293/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated293/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 293 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 293/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Π. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Πέτρου-Πέτρουλα.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Δρακόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, διότι, όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, που χειρίζεται την υπόθεση, Ιωάννης Σταμούλης δεν μπορεί να προσέλθει σήμερα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1899/1997 μη οριστική,1442/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 819/2003 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-1-2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 16-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 819/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τον 1ο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ο οποίος περιεχόταν στο εφετήριό της, ότι η αναιρεσίβλητη με τις προσκομιζόμενες από 26-9-1994 προτάσεις της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πόρου, ως ενάγουσα τότε με την από 26-10-1993 εξωστική της αγωγή κατά του μισθωτή του κληρονομιαίου καταστήματος Ι.
Δ., είχε ισχυριστεί, παραδεχθεί και συνομολογήσει ότι μετά τον επισυμβάντα προ δεκτετραετίας περίπου θάνατο της εκμισθώτριας μητέρας της, ήτοι μετά την 24-12-1980, αυτή και ο αντίδικός της (Ι. Δ.) προέβησαν σε νέα μίσθωση και ότι μετά το θάνατο της μητέρας της και μέχρι σήμερα (26-9-1994) μόνο με αυτήν συναλλάσσεται αυτός, δηλαδή είχε παραδεχθεί τότε η αναιρεσίβλητη ότι μόνο μετά τον θάνατο της μητέρας της (24-12-1980) είχε επιληφθεί της νομής του επικοίνου κληρονομιαίου καταστήματος και ότι μέχρι τότε νομέας του εν λόγω καταστήματος ήταν η εκμισθώτρια και κυρία τούτου μητέρα των διαδίκων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά μεν το μέρος του όπου προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η επίκληση αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου του δεν αποτελεί " πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κατά δε το μέρος του όπου προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι από την εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της εφέσεως της αναιρεσείουσας (άρθρο 561 & 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση του ισχυρισμού αυτού. Συγκεκριμένα στον 1ο λόγο της εφέσεως αναφέρεται τελείως αορίστως " η εκκαλουμένη απόφαση τελείως εσφαλμένα, κατά πλημμελή και μη ορθή εκτίμηση του προσαχθέντος παντοειδούς αποδεικτικού υλικού και ιδία των μαρτυρικών καταθέσεων, των προσαχθέντων μετ' επικλήσεως εγγράφων και δικογράφων, το περιεχόμενο των οποίων εμφανώς παραμόρφωσε και των εξ αυτών προκυπτουσών εξωδίκων ομολογιών της αντιδίκου, δέχθηκε ότι τα υπό διανομήν ακίνητα δεν είναι κληρονομιαία", χωρίς όμως να προσδιορίζει τα έγγραφα και τις εξώδικες ομολογίες που προέκυπταν από αυτά, ενώ στην σελίδα 4 του δικογράφου της εφέσεως, που παραπέμπει η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αναιρέσεως, δεν επικαλείται εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ. συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αντιστοίχως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ.42/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις 24 και 25/1994 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, που αναφέρονται στον 2ο λόγο της αναιρέσεως, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία αυτών.
Ειδικότερα στην απόφαση ρητώς αναφέρονται οι υπ' αριθ. 84/1993 και 85/1993 αγωγές της αναιρεσίβλητης, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτής. Επομένως ο 2ος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 819/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ