Legislator Case Law & Legislation
292/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision on abuse of right claim in property dispute.

Case Number 292/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final appeal court decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider all relevant facts constituting an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, but the court found the lower court's assessment correct. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the municipality's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; The exercise of a right is prohibited if it clearly exceeds the limits imposed by good faith, accepted morals, or the social and economic purpose of the right, and the court must evaluate whether the specific circumstances render the exercise unacceptable.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle property dispute annulment appeal civil procedure legal costs appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 6, Section 2 of Law 2664/1998
Article 577, Section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, Section 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281, Section 2 of Law 3463/2008
Article 495, Section 3, Paragraph e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, Section 1, 191, Section 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 292 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 292/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοφάνη Σαξώνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΕΡΟΙΑΣ", που εδρεύει στη Βέροια (Μητροπόλεως 46) και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αριστούλα Παπαστάμκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2016 και με αριθμό κατάθεσης 193/ΤΜ/22-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/ΤΜ/2015 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 742/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-11-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 18.11.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 742/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν, κατ' άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ., την από 08.04.2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 144/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, πλην όμως, εν τέλει, δέχθηκε την κατ' αυτού (αναιρεσείοντος) από 11.11.2013 αγωγή, από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998, του αναιρεσιβλήτου.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.".

Κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2002, Ολ.Α.Π. 8/2001).

Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν, προσθέτως, περιστατικά τα οποία ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα (Ολ.Α.Π. 62/1990, Α.Π. 747/2022, Α.Π. 1374/2014, Α.Π. 384/2014), και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού όσο και του αποκρούοντος το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η, με τη μεταγενέστερη άσκηση, επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ.Α.Π. 8/2001, Α.Π. 747/2022, Α.Π. 383/2019, Α.Π. 764/2016).

Οι δε πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτήν τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 460/2019, Α.Π. 1058/2018, Α.Π. 143/2016).

Εξάλλου, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυναμώσεως του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπόχρεο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Α.Π.747/2022, Α.Π. 826/2018, A.Π. 200/2018, Α.Π. 841/2017, Α.Π. 1724/2014, Α.Π. 496/2014, Α.Π. 831/2013, Α.Π. 1199/2012).

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 8/2001). Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 του Α.Κ. από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφασή του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζομένη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (Α.Π. 1875/1999).

Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως μπορεί να αντιταχθεί και κατά αγωγής διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξεως (Α.Π. 191/2013, Α.Π. 1998/2009). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα, που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.

Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Αν η προβαλλομένη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στον δεύτερο (ή κατά το άρθρο 528 εδάφ.

β' του Κ.Πολ.Δ.) και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 88/1980), η μη λήψη δε υπόψη από το εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 1127/2008, Α.Π. 38/2004).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Ολ.Α.Π. 12/1991). Τέλος, κατά δε το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τον νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία λαμβάνει χώρα παραδεκτά (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, προκύπτει ότι το εκδόσαν την απόφαση Δικαστήριο δέχθηκε, κατ' αντιγραφήν, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ.

πρωτ. 12064/2064/23-6-1958 απόφασης του Νομάρχη Ημαθίας και σύμφωνα με τα άρθρα 164 και 197 του Αγροτικού Κώδικα, παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στον ενάγοντα, ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Βέροιας", το με αριθμό … κοινόχρηστο τεμάχιο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Βέροιας του έτους 1931, συνολικού εμβαδού 1.654.925 τμ, με την ένδειξη "...".

Η απόφαση αυτή του Νομάρχη Ημαθίας δημοσιεύτηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 201/19-7-1958 τεύχος Β') και την 1-10-1958 μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βέροιας (τόμος , αριθμός ..). Στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Ελληνικό Δημόσιο, το ακίνητο περιήλθε, κατά κυριότητα, μετά την προσάρτηση στο Ελληνικό Κράτος των Νέων Χωρών (μεταξύ των οποίων και ο νομός Ημαθίας, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο), ως δημόσια γαία (βοσκή), βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 της Συνθήκης της Λωζάνης), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. 4793/1930 και της από 21-6-1924 απόφασης της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών.

Ως ακίνητο της κυριότητας του Δημοσίου προστατευόταν από κάθε χρησικτησία ήδη από 11-5-1915, δυνάμει του ν.δ. της 22-4/16-5-1926, με το οποίο απαγορεύτηκε από 11-5-1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητας του και των άρθρων 2 και 4 ν. 1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις.

Από την έναρξη ισχύος δε, της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 31/1968 (2-12-1968) με την οποία επεκτάθηκε η προστασία από κάθε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου και στα ακίνητα ιδιοκτησίας των Δήμων, δεν είναι δεκτικό χρησικτησίας. Ως εκ τούτου, το μοναδικό χρονικό διάστημα κατά το οποίο το εν λόγω το παραχωρηθέν ακίνητο μπορούσε να χρησιδεσποθεί με τα προσόντα έκτακτης ή τακτικής χρησικτησίας είναι από την 1-10-1958 (χρόνος μεταγραφής της υπ' αριθμ.

πρωτ. 12064/2064/23-6-1958 απόφασης του Νομάρχη Ημαθίας) μέχρι την 2-12-1968, χρόνος που θα επαρκούσε μόνον για τακτική χρησικτησία. Από την 1-10-1958 κι εντεύθεν ο ενάγων είναι ο κύριος και νομέας του παραπάνω δημοτικού ακινήτου. Με την εφαρμογή του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή, τμήμα της με αριθμό ... κοινόχρηστης έκτασης, εμβαδού 284,66 τμ, καταχωρήθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως επιμέρους τμήμα γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...

συνολικής έκτασης 503,25 τμ, που βρίσκεται στο Ο.Τ… της πόλης Βέροιας, στην περιοχή "..." επί της οδού ..., εμφανιζόμενο και αποτυπούμενο με τα στοιχεία ... στο συνημμένο στην αγωγή με ημερομηνία Δεκεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Χ. Π., που συνορεύει ολόγυρα: Βόρεια επί πλευράς ... μήκους 30,01 μ με υπόλοιπο τμήμα του ΚΑΕΚ ...

και φερόμενο ιδιοκτήτη τον εναγόμενο, Νότια επί πλευρών …μήκους 1,49 μ, .. μήκους 7,71 μ, …μήκους 10,74 μ, Η-Θ μήκους 0,70 μ και Θ-Ι μήκους 10,32 μ εν μέρει με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Χ. Κ., εν μέρει με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας αγνώστου, εν μέρει με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας του Δήμου … (ενάγοντος) και εν μέρει με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας Μ. Ε., Ανατολικά επί πλευράς Γ-Δ μήκους 10,75 μ με ΚΑΕΚ ...

ιδιοκτησίας αγνώστου και Δυτικά επί πλευράς Ι-Κ μήκους 7,98 μ με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας του Δήμου …. Το τμήμα αυτό της με αριθμό ... κοινόχρηστης έκτασης, εμβαδού 284,66 τμ, κατόπιν σχετικής δήλωσης του εναγομένου, φέρεται ως ιδιοκτησία του εναγομένου, με τίτλο κτήσεως επικληθείσα από αυτόν χρησικτησία. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης έφεσης, τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις και όπως ο από τον εναγόμενο προταθείς μάρτυρας εξέθεσε, το έτος 1947 ο πατέρας του εναγομένου, Μ.

Τ., προκειμένου να διαφυλάξει την ακεραιότητα της οικογένειας του από τις μάχες του εμφυλίου πολέμου, μετακόμισε από τον οικισμό ... που βρίσκεται σε απόσταση είκοσι περίπου χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της πόλης της Βέροιας, πλησίον του πολεοδομικού ιστού της πόλης. Κατέλαβε τμήμα του κοινόχρηστου και ανέγειρε σε αυτό ισόγεια κατοικία με υπόγειο προκειμένου να ικανοποιήσει τις στεγαστικές του ανάγκες.

κατά τον ισχυρισμό του εναγομένου ο χώρος αυτός παραχωρήθηκε στον πατέρα του από την τότε δημοτική αρχή, πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε άλλωστε ο Δήμος Βέροιας θα μπορούσε να παραχωρήσει σε τρίτον δημόσια έκταση, που δεν ανήκε στην κυριότητα του.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο εκείνο (1947) το με αριθμό ... τεμάχιο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Βέροιας του έτους 1931, συνολικού εμβαδού 1.654.925 τμ, με την ένδειξη "..." ανήκε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και ως εκ τούτου, κατά τα ανωτέρω, δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας. Η περιοχή διατηρούσε ακόμη το χορτολιβαδικό χαρακτήρα της και προοδευτικά εντάχθηκε στον πολεοδομικό ιστό της πόλης της Βέροιας.

Η παραχώρηση της κυριότητας του ... κοινόχρηστου τεμαχίου από το Ελληνικό Δημόσιο στον Δήμο Βέροιας έγινε μόλις το έτος 1958, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 12064/2064/23-6-1958 απόφαση του Νομάρχη Ημαθίας που μεταγράφηκε νόμιμα την 1-10-1958 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βέροιας (τόμος ', αριθμός …). Από αυτό το χρονικό σημείο, όμως, μέχρι και την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 31/1968 (2-12-1968) παρήλθε χρονικό διάστημα δέκα μόνον ετών, που δεν είναι ικανό να προσδώσει στον χρησιδεσπόζοντα αυτό δικαίωμα κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Επομένως η, κατά την διαδικασία της κτηματογράφησης του Εθνικού Κτηματολογίου, σχετική δήλωση του εναγομένου, ότι δηλαδή έγινε κύριος της επίδικης έκτασης με τα προσόντα της έκτακτης (αφού δεν έγινε επίκληση κάποιου νόμιμου ή νομιζόμενου τίτλου) χρησικτησίας δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου η σχετική εγγραφή είναι ανακριβής.

Με την προοδευτική ένταξη της περιοχής στον πολεοδομικό ιστό της πόλης της Βέροιας εμφανίστηκε η ανάγκη πολεοδόμησης της. Το επίδικο ακίνητο, στο νέο σχέδιο πόλης, καταλάμβανε χώρο όπου, κατά το νέο σχέδιο, βρισκόταν η υπό διάνοιξη της οδού .... Ο ενάγων Δήμος, επειγόμενος να προβεί στη διάνοιξη της οδού …., αναγνωρίζοντας, όμως, ότι επί του κατεχόμενου τμήματος της ιδιοκτησίας του βρισκόταν η κατοικία του ενάγοντος, προκειμένου να μην εμπλακεί σε δικαστικούς αγώνες που θα καθυστερούσαν, με κάθε βεβαιότητα, το έργο της διάνοιξης, πρότεινε στον εναγόμενο την αντικατάσταση του κτίσματος με ακίνητο, εκτός του σχεδίου πόλεως.

Ο Σ. Τ. (εναγόμενος) αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, αν και πάλι προσπάθησε να καθυστερήσει την διάνοιξη της οδού…

Εκδόθηκε η με αριθμό 293/2006 ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του ενάγοντος στην οποία κατά λέξη αναφέρεται: "Εγκρίνει την ανταλλαγή ρυμοτομούμενου κτίσματος (ισόγειος μετά υπογείου οικοδομή), ιδιοκτησίας του Σ. Τ., που βρίσκεται μεταξύ των ΟΤ ... και είναι κτισμένο σε δημοτική έκταση και των επικειμένων, με κοινόχρηστη δημοτική έκταση εμβαδού 6.000,00 τμ ... .".

Στην απόφαση αυτή, που ο εναγόμενος θεωρεί ως αναγνώριση εκ μέρους του ενάγοντος της δικής του κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, γίνεται σαφές ότι ο ενάγων, Δήμος Βέροιας, ουδέποτε αναγνώρισε τέτοια κυριότητα στο πρόσωπο του εναγομένου, αφού το επίδικο ακίνητο αναφέρεται ως "δημοτική έκταση", καθίσταται δε σαφές, από όλο το κείμενο, που περιλαμβάνει και τους διαμειφθέντες διαλόγους, ότι η ανταλλαγή του κτίσματος έγινε για τον προαναφερόμενο λόγο της προώθησης του έργου διάνοιξης της οδού …..

Επομένως, ουδόλως υπήρξε η αναφερόμενη από τον ενιστάμενο "άλλη συμπεριφορά" του ενάγοντος η οποία σε συνδυασμό με την μακρόχρονη αδράνεια προκάλεσε σε αυτόν την εντύπωση ότι ο ενάγων δεν θα διεκδικήσει το δικαίωμα κυριότητας του επί του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, η εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ουδόλως συνιστά κατάχρηση του δικαιώματός του, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο με την ανωτέρω ένσταση του κρίνονται απορριπτέα, όπως και η ένσταση.

Αντιθέτως ο ίδιος ο εναγόμενος, προκειμένου να δημιουργήσει τετελεσμένα προέβη στην ανωτέρω ανακριβή δήλωση στο Κτηματολογικό Γραφείο Βέροιας, εν γνώσει του ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση αναγνώρισης, στο πρόσωπο του, δικαιώματος κυριότητας λόγω χρησικτησίας. Η, κατά τα ανωτέρω, ανακριβής καταχώριση στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία του εναγομένου, με τίτλο κτήσεως την επικληθείσα από αυτόν χρησικτησία, προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου.

Ενόψει αυτών πρέπει, απορριπτομένων των ενστάσεων του εναγομένου, η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και ... .". Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την από 08.04.2016 έφεση του πρωτοδίκως ερημοδικασθέντος αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 528 εδάφ.

α' του Κ.Πολ.Δ., εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 144/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, κράτησε προς αναδίκαση την από 11.11.2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναδίκασε αυτή και την έκανε δεκτή. Με τον πρώτο (κυρίως και επικουρικώς διατυπούμενο) λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων διατυπώνει τις αιτιάσεις ότι το ως άνω Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 281 του Α.Κ.

με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην αξιολογήσει τη συμπεριφορά του ενάγοντος ως καταχρηστική, με τη μορφή της αποδυναμώσεως του ασκουμένου δικαιώματός του, και να απορρίψει τον ισχυρισμό του επιπλέον δε παραβίασε και εκ πλαγίου το αυτό άρθρο του Α.Κ., εφόσον η απόρριψη αυτή έλαβε χώρα με (ποσοτικώς) ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο που εξέδοσε την προσβαλλομένη απόφαση, καίτοι δέχθηκε (ρητά ή σιωπηρά, ελλείψει αντίθετης σχετικής παραδοχής) ότι ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α. και το δικαιοπάροχό του Ελληνικό Δημόσιο αδράνησαν επί εξήντα επτά (67) έτη να ασκήσουν το δικαίωμά τους κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, ότι δεν εμποδίσθηκαν να το πράξουν, ότι ο δικαιοπάροχος αυτού πατέρας του ανήγειρε επί του επιδίκου ισόγεια οικοδομή με υπόγειο στο οποίο εγκατέστησε την οικογένειά του και αυτός (αναιρεσείων) τη δική του, ότι τόσο οι υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου, αλλά και άλλοι, θεωρούσαν παγιωμένη τη διαμορφωθείσα κατάσταση, ότι ο αναιρεσίβλητος προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αναγκαστικής εξώσεώς του όχι με μέσα νομικά, αλλά με ανταλλαγή, που ματαιώθηκε με ευθύνη τρίτου, ότι οι πράξεις του και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά των εκάστοτε κυρίων του επιδίκου ακινήτου και ότι οι συνέπειες της παραδοχής της αγωγής θα είναι γι' αυτόν όχι μόνο δυσμενείς, αλλά ιδιαίτερα δυσμενείς, εν τούτοις, απέρριψε την από το άρθρο 281 του Α.Κ.

ένστασή του υπό την ειδικότερη μορφή της, της αποδυναμώσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου. Επιπλέον, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το αυτό Δικαστήριο δεν αναφέρει στην προσβαλλομένη απόφασή του αν η κατάληψη και η ανοικοδόμηση του επιδίκου ακινήτου έλαβαν χώρα εν γνώσει των υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου αρχικά και του αναιρεσιβλήτου μεταγενέστερα, δεν αναφέρει το είδος και την αξία των παντοειδών εργασιών που έλαβαν χώρα στο ακίνητο, αν ο δικαιούχος του δικαιώματος εμποδιζόταν καθ' όλη την εξηκονταεπταετή κατοχή του ακινήτου να ασκήσει αυτό (δικαίωμα), αν, λόγω της αναφοράς στη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Βέροιας, που ενέκρινε την ανταλλαγή ακινήτου με το επίδικο, ότι το τελευταίο ανήκε στην ιδιοκτησία του, εμπεδώθηκε σε αυτόν η δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το αγωγικό δικαίωμα, αν η εγκριθείσα ανταλλαγή ματαιώθηκε και για ποιο λόγο, αν η ως άνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Βέροιας ήταν ομόφωνη, αν η διαμορφωθείσα κατάσταση είχε προκαλέσει στον αναιρεσίβλητο την απόφαση να αναμείνει την ευδοκίμηση της διαδικασίας ανταλλαγής και να μην επιδιώξει την ικανοποίηση του δικαιώματός του με δικαστικές διαδικασίες, αν οι περιγραφόμενες πράξεις του και η διαμορφωθείσα κατάσταση τελούσαν ή όχι σε αιτιώδη συνάφεια με την προηγηθείσα συμπεριφορά του Ελληνικού Δημοσίου και του αναιρεσιβλήτου, αν και ποιες θα είναι συνέπειες (δυσμενείς, επαχθείς ή ιδιαίτερα επαχθείς) από την αποβολή του από το επίδικο ακίνητο και αν η απόφαση του αναιρεσιβλήτου να διεκδικήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ενόψει των ανωτέρω, συνιστά ή όχι αντιφατική συμπεριφορά.

Ο λόγο αυτός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, με αιτιολογίες πλήρεις και σαφείς, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 281 του Α.Κ.. Συγκεκριμένα, ναι μεν αναφέρεται ότι από την κατάληψη του επιδίκου ακινήτου από τον πατέρα του αναιρεσείοντος έως την άσκηση της ένδικης αγωγής παρήλθε χρονικό διάστημα εξήντα επτά ετών, πλην όμως η κυρία πράξη αμφισβητήσεως της κυριότητας του ακινήτου ενεργήθηκε σταδιακά, από την κατάληψή του (το έτος 1947) έως και το έτος 1953, οπότε γεννήθηκε ο αναιρεσείων, αφού προηγήθηκε η γέννηση δύο αδελφών του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στο δικόγραφο της αναιρέσεώς του, διά της ανεγέρσεως του οικοδομήματος της οικίας της οικογένειας Τ…..

Το χρονικό διάστημα αυτό (1947 - 1953) και, ακολούθως, έως το έτος 1957, κατά το οποίο το επίδικο ακίνητο παρέμεινε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, η προστασία της δημόσιας περιουσίας δεν υπήρξε μία από τις προτεραιότητες αυτού (Ελληνικού Δημοσίου). Μεταγενέστερα και συγκεκριμένα από το έτος 1958, οπότε το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε στον αναιρεσίβλητο, έως την ανάδειξη της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, η περιοχή όπου κείται το ακίνητο διήλθε από διάφορα πολεοδομικά στάδια, με αποτέλεσμα η ως άνω διαφορά που προέκυψε μετά την πρόβλεψη και την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχέδιου της πόλεως της Βέροιας, να λάβει προτεραιότητα το έτος 2006.

Συνεπώς, η αδράνεια στην άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, για την οποία δεν υπήρξαν νομικά κωλύματα, ήταν μεν μακρά πλην όμως απότοκος όχι αδιαφορίας, αλλά ιεραρχήσεως προτεραιοτήτων. Περαιτέρω, η επικαλουμένη πεποίθηση οργάνων και υπαλλήλων του αναιρεσιβλήτου περί του ότι στο επίδικο ακίνητο υπήρχε παγιωμένη κατάσταση, ότι ο αναιρεσείων είχε δικαιώματα καθώς και το γεγονός ότι έγινε προσπάθεια, μετά από ομοφώνως ληφθείσα απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Βέροιας, να διευθετηθεί η διαφορά με εξώδικο, χωρίς την πρόκληση κοινωνικής εντάσεως, τρόπο, για τη ματαίωση της οποίας (διευθετήσεως), δεν ευθύνεται ο αναιρεσείων, δεν συνιστούν πρόσθετα περιστατικά, ικανά να δημιουργήσουν στον αναιρεσείοντα την πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του πολλώ μάλλον, αφού, σε μια τέτοια περίπτωση, θα ματαιωνόταν η εφαρμογή τοπικά του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως της Βέροιας, το οποίο είχε ήδη καθορισθεί από το έτος 1986 (βλ.την υπ' αριθμ. 34992/1436/14.05.1986 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. - Φ.Ε.Κ.

Δ' 865). Αντιθέτως, οι καταστάσεις που προαναφέρθηκαν ώθησαν τον αναιρεσείοντα στην προσπάθεια να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα προβαίνοντας σε δήλωση κυριότητας για το επίδικο στην αρμόδια υπηρεσία του Εθνικού Κτηματολογίου. Εξάλλου, ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα κίνδυνος ότι θα επέλθουν υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στην περίπτωση που ήθελε γίνει αμετακλήτως δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, διότι θα στερηθεί της οικίας του, δεν είναι ακριβής, υπό την έννοια ότι αυτός θα στερηθεί του δικαιώματος αυθαίρετης χρήσεως ακινήτου που ανήκει, κατά την αρχή superficies solo cedit στον κύριο του εδάφους επί του οποίου ανεγέρθηκε.

Περαιτέρω, αναφορικά με τις φερόμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες πρέπει να σημειωθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία αναφέρονται οι αιτιάσεις, είναι περιφερειακά τέτοια των πραγματικών περιστατικών που αναφέρθηκαν ανωτέρω και κρίθηκε ορθώς ότι δεν συγκροτούν τις έννοιες των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων που θα μπορούσαν οδηγήσουν, λαμβανομένης υπόψη και της εξηκονταεπταετούς αδράνειας, στην κρίση ότι η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου είναι καταχρηστική.

Τέλος, αναφορικά με την αιτίαση ότι το αυτό, ως άνω, Δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του αντιφατικές αιτιολογίες διότι, ενώ δέχεται, πέραν της εξηκονταεπταετούς αδράνειας, ως αληθή τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά (γνώση της καταλήψεως του ακινήτου εκ μέρους του πατέρα του από τις Αρχές, ανοικοδόμηση ακινήτου, εγκατάσταση σε αυτό, έλλειψη οποιασδήποτε αντιδράσεως εκ μέρους των Αρχών, αποχή των Αρχών από τη λήψη εις βάρος του αναγκαστικών μέτρων) καταλήγει, εν τέλει, να δεχθεί ότι δεν υπήρξαν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις δημιουργικές της πεποιθήσεως αυτού (αναιρεσείοντος) ότι δεν θα ασκηθεί κατ' αυτού το αγωγικό δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου.

Η αιτίαση αυτή του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ευθέως ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα προαναφερθέντα περιστατικά δεν συνιστούν, στην υπόψη περίπτωση, τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που επικαλείται ο αναιρεσείων, η κρίση του δε αυτή είναι, όπως ήδη σημειώθηκε, ορθή.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διότι, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποπέσαν στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8α' του Κ.Πολ.Δ.

Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι, καίτοι στην από 08.04.2016 έφεσή του παραδεκτώς επικαλέστηκε πλήθος πραγματικών περιστατικών, τα οποία συναπάρτιζαν το πραγματικό της από το άρθρο 281 του Α.Κ. ενστάσεώς του κατά του αγωγικού δικαιώματος, το Δικαστήριο ξεχώρισε τρία από αυτά, τα οποία αξιολόγησε και για τα οποία αποφάνθηκε ότι δεν ήσαν ικανά να θεμελιώσουν την ανωτέρω ένσταση, ενώ δεν έλαβε υπόψη του τα υπόλοιπα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της από 08.04.2016 εφέσεως σε συνδυασμό με αιτιολογικό της πληττομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σιγή μεν, αλλ' αναντιρρήτως, έκρινε ότι από τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της εφέσεως πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, συναπάρτιζαν το πραγματικό της προβληθείσης ενστάσεως εκείνα που μπορούσαν, κατ' αρχήν, να ενταχθούν σ' αυτό (πραγματικό της ενστάσεως) ήσαν εκείνα που κρίθηκαν, ενώ τα λοιπά συνιστούσαν περιφερειακά πραγματικά περιστατικά, τα οποία είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με άλλα, αλλά και με τα κριθέντα, δεν ήσαν ικανά να θεμελιώσουν την προβληθείσα ένσταση.

Συνεπώς, όλοι οι λόγοι όπως και η αίτηση περί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που ο αναιρεσείων έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.), τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α., κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281§2 του ν. 3463/2008 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", σε συνδυασμό με το άρθρο 22§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της με στοιχεία 134423ΟΙΚ./08.12.1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.11.2020 αίτηση του Σ. Τ. του Μ. για αναίρεση της, εκδοθείσης κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 742/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει τα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α. εις βάρος του αναιρεσείοντος, ορίζει δε το ποσό αυτών σε τριακόσια ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ