Legislator Case Law & Legislation
293/2008 AI generated

293/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 293/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.10.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2957/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4438/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14.10.2003 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1124/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση 4438/2003 του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

293/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 1 § 1 ν. 2496/97 "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 293 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σωληνουργεία Κορίνθου Α.Ε", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Απόστολος Γεωργιάδης.

Των αναιρεσιβλήτων : 1) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Ασφαλιστική Α.Ε.Ε.Γ.Α", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Θεμιστοκλής Σκούρας και 2) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Victoria Α.Α.Ε.Ζ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μαγδεμβούργερ Ελλάς Α.Α.Ε", την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Καρατζάς με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.10.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2957/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4438/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14.10.2003 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1124/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση 4438/2003 του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5531/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27.02.2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 05.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 27.02.2007 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση στο σύνολό της της 5531/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξ άλλου, επί αγωγής στηριζόμενης σε περισσότερες βάσεις και αιτήματα, που ως εκ της κοινότητας του σκοπού και του αντικειμένου τους ασκούνται αμοιβαία επικουρικά, με την έννοια της έρευνας της επικουρικής βάσης, μόνο στην περίπτωση της διάγνωσης της ουσιαστικής αβασιμότητας της αξίωσης που επιδιώκεται με την κύρια αγωγική βάση, η αναίρεση της απορριπτικής απόφασης επί της κύριας βάσης της αγωγής, που στήριξε το απορριπτικό της πόρισμα σε λόγο που αφορά, όχι την ανυπαρξία κατ' ουσίαν της αντίστοιχης αξίωσης, αλλά το μη κεκτημένο και μη δικαστικά επιδιώξιμο της ίδιας αξίωσης στο πρόσωπο του ενάγοντος, στη δεδομένη κρίσιμη δικονομικά χρονική στιγμή τα άσκησης και συζήτησης της αγωγής, επεκτείνεται και στις απορριπτικές διατάξεις εκείνης της απόφασης για τις υπόλοιπες επικουρικές βάσεις και αιτήματα της αγωγής, που στηρίχθηκαν στην ίδια πιο πάνω απορριπτική αιτιολογία της κύριας βάσης, που κρίθηκε ως αναιρετέα, και αποτέλεσαν (διατάξεις), τη μοναδική αιτία απόρριψής τους, ώστε να επανεξετασθεί στο σύνολό της η αγωγή κατά την μετ' αναίρεση ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 33, 34 του ν. 2496/97, 24 και 25 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι ο νόμος αυτόςεφαρμόζεται τόσο στις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύος του (16.11.97), δηλαδή μετά εξάμηνο από την κατά την 16-5-1997 δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Α' αρθ. 87/16-5-1997), όσο και σε εκείνες που είχαν μεν συναφθεί προηγουμένως, η ασφαλιστική όμως περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Εξάλλου, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 1 § 1 ν. 2496/97 "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη ασφάλισης) ή τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του ίδιου ν. 2496/1997 "αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Αν για τη διάγνωση της έκτασης του ασφαλίσματος απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ασφαλιστής υποχρεούται, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σε καταβολή του ποσού, για το οποίο δεν υπάρχει καθυστέρηση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ίδιου νόμου "αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια, και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 του ίδιου ως άνω νόμου "η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη".

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ίδιου ως άνω νόμου, ο οποίος εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση ως εκ του χρόνου επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (29.4 μέχρι 2.7.1998), που βρίσκεται μετά την έναρξη ισχύος (16.11.97) αυτού, όπως άλλωστε αυτό κρίθηκε αμετάκλητα με την ως άνω 1124/05 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την 4438/03 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την εφαρμογή των "καταργηθεισών διατάξεων των άρθρων 189, 195 ΕμπΝ" προκύπτει ότι, (σε αντίθεση με όσα είχαν γίνει δεκτά υπό το καθεστώς ισχύος των καταργηθεισών ως άνω διατάξεων των άρθρων 189 και 195 του Εμπ.

Ν), υπό το καθεστώς ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του νέου 2496/97 νόμου, στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή για ζημιές όχι δικές του αλλά τρίτων, για τις οποίες δημιουργείται αποζημιωτική ενοχή του ασφαλισμένου, γεννιέται μεν, όχι από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, δηλαδή όχι από το χρόνο που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός, όπως π.χ.

επί της υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης από τη λειτουργία αυτοκινήτου, αλλά όταν ο ζημιωθείς τρίτος, έναντι του οποίο ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο, όχι αποκλειστικά τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημιάς του αγωγή, αλλά και εξώδικη δήλωση - όχληση, η οποία αρκεί για να αρχίσει από τότε η σύνδεση του αποτελέσματος του ζημιογόνου γεγονότος (ζημίας) με την περιουσία του ασφαλισμένου και για να επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5531/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν ανελέγκτως δεκτά τ' ακόλουθα: "Κατ' ακολουθία αυτών, η με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα ένδικη αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη (προώρως ασκηθείσα) κατά την κυρία βάση της, καθόσον η εκκαλούσα - ενάγουσα συνομολογεί ότι η ζημιωθείσα ως άνω Αγγλική εταιρεία δεν έχει εγείρει κατ' αυτής σχετική αγωγή με την οποία να της ζητεί την αποκατάσταση της προκληθείσας ως άνω ζημίας αλλά έχει αποστείλει μόνο εξώδικη πρόσκληση με αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να μην συντρέχει η απαιτούμενη για την άσκηση αγωγής από τον ασφαλισμένο κατά του ασφαλιστή προϋπόθεση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (κινδύνου).

Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία αναφορικά με την κυρία βάση της ένδικης αγωγής δέχθηκε τα ίδια απορρίπτοντας για τον ίδιο λόγο αυτή, δεν έσφαλε αλλά ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε γι' αυτό και πρέπει ν' απορριφθούν οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της έφεσης ως αβάσιμοι. Μετά την απόρριψη, ως πρόωρα ασκηθείσας της αγωγής κατά την παραπάνω κύρια βάση της απορριπτέα για τον ίδιο λόγο κρίνεται και η επικουρική βάση αυτής (ένδικης αγωγής) για αναγνώριση ότι οι εναγόμενες εταιρείες ευθύνονται σε ολόκληρο έναντι της ενάγουσας σε καταβολή της αιτουμένης απ' αυτές συνολικής αποζημίωσης των 2.563.032 ΗΠΑ, με βάση τις διατάξεις για προσυμβατική ευθύνη αφού η βάση αυτή ασκείται επικουρικά, τελούσα υπό την αίρεση ουσιαστικής απορρίψεως της κυρίας βάσης πριν από την πλήρωση της οποίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να χωρήσει στην έρευνα της επικουρικής βάσης.

Επίσης, απορριπτόμενης κατά τα ανωτέρω της αγωγής ως προς αμφότερες τις βάσεις της για τους προαναφερόμενους λόγους, παρέλκει η έρευνα για το νόμιμο και βάσιμο του αιτήματος της ενάγουσας, που υποβλήθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, για καταβολή του αιτουμένου με την αγωγή ποσού στην ενάγουσα και όχι στη ζημιωθείσα εταιρεία, για το λόγο ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε απ' αυτήν (ενάγουσα) στη ζημιωθείσα εταιρεία, στο οποίο αίτημα αναφέρεται ο τρίτος λόγος έφεσης.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την παραπάνω επικουρική βάση και αίτημα της εκκαλούσας ως μη νόμιμα και όχι προώρως ασκηθέντα έσφαλε και πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου και τέταρτου λόγου έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τα κεφάλαια αυτά, κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο ως προς αυτά και απορριφθούν η επικουρική βάση και αίτημα, ως προώρως ασκηθέντα".

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, υπήγαγε μεν τη διαφορά στις διατάξεις των άρθρων 1-10 και 25 του Ν. 2496/1997 και 201 του Α.Κ., στο πλαίσιο της δεσμευτικής (άρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) για εκείνο υπ' αριθ. 1124/2005 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την επίλυση του ίδιου νομικού ζητήματος στην ίδια εν προκειμένω υπόθεση.

Πλην όμως, το Εφετείο, υιοθετώντας την όμοια κρίση του πρωτοδικείου, απέρριψε τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, που αφορούσαν την απόρριψη ως πρόωρης της κύριας βάσης της αγωγής της, διότι έκρινε ότι, "η ζημιωθείσα αγοράστρια δεν είχε ακόμη εγείρει σχετική αγωγή κατά της ενάγουσας πωλήτριας, αφού και υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του Νόμου 2496/1997, η αξίωση της ενάγουσας ως ασφαλισμένης κατά των εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών, θα μπορούσε να γεννηθεί και θα ήταν δικαστικά επιδιώξιμη, μόνο μετά την άσκηση εναντίον της αγωγής από την ζημιωθείσα αγοράστρια ως τρίτη, και όχι με την επίδοση σ' αυτήν και εξώδικης δήλωσης - όχλησης της ίδιας ζημιωθείσας εταιρείας".

Στη συνέχεια δε έγιναν δεκτοί οι λοιποί λόγοι της έφεσης καθ' όσον αφορούσε την επικουρική βάση της αγωγής, και ύστερα από εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, απορρίφθηκαν τόσο η επικουρική βάση της αγωγής όσο και το κατά τη συζήτηση της αγωγής, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποβληθέν αίτημα ως πρόωρα επίσης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, αφενός παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1, 7 παρ. 7, 10 και 25 του Ν. 2496/1997, και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αφετέρου δε κήρυξε απαράδεκτο (πρόωρο) της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης στο σύνολο των βάσεων και αιτημάτων της, κρίνοντας το μη κεκτημένο και μη δικαστικά επιδιώξιμο της ένδικης αξίωσης στο πρόσωπο της ενάγουσας στη δεδομένη κρίσιμη δικονομικά χρονική στιγμή της άσκησης και συζήτησης της αγωγής, και παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68, 69 παρ. 1 περ.

ε' και 70 του Κ.Πολ.Δ., υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο πρώτος κατά το πρώτο μέρος του, ο δεύτερος και κατά τα δύο μέρη του, ο τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του, και ο τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναίρεσης, που αποδίδουν αντίστοιχα τις πλημμέλειες αυτές στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι βάσιμοι.

Πρέπει λοιπόν ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ)..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 5531/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών..

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση ,στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές,

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ