Supreme Court allows appeal against eviction judgment due to insufficient reasoning on property value and benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's eviction judgment, remanding the case for retrial. The appellants argued the lower court failed to provide adequate reasoning regarding the property's post-eviction value and the specific benefits derived from the expropriation. The Court found the reasoning insufficient as it did not explain why the remaining property retained its buildability or detail the construction possibilities before and after the expropriation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 K.Pol.D.; Art. 93 Const.; The appeal is admissible when the decision lacks reasoning on facts of fundamental importance to the case outcome, specifically regarding the calculation of benefits derived from expropriation and the preservation of property buildability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 293 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/12/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 14/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της από 20/12/2008 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών, και την αναίρεση της υπ' αριθμό 139/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίασης καθώς και κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο, το οποίο, όμως, δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του- πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μη μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει και γι' αυτήν την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης.
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακίνητου εισάγεται προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού καθύλην δικαστηρίου, εάν πρόκειται για απαλλοτριώσεις που είχαν συντελεσθεί πριν από την 19-1-2002, που άρχισε να ισχύει ο ν. 2971/2001 (ΑΠ 1960/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την ...
κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ' 612/6-8-1999) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Προσβάσεις γέφυρας ..." έκταση συνολικής επιφάνειας 87.758,54 τ.μ. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και το 68 του κτηματολογικού πίνακα, δηλαδή ένα οικόπεδο 1.248,58 από το οποίο απαλλοτριώθηκε έκταση 208,58 τ.μ.
Με την 110/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών οι ενάγοντες (εκ των οποίων η πρώτη είναι επικαρπώτρια και ο δεύτερος ψιλός κύριος του ενδίκου ακινήτου) αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης και με την 143/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος στο ποσά των 145 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και επιδικάσθηκε και ιδιαίτερη αποζημίωση για την επελθούσα μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ως άνω ακίνητου ύψους 42.240 ευρώ.
Την ανωτέρω αντιστοιχούσα στο απαλλοτριωθέν ακίνητο των εναγόντων αποζημίωση ύψους 30.244,10 ευρώ (145 ευρώ Χ 208,58 τ.μ.) το εναγόμενο Δημόσιο αρνήθηκε να καταβάλει στους εναγόντες θεωρώντας ότι αυτοί αυτοαποζημιώνονται ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του όρθρου 1 του ν. 653/1977 ενώ ταυτόχρονα αφαίρεσε από την προαναφερθείσα αποζημίωση των 42.240 (που αντιστοιχεί στη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου) το ποσό των 743,85 ευρώ ως συμμετοχή των ωφελουμένων εναγόντων στην αποζημίωση άλλων παροδίων ιδιοκτητών.
Πράγματι, όπως προέκυψε, το ακίνητο των εναγόντων ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση αφού μετά την κατασκευή της γέφυρας ... σημειώθηκε μεγάλη οικιστική ανάπτυξη στην περιοχή αυτή και αυξήθηκε η εμπορική κίνηση παραλία του .... Επίσης, η ..., στην οποία βλέπει το εν λόγω ακίνητο, διαπλατύνθηκε, τούτο είναι ορατό από τη γέφυρα, αφού δεν υπάρχει άλλο ακίνητο μεταξύ αυτού και της γέφυρας απέχει από τον κόμβο πρόσβασης στη γέφυρα περί τα 30 μέτρα, ενώ και μετά την απαλλοτρίωση διατήρησε την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις". Πλήν, όμως, με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο, με τις οποίες δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσειόντων, παρεβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1,3 και 4 του ν. 653/1977, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και το 10 του ν. 947/1979.
Ειδικότερα, οι αιτιολογίες αυτές είναι ελλειπείς και ανεπαρκείς, με το να μη αναφέρουν γιατί το ακίνητο των αναιρεσειόντων, μετά την απαλλοτρίωση, διατήρησε την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του, για να δικαιολογηθεί η ωφέλεια, την οποία δέχεται, ότι προέκυψε για το ίδιο ακίνητο και για τους αναιρεσείοντες από την ένδικη απαλλοτρίωση, ώστε να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόσθηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Συγκεκριμένα, δέχεται η προσβαλλόμενη, ότι με την υπ' αριθ. 143/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών επιδικάσθηκε στους αναιρεσείοντες πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση για την επελθούσα μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ένδικου ακινήτου του ύψους 42.240 ευρώ, χωρίς (παρά την ανυπαρξία δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 143/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών), να περιλαμβάνει (το Εφετείο) στις ίδιες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, ειδικότερα, το λόγο για τον οποίο επιδικάσθηκε εκείνη η πρόσθετη αποζημίωση και χωρίς ν' αξιολογεί το λόγο εκεί για να δικαιολογήσει την αντίθετη κρίση του, ότι από την ένδικη απαλλοτρίωση επήλθε ωφέλεια στους αναιρεσείοντες που είχε σχέση με την οικοδομησιμότητα του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου τους.
Εξάλλου, ενώ το Εφετείο δέχεται, ότι και μετά την απαλλοτρίωση το εναπομένον τμήμα του ακινήτου των αναιρεσειόντων 1040 τ.μ διατήρησε την αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του δεν αναφέρει ειδικότερα στις αιτιολογίες τις κατά νόμον οικοδομικές δυνατότητες του ίδιου ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, και δεν προσδιορίζει το εμβαδόν των κτισμάτων που υπήρχαν στο ακίνητο πριν την απαλλοτρίωση και εκείνων που μπορούσαν να ανεγερθούν επί πλέον πριν επίσης από την απαλλοτρίωση, και ποίων κτισμάτων ήταν δυνατή η ανέγερση μετά την απαλλοτρίωση και εάν η ανέγερση αυτή (σε καταφατική περίπτωση το εφικτό της ανέγερσης) θα ήταν δυνατή καθ' ύψος επάνω από τα υφιστάμενα πριν από την απαλλοτρίωση κτίσματα ή σε διαφορετικό του ίδιου ακινήτου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κρίνεται βάσιμος. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 139/2008 απόφαση του Εφετείο Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ