293/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 293 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 293/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Κασσαβέτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη,(κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Χλαμπουτάκη), Ιωάννη Π...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 293 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 293/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Κασσαβέτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη,(κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Χλαμπουτάκη), Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ελευθερία Τσαπατσάρη-Βέη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.... ,η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Ανωνύμου Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ E.FG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τηςς Ηλία Μαρινάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-1998 και 14-1-1998 ανακοπές της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2992/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 9935/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 3-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... , κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά την παρούσα συζήτηση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, που σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και επί κατασχέσεως ακινήτων, προκύπτει ότι, κατόπιν ασκήσεως της καθιερούμενης με τις διατάξεις αυτές ανακοπής, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να διατάξει όχι μόνο τη διόρθωση των κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας εκθέσεως και την τήρηση πρόσθετων μέτρων δημοσιότητας, αλλά και την αναβολή του πλειστηριασμού ("νέα ημέρα πλειστηριασμού"), αν ο χρόνος που υπολείπεται έως τον προγραμματισμένο ήδη πλειστηριασμό δεν επαρκεί για την τήρηση των πρόσθετων διατυπώσεων που με την ίδια απόφασή του επιβάλλει, ενώ εξάλλου η απόφαση αυτή πρέπει, κατά το δυνατόν, να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού επιχειρήσει τη σχετική διόρθωση στην κατασχετήρια έκθεση, πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 960 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παρά τον διαπλαστικό της χαρακτήρα η απόφαση αυτή πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 939 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναπτύσσει τη διαπλαστική της ενέργεια, όχι από την έκδοσή της, αλλά από την κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Την ερμηνεία αυτή επιβάλλει η ανάγκη της ασφάλειας των πλειοδοτών, οι οποίοι δεν θα είναι σε θέση αλλιώς να γνωρίζουν αν έχει αναβληθεί ή όχι ο πλειστηριασμός πριν από τη γνωστοποίηση της αναβολής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η διενέργεια έτσι του πλειστηριασμού, παρά την ύπαρξη διορθωτικής αποφάσεως που τον αναβάλλει, είναι έγκυρη αν δεν έχει προηγηθεί η κατάθεση της αποφάσεως αυτής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (βλ. Ολ ΑΠ 33/1995 για την αναστολή κατά το άρθρο 1000 ΚΠολΔ). Σε περίπτωση που η εν λόγω κατάθεση έχει προηγηθεί, ο πλειστηριασμός είναι άκυρος μόνο με τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης (άρθρο 159 περ. 3 ΚΠολΔ).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο διενεργηθείς στις 4-6-1997, με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας "Τράπεζα Κρήτης Α.Ε." (ήδη συγχωνευθείσας με απορρόφησή της από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), πλειστηριασμός ενός ακινήτου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατά τον οποίο (πλειστηριασμό) αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η αναιρεσείουσα, είναι άκυρος, διότι με τη 13776/28-5-1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της κατ' άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ ανακοπής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ορίσθηκε, πλην άλλων, η 9-7-1997 ως νέος χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού. Η κρίση αυτή ακολουθεί τη σκέψη του ότι για την ακυρότητα του πλειστηριασμού αρκούσε μόνη η έκδοση της ως άνω αποφάσεως και δεν ήταν απαραίτητη η κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατόπιν τούτου, το εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε τις ανακοπές της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε τη σχετική έκθεση πλειστηριασμού, την αντίστοιχη περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως και την κάτω από το αντίγραφο του απογράφου αυτής συνταχθείσα επιταγή για εκτέλεση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε ακυρότητα, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ο οποίος κατ' εκτίμηση εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ΄ακολουθίαν, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9935/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ