδη δε μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος (Ψήφισμα της 6ης Απριλίου της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων) προστέθηκε παράγραφος 5 στο ανωτέρω άρθρο 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας ...". Εξ άλλου, στα άρθρα 21 παρ.3 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται αντιστοίχως ότι "Το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών ..." και "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται ότι το Κράτος και οι οργανισμοί κοινωνικών ασφαλίσεων υποχρεούνται να παρέχουν στα ασφαλιζόμενα πρόσωπα υπηρεσίες υγείας υψηλού επιπέδου οι οποίες πρέπει να καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες διαγνώσεως και θεραπείας των σχετικών παθήσεων, τις χειρουργικές επεμβάσεις, εφόσον απαιτούνται, ως και γενικώς τις ανάγκες νοσηλείας των εν λόγω προσώπων. Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, ως και εκείνη του άρθρου 4 του Συντάγματος, προστατεύει παράλληλα την ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας, στην οποία περιλαμβάνεται και η ελευθερία ασκήσεως του εμπορίου και αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση της ελεύθερης οικονομικής λειτουργίας των επιχειρήσεων, ώστε να μπορούν αυτές να εργάζονται κερδοσκοπικώς στα πλαίσια της ανταγωνιστικής αγοράς. Και ναι μεν η εν λόγω διάταξη δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, ή, κατ' εξουσιοδότηση τούτου, στη Διοίκηση, να θεσπίζει περιορισμούς της ελευθερίας αυτής για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν επιτρέπεται να καθιστούν πράγματι αδύνατη ή ουσιωδώς δυσχερή την πραγματοποίηση και των θεμιτών σκοπών της επιχειρηματικής δραστηριότητας, από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση της επιχειρήσεως ως οικονομικής μονάδας. Ειδικώς τα αγορανομικά μέτρα, τα οποία προβλέπονται στον Αγορανομικό Κώδικα η σε άλλες διατάξεις, στα οποία περιλαμβάνεται η ρύθμιση των τιμών των αγαθών προς προστασία του καταναλωτικού κοινού, συνιστούν θεμιτούς κατ' αρχήν περιορισμούς στην άσκηση του εμπορίου, εφόσον όμως δεν παρεμποδίζουν ουσιωδώς την οικονομική λειτουργία της επιχειρήσεως, με κριτήριο την καθιερούμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι (α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, (β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και (γ) αναλογική εν στενή εννοία, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναφερόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (Β' ολ.ΑΠ 27/2008). Με βάση τις νομικές αυτές παραδοχές με την κατ' εξουσιοδότηση νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ/τος 234/1980 επιτρεπτώς κατ' αρχάς καθιερώνεται, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, ρυθμιστική επέμβαση του κράτους η οποία αποβλέπει, με το καθορισμό τιμολογίου νοσηλείων και για τα μη συμβεβλημένα ιδιωτικά θεραπευτήρια, στην ανατροπή υπέρμετρης επιβαρύνσεως του κοινού, αν παράλληλα διασφαλίζονται οι αναγκαίες οικονομικές προϋποθέσεις ομαλής λειτουργίας των επιχειρήσεων, τις οποίες η διάταξη αφορά, σύμφωνα με τον προορισμό τους, ο οποίος συνίσταται στην παροχή νοσηλευτικών υπηρεσιών της ενδεδειγμένης επιστημονικής στάθμης. Επομένως, η ρυθμιστική αυτή επέμβαση δεν προσκρούει στη συνταγματική προστασία της οικονομικής δράσεως, η οποία δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη η κατ' εξουσιοδότηση αυτού στην διοίκηση να θεσπίζει περιορισμούς της ελευθερίας αυτής για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα, η καθιέρωση τιμολογίου νοσηλείων για τα μη συμβεβλημένα θεραπευτήρια και η εξασφάλιση της ποιότητας των προσφερομένων υπηρεσιών, χάριν της προστασίας του κοινού, συνιστούν θεμιτούς, κατ' αρχάς, περιορισμούς της οικονομικής δραστηριότητας, εφόσον δεν εμποδίζουν ουσιωδώς την άσκηση αυτής και μάλιστα την οικονομική λειτουργία της επιχειρήσεως παραγωγής και διαθέσεως των υπηρεσιών αυτών. Κατά συνέπεια, το τιμολόγιο νοσηλείων για τις προσφερόμενες υπηρεσίες δεν δύναται να καθορίζεται σε επίπεδο κατώτερο από εκείνο του κόστους παραγωγής και διαθέσεώς τους, που είναι το κόστος ορθολογικά οργανωμένης οικονομικής μονάδας του συγκεκριμένου κλάδου παραγωγής, το οποίο διαμορφώνεται κάτω από συγκεκριμένες κατά τόπο και χρόνο οικονομικές και τεχνικές συνθήκες. Ενόψει τούτων, το τιμολόγιο νοσηλείων των ιδιωτικών κλινικών πρέπει, κατά την έννοια της επίμαχης εξουσιοδοτήσεως, ερμηνευομένης στα πλαίσια των συνταγματικών αυτών διατάξεων, να καθορίζεται βάσει του κόστους παραγωγής που επιτυγχάνει μία ορθολογικά οργανωμένη κλινική και δεν δύναται πάντως να είναι κατώτερο του κόστους αυτού. Με τους σχετικούς λόγους εφέσεως υποστήριξε η αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσας, ότι (α) με το άρθρο 31 του π.δ/τος 234/1980 επιβάλλεται στις ιδιωτικές κλινικές να εφαρμόζουν υποχρεωτικά τα τιμολόγια νοσηλείων που ορίζονται για τους ασφαλισμένους σε φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως, σε περιπτώσεις έκτακτης εισαγωγής, χωρίς να υφίσταται μεταξύ των κλινικών και των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως σύμβαση συνεργασίας και (β) ότι το τιμολόγιο αυτό είναι κατώτερο του κόστους λειτουργίας των ιδιωτικών κλινικών, ανερχόμενο σε ποσοστό 1/10 αυτού, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται στις ιδιωτικές κλινικές να λειτουργούν κάτω του κόστους και με ζημιά, καταλήγοντας και προβάλλοντας ότι η κατ' εξουσιοδότηση ρύθμιση του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ/τος 234/1980 αντιβαίνει στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες συνταγματικές διατάξεις. Οι λόγοι αυτοί εφέσεως και οι διατυπούμενοι δι' αυτών ισχυρισμοί απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι από την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να ερευνήσει αν το καθιερούμενο τιμολόγιο νοσηλείων υπολείπεται του κόστους λειτουργίας της αναιρεσείουσας, ως οργανωμένης οικονομικής μονάδας παροχής νοσηλευτικών υπηρεσιών, ισχυρισμό της τελευταίας, τον οποίο, κατ' εκτίμηση των αιτιολογιών της, θεώρησε δεδομένο, και με την έννοια αυτή δεχθείσα ότι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ/τος 234/1980 και οι καθιερούμενοι δι' αυτού περιορισμοί συνάδουν προς την αρχή της αναλογικότητας, παρεβίασε τις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις, κατά την βάσιμα περί τούτου προσβαλλόμενη με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρετική αίτηση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων.
III. Κατά το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, υποχρεούνται στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Με βάση τη γενική αυτή αρχή θα ερευνηθεί αν η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ 234/1980 συμπορεύεται προς τα άρθρα 46, 49 και 81 ΕΚ και την καθιερούμενη δι' αυτών υποχρέωση στα κράτη μέλη να μη διατηρούν νομοθεσία, με την οποία να τίθενται εμπόδια στην ελεύθερη με ίσους όρους, των υπηρεσιών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες υγείας (άρθρο 55 ΕΚ), κατ' εφαρμογή των οποίων έγινε δεκτό (C-444/2005 ΔΕΚ). "Μια εθνική διάταξη η οποία αποκλείει μεν την απόδοση από εθνικό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως των δαπανών νοσηλείας στις οποίες υποβλήθηκαν οι ασφαλισμένοι τους σε ιδιωτικά θεραπευτήρια της αλλοδαπής, με εξαίρεση περιστατικά που αφορούν παιδιά ηλικίας έως δεκατεσσάρων ετών, πλην όμως επιτρέπει την απόδοση των εν λόγω δαπανών αν η περίθαλψη πραγματοποιηθεί σε συμβεβλημένο ιδιωτικό θεραπευτήριο της ημεδαπής ή αν πρόκειται για επείγον περιστατικό, συνιστά αδικαιολόγητο και δυσανάλογο περιορισμό της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που καθιερώνει το άρθρο 49 Ε.Κ". Εκτιμάται ότι η καθιερούμενη με το άρθρο 31 παρ. 1 του π.δ 234/1980 υποχρέωση της αναιρεσείουσας να παρέχει νοσηλευτικές υπηρεσίες, κάτω από το κόστος λειτουργίας της, σε ασφαλισμένους σε ασφαλιστικούς φορείς που δεν είναι συμβεβλημένοι μετ' αυτής, συνιστά αδικαιολόγητο και δυσανάλογο περιορισμό της ελεύθερης παροχής και με ίσους όρους των υπηρεσιών και με την έννοια αυτή δεν συνάδει προς τις επιταγές των εν λόγω διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, κατά παράβαση των οποίων απέρριψε η προσβαλλόμενη απόφαση τον διατυπούμενο με λόγο εφέσεως σχετικό περί τούτου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κατά την βάσιμα περί τούτου προβαλλόμενη με το δεύτερο υποσκέλος του πρώτου σκέλους του τρίτου, το πρώτο σκέλος του τέταρτου και του πέμπτου λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, χωρίς παράλληλα να δικαιολογείται εντεύθεν το διατυπούμενο κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία αίτημα υποβολής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΚ. Η αυτή όμως αναιρετική αιτίαση, διατυπούμενη με το πρώτο υποσκέλος του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη, δοθέντος ότι μόνη η επικαλούμενη διαφοροποίηση μεταξύ της αναιρεσείουσας και του εδρεύοντος στην αλλοδαπή θεραπευτηρίου, στο οποίο ο ασφαλιστικός οργανισμός της αναιρεσίβλητης (ΟΓΑ) υποχρεούται να καταβάλει το σύνολο των δαπανών νοσηλείας της, δεν εμπίπτει στο πραγματικό της εν λόγω συνταγματκής διατάξεως, επιπρόσθετα δε δεν πρόκειται ουσιωδώς ομοίως πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων. Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμη η παράλληλα προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος των υπό την αυτή ρύθμιση λόγων (3ου και 4ου) αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των αυτών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και του Συντάγματος, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται το δικαστήριο να έχει εισέλθει της ουσίας της υποθέσεως και να έχει διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει αναφορικά με τις αποδιδόμενες κατά τούτο στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες. Τέλος αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτη, η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου κατά σειρά λόγου, σωρευτικώς και χωρίς την διατύπωση επικουρικότητας και επομένως κατά τρόπο αντιφατικό αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη του διατυπωθέντος με το σχετικό λόγο εφέσεως ισχυρισμού της αναιρέσεως περί αντιθέσεως της νομοθετικής ρυθμίσεως του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ 234/1980 στο άρθρο 46 ΕΚ, παράλληλα με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά παραδοχή της οποίας κρίθηκε ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε.
IV. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 177 της συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ήδη άρθρο 234 ΣΕΚ). "Δικαστήριο αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας της παρούσας συνθήκης, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της ΕΚΤ., γ) επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου, εφόσον το προβλέπουν τα εν λόγω καταστατικά. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα ατό Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο." Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως τα δικαστήρια του Κράτους-μέλους της Ενώσεως, ενώπιον των οποίων ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας, εκτός άλλων, των οδηγιών, μπορούν, αν κρίνουν ότι είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους αποφάσεως, η προηγούμενη έκδοση ερμηνευτικής αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), να παραπέμψουν το ζήτημα, με προδικαστική απόφαση τους, στο Δικαστήριο αυτό για να αποφανθεί σχετικά. Η προδικαστική παραπομπή είναι διαδικασία εξελισσόμενη μεταξύ δικαστηρίου Κράτους-μέλους της Ενώσεως και του ΔΕΚ. Η πρωτοβουλία για την παραπομπή του προδικαστικού ερωτήματος, ή την ανάκληση αυτού, δεν ανήκει στα διάδικα μέρη αλλά μόνο στο δικαστήριο του Κράτους-μέλους. Η παραπομπή στο ΔΕΚ μπορεί να γίνει αν τίθεται ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ζήτημα ερμηνείας ή ισχύος του Κοινοτικού Δικαίου και το εθνικό δικαστήριο θεωρεί την κρίση επί του ζητήματος αυτού αναγκαία για την έκδοση της αποφάσεως του. Η απάντηση στο ζήτημα αν υφίσταται ανάγκη αποφάσεως του ΔΕΚ, ως προϋπόθεση της ανωτέρω παραπομπής, ανήκει αποκλειστικά στην κρίση των εθνικών δικαστηρίων, η οποία είναι πάντοτε δυνητική και εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, όταν η απόφασή του υπόκειται σε ένδικα μέσα. Επομένως οι διατυπούμενες με τον έκτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 1 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι προκύπτει ζήτημα ερμηνείας των άρθρων 10, 49, 46 και 81 ΕΚ και ειδικότερα αν η ρύθμιση του άρθρου 31 του π.δ/τος 234/1980 είναι συμβατή προς τα εν λόγω άρθρα του κοινοτικού δικαίου και εντεύθεν έπρεπε να απευθύνει σχετικό προδικαστικό ζήτημα στο ΔΕΚ κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, το οποίο, παραλείποντας να εφαρμόσει, ευθέως παραβίασε, αρνητικά αξιολογούνται, προεχόντως ως απαράδεκτες.
V. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία κατά τον κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξάλλου, με την διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφ όσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά τον χρόνο επιδόσεως της αγωγής, καθιερώνεται ένσταση του εναγομένου για άρση ή μείωση του πλουτισμού και συνεπώς ολικής ή μερικής αποσβέσεως της υποχρεώσεως προς απόδοσή του, προϋπόθεση εφαρμογής της οποίας είναι η μείωση ή έκλειψη του ληφθέντος ή του υποκαταστάτου του. Στο πραγματικό του κανόνα αυτού ουσιαστικού δικαίου δεν εμπίπτει η περίπτωση, κατά την οποία η προτεινόμενη ανάλωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ταυτίζεται με τον επελθόντα αχρεωστήτως πλουτισμό, η εφαρμογή του οποίου προϋποθέτει άρση ή μείωση του πλουτισμού από άλλη αιτία, διάφορη εκείνης η οποία τον προκάλεσε. Επομένως σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 578), απορρίπτοντας την ερειδόμενη στο άρθρο 909 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας, θεμελιούμενη στην διατύπωση του ισχυρισμού ότι το επιπλέον του ισχύοντος τιμολογίου νοσηλείας καταβληθέν ποσό δαπάνησε για τα έξοδα νοσηλείας της αναιρεσίβλητης, εκτός από το καθαρό κέρδος της ποσού 1523.000 δρχ., στο οποίο περιορίζει τον πλουτισμό της, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα, τελούσα σε γνώση της ανυπαρξίας του χρέους, ευθυνόταν σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή (ΑΚ 910, 911, 346), δοθέντος ότι η ανάλωση αναφέρεται σε προγενέστερο της λήψεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού χρόνο. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για άρνηση του πλουτισμού. Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων ο ενεχόμενος σε απόδοση του αδικαιολογήτου πλουτισμού οφείλει νομίμους τόκους από της λήψεώς του, αν τελούσε κατ' αυτήν σε γνώση του αχρεωστήτου. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται ότι κατά το χρόνο καταβολής του αχρεωστήτως, πλέον του ισχύοντος τιμολογίου νοσηλείας, καταβληθέντος από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα χρηματικού ποσού η τελευταία τελούσε σε γνώση των προϋποθέσεων εφαρμογής του προβλεπομένου από το άρθρο 31 του π.δ/τος 234/1980 π.δ/τος και ισχύοντος για την ασφαλισμένη στον ΟΓΑ αναιρεσίβλητη τιμολογίου νοσηλείας και με την έννοια της ανυπαρξίας της οφειλής κατά το επί πλέον αυτού ποσού, την καταψήφιση του οποίου και εδίωκε. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 910, 911, 346 ΑΚ παραδοχή του παρεπόμενου περί τοκοδοσίας αιτήματος της αγωγής από 5-4-1998, χρόνος που συνδέεται με εκείνον της καταβολής. Επομένως οι προβαλλόμενες με τον απομένοντα προς έρευνα όγδοο και τελευταίο κατά σειρά αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 909- 911, 346 ΑΚ, με παράλληλη δικονομική ανεπίτρεπτη εναντίωση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Η κατά παραδοχή των υπό το προδιαληφθέν περιεχόμενο πρώτου και δεύτερου λόγων αναιρέσεως άρνηση εφαρμογής, ως αντισυνταγματικής, της διατάξεως του άρθρου 31 παρ. 1 του π.δ/τος 234/1980, καθιστά υποχρεωτική, κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 563 παρ. 2β εδ. γ' ΚΠολΔ, την παραπομπή τους στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως και των εννοιολογικώς ταυτιζομένων κατά την θεμελίωσή τους στο υπολειπόμενο του κόστους, λειτουργίας τιμολόγιο τρίτου λόγου κατά το δεύτερο υποσκέλος του πρώτου σκέλους αυτού και τέταρτου και πέμπτου λόγων κατά το πρώτο σκέλος αυτών λόγων του, δημιουργούμενου ζητήματος με γενικότερο ενδιαφέρον (ΚΠολΔ 563 παρ. 2β εδ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο κατά το δεύτερο υποσκέλος του πρώτου σκέλους αυτού, και τους τέταρτο και πέμπτο κατά το πρώτο σκέλος αυτών λόγους της 676/22-6-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 6875/11-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ