293/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 293 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2011
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 293 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Κ. Α., το γένος Ι. Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κουρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α. από 23 Μαρτίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και β. από 7 Απριλίου 2003 ομοία του ιδίου ως ανωτέρω και από 10 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: α. 7115/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 145/2009 του Εφετείου Αθηνών και β. 2414/2008 οριστική, 2935/2009 του Εφετείου Αθηνών . Την αναίρεση των τελευταίων 145/2009 και 2935/2009 αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με τις συνεισαγόμενες από 7 Μαΐου 2009 και 14 Ιουλίου 2009 αιτήσεις της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι). Οι υπό κρίση συνεισαγόμενες από 17.5.2009 και 14.7.2009 αιτήσεις αναιρέσεως της ίδιας αναιρεσείουσας (Ε. Α.) κατά των 145/2009 και 2935/2009 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτές, πρέπει δε να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αυτεπαγγέλτως, αφού πρόκειται περί εκκρεμών δικών ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, επέρχεται δε έτσι, διευκόλυνση και επιτάχυνση της δίκης και μείωση των εξόδων.
ΙΙ). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 1349δ/7.7.2009 και 2030δ/2.11.2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Θ. Δ., ακριβές αντίγραφο των από 7.5.2009 και 14.7.2009 αιτήσεων αναιρέσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, στην αναιρεσείουσα προς παράσταση στην ως άνω δικάσιμο, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση των κρινομένων αιτήσεων. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας.
ΙΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 1329/1983, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζύγων προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης, στο ακροατήριο συζητήσεως της αγωγής, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, μετά και τη διαπίστωση της προθέσεως για διάσταση, στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται εκείνη, κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Συνήθως η διάσταση συνοδεύεται και από την διακοπή του να κατοικούν ή διαμένουν οι σύζυγοι στην ίδια οικία, είναι ωστόσο νοητή αυτή (η διάσταση) έστω και αν συνεχίζουν εκείνοι να κατοικούν ή διαμένουν στην ίδια οικία, σε διαφορετικούς βέβαια χώρους της. Ουδόλως δε ελλείπει η διάσταση όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ' άλλων λόγων που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διασπάσεως του συζυγικού δεσμού. Εξάλλου Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ` την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης και με αριθ 145/2009 απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "αποδείχτηκε ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε οριστικά το μήνα Ιούνιο του 2002, με την αποχώρηση του ενάγοντος από τη συζυγική οικία στο ..., επί της οδού ... και την εγκατάσταση του σε μισθωμένο διαμέρισμα στην Κηφισιά Αττικής και ότι από τότε η διάσταση (σωματική και ψυχική) ήταν οριστική και συνεχής μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στις 24/9/2007, ήτοι διήρκεσε πλέον των τεσσάρων ετών. Το κρίσιμο αυτό πραγματικό περιστατικό, ήτοι ότι οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση από τον Ιούνιο του έτους 2002 έχει ήδη κριθεί τελεσιδίκως με την υπ' αρ. 54/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη λόγω μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτής...... και με την οποία απορρίφθηκε όμοια προηγούμενη από 20/10/2004 αγωγή του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε τη λύση του γάμου του με την εναγομένη κατ' άρθρο 1439 παρ. 3 Α.Κ., επειδή δέχτηκε ότι η οριστική διάσταση των διαδίκων επήλθε τον Ιούνιο του έτους 2002 και συνεπώς δεν είχε συμπληρωθεί η επικαλούμενη τετραετής διάσταση μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι καθ' όλο αυτό το διάστημα της διαστάσεως των διαδίκων αυτοί βρίσκονταν σε αμοιβαία απομάκρυνση (φυσική και ψυχική), ο δε ενάγων είχε εξωτερικεύσει στη σύζυγο του την βούληση του να μην αποκαταστήσει ξανά τη συζυγική σχέση. Η πιο πάνω βούληση του ήταν σταθερή και εξακολουθητική από τον αυτό ως άνω χρόνο, αφού αυτός συνέχιζε να διαμένει στο προαναφερόμενο διαμέρισμα της Κηφισιάς, χωρίς να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με την εναγομένη μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής. Η εναγομένη, επιχειρώντας να θεμελιώσει την ύπαρξη τελευταίας κοινής συζυγικής ζωής τους κατά το από Ιανουαρίου έως Ιουνίου του έτους 2006 χρονικό διάστημα, ισχυρίζεται ότι η τετραετής διάσταση, η οποία άρχισε τον Ιούνιο 2002, διακόπηκε από του έτους 2006 έως τον Ιούνιο του ίδιου έτους, οπότε ο ενάγων επέστρεψε στην οικογενειακή τους εστία και επανασυνδέθηκαν για να αντιμετωπίσουν όλη η οικογένεια από κοινού με τις δύο ενήλικες θυγατέρες τους τα προβλήματα υγείας του και την επικείμενη εγχείρηση αφαιρέσεως όγκου στον πνεύμονα, δεδομένου ότι από την αρχή του έτους 2006 είχε προσβληθεί από καρκίνο του πνεύμονα. Ότι αυτή και οι θυγατέρες τους τον δέχτηκαν και του συμπαραστάθηκαν, μόλις όμως ανέκαμψε από την εγχείρηση απομακρύνθηκε και πάλι από την οικογενειακή στέγη. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης αποδεικνύεται από την κατάθεση της υπέρ αυτής βεβαιώσασας μάρτυρος, χωρίς όμως να αποδεικνύεται περαιτέρω από την ως άνω κατάθεση της, αλλά και όλο το αποδεικτικό υλικό, ότι η συνοίκηση αυτή των διαδίκων κατά τον προλεχθέντα χρόνο έγινε σε μία προσπάθεια συμφιλιώσεως, πολύ δε περισσότερο αποκαταστάσεως της έγγαμης συμβιώσεως τους. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου και βάσει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, το ανωτέρω αληθές γεγονός της διακοπής της διαστάσεως των διαδίκων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν αξιολογείται ως άρση της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, αφού δεν έγινε προς αποκατάσταση των σχέσεων τους, ούτε με πρόθεση εκπληρώσεως των εκ του γάμου υποχρεώσεων, αλλά απλά και μόνον ως εκδήλωση ενδιαφέροντος, συνδρομής και αλληλεγγύης, αξιολογούμενο (ως γεγονός) σαν μία προσωρινή διακοπή της διαστάσεως τους προς αποκατάσταση της σοβαρά πληγείσας υγείας του ενάγοντος συζύγου και πατέρα των δύο θυγατέρων τους, με την παροχή φροντίδας και περιθάλψεως προς αυτόν. Με βάση τα ανωτέρω η διακοπή αυτή δεν ασκεί επιρροή στην προκειμένη διάσταση των διαδίκων προς συμπλήρωση της τετραετίας, θεωρούμενη ως να μην είχε συμβεί. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι σύζυγοι είχαν άρει από τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002 κάθε εκδήλωση κοινής ζωής του αποτελούσε περιεχόμενο και υλοποίηση της συμβιώσεως τους και ο ενάγων από τον ίδιο χρόνο (Ιούνιο 2002) έως και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής (24/9/2007) έχει σταθερή και συστηματική βούληση διασπάσεως της κοινωνίας βίου με τη σύζυγο του με την πρόθεση της μη επαναλήψεως της (κοινωνίας βίου). Η βούληση δε αυτή δεν αναιρείται από το προαναφερόμενο γεγονός, το οποίο έγινε χάριν επιδείξεως φροντίδας στο σοβαρό πρόβλημα υγείας του ενάγοντος, που παρακώλυε αυτόν ως βαρέως ασθενούντα να αυτοεξυπηρετηθεί.
Συνεπώς, εφόσον η διάσταση αυτή είναι συνεχής και η διάρκεια της υπερβαίνει τα τέσσερα έτη ήτοι από τον μήνα Ιούνιο του 2002 μέχρι και τη συζήτηση της ένδικης αγωγής (24/9/2007), χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή κατά τα προαναφερόμενα η επικαλούμενη από την εναγομένη διακοπή της διαστάσεως των διαδίκων, τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως των διαδίκων και εξ αυτού συνάγεται βάσιμα ότι η εξακολούθηση αυτής (έγγαμης σχέσεως) είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Ορθά επομένως εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις η εκκαλούμενη απόφαση ......". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην 145/2009 απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοστέα διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1439 του Α.Κ. Κατ' ακολουθίαν ο μοναδικός λόγος της από 7.5.2009 αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV). Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική μόνο για τη σχετική με την απόρριψη κρίση της, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 εδ.4 και 577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, τους λόγους αναιρέσεως. Διαφορετικά η αναίρεση είναι αόριστη η δε αοριστία αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται ρητώς η 2935/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2414/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , με την οποία, αφού έγινε δεκτή η από 10.11.2003 αγωγή της αναιρεσείουσας και απορρίφθηκε η από 7.4.2003 αγωγή του ενάγοντος, απαγγέλθηκε η λύση του γάμου τους. Όμως στο δικόγραφο της αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εφετειακής αποφάσεως, δεν διαλαμβάνεται κάποιος νόμιμος λόγος αναιρέσεως, αλλά σ' αυτό διαλαμβάνονται αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως η υπό κρίση αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εφετειακής αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της. V). Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι` αυτόν. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ.1 ΑΚ. Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ` ακολουθία τούτων ο νικήσας διάδικος, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης. Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς γι' αυτόν αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη. Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε επί αντιθέτων αγωγών των διαδίκων συζύγων, για τον από το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ. λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους, που αφορούσε το πρόσωπο του άλλου συζύγου, δέχθηκε, μετ' απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, την αγωγή της αναιρεσείουσας, αποδεχόμενο ότι "Επομένως, η όποια ζηλότυπη και ιδιόρρυθμη συμπεριφορά της ενάγουσας - εναγομένης στο πρόσωπο του συζύγου της καθ' ά ο τελευταίος επικαλείται με το περιεχόμενο της υπό κρίση αγωγής του, είναι απότοκος συνέπεια της κατ' εξακολούθηση της δικής του αντισυζυγικής συμπεριφοράς..". Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του πρωτοδικείου και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη, μετά απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, την αγωγή της αναιρεσείουσας προκύπτει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοδικείου, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Περαιτέρω δε στις σχετικές με την υπαιτιότητα εκάστου, στον επελθόντα ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους, αιτιολογίες της απόφασης του δικαστηρίου, από τις οποίες δεν παράγεται δεδικασμένο, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεμελιωθεί τέτοιο έννομο συμφέρον. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως κατά της ανωτέρω προσβαλλόμενης 2935/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και κατά της 2414/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συμπροσβάλλεται ως προς την ουσία της υποθέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 17.5.2009 και 14.7.2009 αιτήσεις της Ε. Α., για την αναίρεση των 145/2009 και 2935/2009 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, αντιστοίχως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ