Legislator Case Law & Legislation
292/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal by intervening party against second defendant for unexamined claim, remanding case.

Case Number 292/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the second defendant, finding the lower court failed to examine a specific claim. The appellant, who intervened in the original suit, argued that the appellate court ignored his request to review a separate claim for damages. Consequently, the court annulled the relevant portion of the second-instance decision and remanded the case for further examination by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 76, 80, 82, 83, 558, 561, 580, 559 of the Code of Civil Procedure; An intervening party may appeal even without initiating the lawsuit if they have a legal interest, and the appeal targets the second defendant who won, not the intervener, unless the appeal concerns the intervener's own rights.

Keywords

AI generated
intervening party appeal unexamined claim remand for retrial legal interest in appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 76 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 82 of the Code of Civil Procedure
Article 83 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 28/2007
Case 1552/2010
Case 19/2020
Case 229/2020
Case 567/2009
Case 1586/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 292 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 292/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Ι., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φιλιππόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νικ Τ. του Κ., 2) Κ. Τ. του Ν. και 3) Α. Μ. του Γ., απάντων κατοίκων …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2013 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. – Χ. ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε." και την από 22-12-2014 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, ακόμα και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον υφιστάμενο όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης (Ολ.ΑΠ 28/2007) η αναίρεση δε απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του, που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή (ΑΠ 1552/2010).

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 185/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών εγγράφων: Η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. – Χ. ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΑΕ" (μη διάδικος), εκπροσωπούμενη νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 6/6/2013 αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ιδιότητά τους ως μέλη του ΔΣ αυτής, παραβίασαν από δόλο και βαριά αμέλεια.

τις υποχρεώσεις που επιβάλλονταν από το καταστατικό της εταιρείας, ζήτησε, μετά την μερική παραίτησή της από ορισμένα κονδύλια, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν ο πρώτος το ποσό των 274.761 ευρώ και ο τρίτος το ποσό των 78.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου άσκησε την από 22/12/2014 πρόσθετη, υπέρ της ενάγουσας, παρέμβαση ο Κ.

Χ., ήδη αναιρεσείων, με την ιδιότητά του ως μέτοχος της εταιρείας κατά ποσοστό 50%. Επί των ως άνω αγωγής και πρόσθετης παρέμβασης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 65/2015 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία, αφού θεώρησε μη ασκηθείσα την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, απέρριψε αμφότερες, αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση, ως ουσιαστικά αβάσιμες.

Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση ο προσθέτως παρεμβαίνων και ήδη αναιρεσείων και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 185/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία απέρριψε την έφεση στην ουσία. Κατά της απόφασης αυτής βάλλει ο προσθέτως παρεμβαίνων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Η αναίρεση παραδεκτά ασκείται από τον έχοντα δικαίωμα να προστατεύσει τα δικαιώματά του, ως μετόχου της εταιρείας, έναντι των διατελεσάντων μελών του ΔΣ αυτής, οι οποίοι κατά το ιστορικό της αγωγής αδικοπράκτησαν σε βάρος της, είναι όμως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου, καθώς ως προς αυτόν η αγωγή θεωρήθηκε, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη ασκηθείσα, αφού το δικαστήριο εκτίμησε ότι, μετά την παραίτηση της ενάγουσας από ορισμένα κονδύλια της αγωγής, τα εναπομένοντα δεν αφορούσαν τον δεύτερο εναγόμενο και η κρίση της αυτή δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης.

Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα αυτού επειδή ηττάται. Κατά το άρθρο 22α, Ν. 2190/1920, "Ευθύνη μελών του διοικητικού συμβουλίου" "1. Παν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ευθύνεται έναντι της εταιρείας κατά την διοίκησιν των εταιρικών υποθέσεων διά παν αυτού πταίσμα. Ευθύνεται ιδία εάν ο ισολογισμός περιέχη παραλείψεις ή ψευδείς δηλώσεις αποκρυπτούσας την πραγματικήν κατάστασιν την εταιρείας, 2..., 3..., 4,,,. 5.

Αι ως άνω αξιώσεις υπόκεινται εις τριετή παραγραφήν από της τελέσεως της πράξεως, εφ` όσον δε πρόκειται περί ζημίας εκ δόλου εις δεκαετή". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. δ' του ως άνω νόμου "όστις εκ προθέσεως παρέλειψε να συγκαλέσει Γενικήν Συνέλευσιν κατά παράβασιν του παρόντος νόμου ...

τιμωρείται δια φυλακίσεως και δια χρηματικής ποινής". Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (Ολομ.

ΑΠ 3/1997, Ολομ. ΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".

Αν ο αναιρεσείων ήταν ο εκκαλών, πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός του που θεμελιώνει το λόγο αυτό αναίρεσης υποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι τα "πράγματα" προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα, είναι αόριστος και απορριπτέος (ΚΠολΔ 522, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 123/2020.

ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1057/2009). Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου αυτός στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000).

Όπως δε προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 142/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το Σεπτέμβριο του έτους 1987 η Α. Τ. και ο σύζυγος της Ν. Τ. με το υπ' αριθμ. …/1987 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Βόλου Αγγελικής Δρυμώνίτου- Ζήση, συνέστησαν ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ν.

Τ. - ΜΕΛΕΤΕΣ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε.", με έδρα το Βόλο και σκοπό τη μελέτη και κατασκευή εξαρτημάτων ή συγκροτημάτων που αναφέρονται σε τομείς εφαρμοσμένης υψηλής τεχνολογίας και κύριο πελάτη της την Πολεμική Αεροπορία και γενικότερα τις ένοπλες δυνάμεις. Τον Απρίλιο του έτους 1988 εισήλθε στην ανώνυμη εταιρία ως μέτοχος ο προσθέτως παρεμβάς Κ.

Χ., απόστρατος αξιωματικός - αεροναυπηγός, με σπουδές στο μαθηματικό τμήμα του Πανεπιστήμιου Αθηνών, στο ΕΜΠ και στο εξωτερικό με ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο 50% των μετοχών (βλ. το υπ' αριθμ. …./1988 πρακτικό Δ.Σ) και έτσι οι μέτοχοι έγιναν τρεις, δηλαδή η Α. Τ. και ο σύζυγος της Ν. Τ., που είχαν το 50% των μετοχών και ο Κ.

Χ., που είχε το υπόλοιπο 50% των μετοχών της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, οι οποίες μέχρι το έτος 1999 ήταν ονομαστικές και αμεταβίβαστες. Τον Ιούνιο του έτους 1992 ο εναγόμενος, ήδη 1ος εφεσίβλητος, εκλέχθηκε από τη Γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας μέλος του πενταμελούς Δ.Σ και στη συνέχεια ορίσθηκε Πρόεδρος του Δ.Σ και Τεχνικός Διευθυντής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 1992, οπότε αυτός, κατά την ανακατανομή αρμοδιοτήτων ορίστηκε Αντιπρόεδρος του Δ.Σ και Διευθύνων με όλες τις αρμοδιότητες του Δ.Σ (βλ.

το υπ' αριθμ. …/1992 πρακτικό). Στις 19-6-1993 τροποποιήθηκε το καταστατικό της ως άνω ανώνυμης εταιρίας με νέα επωνυμία αυτής την "Ν. Τ.- Κ. Χ.- ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε" και διακριτικό τίτλο τον "Τ.-Χ. Α.Ε" (βλ. το με αρ. …/…-ό-έτους 1993 πρακτικό της Γ.Σ) και τον Ιούνιο του 1994 με τροποποίηση του καταστατικού το Δ.Σ έγινε τετραμελές με μέλη αυτού, τον Ν.

Τ., Β. Τ., τον προσθέτως τταρεμβάντα Κ. Χ. και τη σύζυγο αυτού Β. Χ. (βλ. το με αριθμ. …/…-6-1994 πρακτικό Γ.Σ). Στη Γενική Συνέλευση της 21/6/1997 εκλέχτηκε νέο Δ.Σ, αποτελούμενο από τους Ν. Τ., Κ. Τ., Κ. Χ. και Β. Χ. (βλ. το με αριθμ. …/…-6-1997 πρακτικό Δ.Σ). Το νέο Δ.Σ της εταιρίας, παρά τις επανειλημμένες συνεδριάσεις του (25-6-1997, 5-7-1997, 6-7-1997 και 2-9-1997) δεν κατόρθωσε να συγκροτηθεί σε σώμα και να ορίσει Πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας.

Έκτοτε τα μέλη του Δ.Σ χωρίστηκαν σε δύο αντίπαλες ομάδες, με δύο μέλη κάθε ομάδα και κάθε μία ομάδα εκπροσωπούσε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου. Έτσι δεν μπορούσε να ληφθεί καμία απόφαση. Επακολούθησε προσφυγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου για το διορισμό προσωρινής διοίκησης. Με την υπ' αριθ. …/…-12-1997 απόφαση του ορίστηκε προσωρινή διοίκηση, για διάστημα οκτώ μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης, αποτελούμενη από τους Ευστ Γ., Χ., Δ. - μηχανολόγους μηχανικούς και Κ.

Φ. - χημικό μηχανικό. Με την απόφαση αυτή η προσωρινή διοίκηση επιφορτίστηκε ιδίως να περατώσει τις συμβάσεις …./1995, …/1995, …/1995 που είχε συνάψει η ενάγουσα εταιρία με την Πολεμική αεροπορία και να διασφαλίσει την εξέλιξη του προγράμματος με την αεροπορική εταιρία Μπόϊγκ. Ύστερα από έφεση της Α. Τ. εκδόθηκε η 198/26-2-1998 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και ορίστηκε προσωρινή διοίκηση, για διάστημα ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης αποτελούμενη εκτός από τους προαναφερθέντες - διορισθέντες με την απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Βόλου - και από το Ν.

Τ. και Κ. Χ., η οποία επιφορτίστηκε ειδικά για τις αναφερόμενες στην πρωτόδικη απόφαση συμβάσεις. Οι ορισθέντες ως προσωρινή Διοίκηση της εταιρίας Κ. Φ., Χ. Δ. και Ν. Τ., συνελθόντες στις 17-6-1998 συγκρότησαν το ΔΣ σε σώμα και εξέλεξαν Πρόεδρο και Διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας τον Ν. Τ. (πρακτικό …/….-6-1998). Από το Διοικητικό αυτό συμβούλιο παραιτήθηκε ο Κ.

Χ. και ο Ε. Γ.. Με την με αριθ. 166/16-4-1999 απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Βόλου ορίστηκε νέα προσωρινή διοίκηση για διάστημα έξι (6) μηνών δηλ. έως 16-10-1999, αποτελούμενη από τους Κ. Φ., Χ Δ., Ε. Γ., Ν. Τ. και Κ. Χ., που δεν αποδέχτηκε το διορισμό του και με την με αριθ. 311/29-6-1999 απόφαση του Μον. Πρωτ. Βόλου ορίστηκε στη θέση του ο τρίτος των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητος Α.

Μ.. Με απόφαση της προσωρινής αυτής διοίκησης συγκλήθηκε έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων στις 6-11-1999 για την εκλογή Δ.Σ. Η γενική συνέλευση, που συνεκλήθη στις 6-11-1999 για την εκλογή Δ.Σ, κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη με την με αριθ. 263/8-4-2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι που διοίκησαν την ενάγουσα ο πρώτος μέχρι τις 16-10-1999 μετά νόμιμο διορισμό και έκτοτε de facto, ο δε τρίτος εναγόμενος από 29-6-1999 μέχρι 16-10-1999 μετά νόμιμο διορισμό του και έκτοτε de facto, αφού συμμετείχε στο παράνομο διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας που εξελέγη από τη ΓΣ στις 6-11-1999 και ανεξάρτητα από το αν συμμετείχαν στη διοίκηση νόμιμα ή de facto έχουν υποχρέωση έναντι της ενάγουσας να προστατεύσουν την περιουσία της.

Από τις 8-4-2002 με την με αριθμ. πρωτ. ΕΜ/2864/6-5-2005 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας ανακλήθηκε η άδεια σύστασης της ενάγουσας- υπερ ης η πρόσθετη παρέμβαση ανώνυμης εταιρίας, αυτή τέθηκε υπό εκκαθάριση και με την με αριθμ. ΕΜ/8867/23-11-2005 απόφαση της Διεύθυνσης Εμπορίου της ως άνω Νομαρχίας ορίσθηκαν εκκαθαριστές αυτής και η ως άνω απόφαση καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών (ΜΑΕ) της Διεύθυνσης Εμπορίου της ΝΑ Μαγνησίας.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 22α παρ. 1 εδ. α' και 2 του Ν 2190/1920 (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το Ν 3604/2007) προκύπτει ότι κάθε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας ευθύνεται έναντι της εταιρίας κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων για κάθε πταίσμα αυτού, ότι η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται, εάν ο σύμβουλος αποδείξει ότι κατέβαλε την επιμέλεια του συνετού οικογενειάρχη - ήδη ο όρος αυτός αντικαταστάθηκε με τον όρο επιχειρηματία,- ο οποίος είναι υπόχρεος για κάθε επιμέλεια, δηλαδή ευθύνεται και για ελαφρά αμέλεια, επομένως - κατά μείζονα λόγο - για βαρεία αμέλεια ή δόλο.

Συγκεκριμένα, οι σύμβουλοι, ως διαχειριστές ξένης περιουσίας, οφείλουν να διαφυλάττουν και να προάγουν τα συμφέροντα της εταιρίας και των μετόχων και να μη χρησιμοποιούν τις εξουσίες τους κατά τρόπο που να βλάπτει τα συμφέροντα αυτά. Η υποχρέωση αυτή στηρίζεται στις γενικές διατάξεις των αρ. 66 και 69 ΑΚ, αλλά και ευρύτερα στις διατάξεις των αρ. 22 και 22α του ν. 2190/1920, καθόσον το γεγονός ότι η εταιρία χρησιμοποιεί τρίτους στη διοίκησή της δεν επιτρέπεται να αποβαίνει σε βάρος της (ΕΦΑΘ 5102/2012 ΕΕμπ.Δ 2013/329).

Εξ άλλου κατά το άρθρον 22β, όπως η παρ.1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 άρθρ. 10 του Ν. 2339/1995 (Α 204) "Άσκηση αξιώσεων της εταιρείας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου". 1. Αι αξιώσεις της εταιρείας κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου εκ της διοικήσεως των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικώς εάν, εννοείται η ζημία δεν οφείλεται εις δόλον, αποφασίση τούτο η γενική συνέλευσις δι' απολύτου πλειοψηφίας ή ζητήσουν τούτο παρά του Διοικητικού Συμβουλίου μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου.

Η αίτησις της μειοψηφίας λαμβάνεται υπ' όψιν μόνον εάν βεβαιωθή ότι οι αιτούντες εγένοντο μέτοχοι τρεις τουλάχιστον μήνας προ της αιτήσεως. Οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου δεν απαιτούνται στην περίπτωση που η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του διοικητικού συμβουλίου." 2. Η αγωγή δέον να εγερθή εντός εξ μηνών από της ημέρας της γενική συνελεύσεως ή της υποβολής της αιτήσεως. 3. ...4. ... 5.

αι ως άνω αξιώσεις υπόκεινται εις τριετή παραγραφήν από της τελέσεως της πράξεως, εφ' όσον δε πρόκειται περί ζημίας εκ δόλου εις δεκαετή". Περαιτέρω κατά το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Η επιδίωξη αυτή αποκλείεται μόνο όταν συντρέχουν νομικά (όχι πραγματικά) κωλύματα που την κάνουν αδύνατη.

Αντίθετα οι πραγματικοί λόγοι που εμποδίζουν την επιδίωξή της αξίωσης δεν λαμβάνονται υπόψη για την έναρξη της παραγραφής δηλ. η παραγραφή τρέχει παρόλο που υπάρχουν πραγματικά κωλύματα. (ΑΠ 61/1968, ΑΠ 611/1971), Τα πραγματικά κωλύματα δηλ. γεγονότα που αναφέρονται σε ανωτέρα βία (αιχμαλωσία, πολιορκία πόλης, επιδημική αρρώστια κ.α.) και αν καθιστούν αδύνατη την άσκηση της αγωγής δεν λαμβάνονται υπόψη αλλά αναστέλλουν τη παραγραφή υπό τους όρους του άρθρου 255 ΑΚ δηλ.

αν συνέπεσαν στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Για την έναρξη της παραγραφής δεν ασκεί επιρροή η άγνοια της αξίωσης του από το δικαιούχο ή η άγνοια από αυτόν του προσώπου κατά του οποίου αυτή απευθύνεται (πλην όπου τούτο ορίζεται ρητά στο νόμο) ή η καλή πίστη του καθού η αξίωση. Επίσης δεν ασκεί επιρροή για την έναρξη της παραγραφής η ανικανότητα ή η περιορισμένη ικανότητα του δικαιούχου του δικαιούχου ή του καθού η αξίωση ή η έλλειψη νομίμου αντιπροσώπου αυτών γιατί κατά το άρθρο 258 προβλέπει αναστολή συμπλήρωσης της παραγραφής κατά προσώπων ανικάνων η προσώπων που έχουν περιορισμένη ικανότητα δηλ.

φυσικών προσώπων -όχι όμως και νομικών προσώπων-τα οποία δεν έχουν προσωρινή διοίκηση δηλ. η παραγραφή αρχίζει αλλά δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες από τότε που ο δικαιούχος έγινε απεριόριστα ικανός ή απόκτησε νόμιμο αντιπρόσωπο εκτός αν έχει την ικανότητα να παραστεί στο δικαστήριο οπότε η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται (Βαθρακοκοίλη ΕρμΑΚ αρθρ. 251 αριθ. 1,2,5, 6 και 20, Τσετσέκος Η παραγραφή και αποσβεστική Προθεσμία σελ. 89, ΑΠ 270/2009 ΕφΘεσσαλ. 2846/1994 Αρμ. 1995,789).

Ως χρόνος, κατά τον οποίο γεννάται η αξίωση και καθίσταται δικαστικώς επιδιώξιμη, νοείται ο χρόνος κατά τον οποίο, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, η αξίωση αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, (ΑΕΔ 16/1999 ΕλΔνη 41,662). Οι εναγόμενοι με τις προτάσεις, που νόμιμα κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίστηκαν ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας από τις προαναφερόμενες πράξεις των, ως μελών του Δ.Σ της ΑΕ έχουν υποκύψει στην τριετή αλλά και στη δεκαετή παραγραφή του άρθρου 22α Ν. 2190, αφού από τη διενέργεια αυτών (1998 έως 2002) έως την έγερση της υπό κρίση της αγωγής 27-6-2013 παρήλθε χρόνος μείζων όχι μόνο της τριετίας αλλά και της δεκαετίας.

Πράγματι αποδεικνύεται ότι η αγωγή κατατέθηκε 27-6-2013 και επιδόθηκε στις 4-7-2013. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι α) η το ποσό των 34.548 € - υπό στοιχείο 2 στην αγωγή- καταλογίστηκε το έτος 2004 από τη φορολογική αρχή στην ενάγουσα εταιρία επειδή από τον Μάρτιο 1998 και εντεύθεν ο πρώτος των εναγομένων δεν πραγματοποίησε τις υποχρεωτικές επενδύσεις για την κάλυψη αποθεματικών ύψους 11.698.275 δρχ.

Το ποσό των 34.548 €, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι αποτελεί ζημία της εταιρίας και όχι το φόρο που δεν επιβλήθηκε στα αποθεματικά, που στη συνέχεια από αμέλεια της διοίκησης της εταιρίας δεν επενδύθηκαν, το έτος 1998 και σε κάθε περίπτωση μέχρι 8-4-2011, καταλογίστηκε στην ενάγουσα το έτος 2004, ως μείωση της αξίας όμως της περιουσίας της ενάγουσας δηλ.

ως συνέπεια - ζημία είχε συντελεστεί, μέχρι 8-4-2002, οπότε οι εναγόμενοι ασκούσαν τη διοίκηση της ενάγουσας, και από το χρόνο αυτό ήταν ζημία που μπορούσε η ενάγουσα να προβλέψει και να επιδιώξει δικαστικά. Επομένως από το χρόνο δηλ. το βραδύτερο από 9-4-2002 άρχισε η παραγραφή της αξίωσης για τη ζημία αυτή. Εφόσον η ζημία αποδίδεται σε αμέλεια των εναγομένων υπόκειται στην τριετή παραγραφή και η σχετική αξίωση παρεγράφη.

Η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το υπό στοιχείο της αγωγής 4 προκύπτει ότι η ενάγουσα επικαλείται για την πρόκληση της ζημίας των 83.163 € βαρεία αμέλεια των εναγομένων. Η επιχειρηθείσα, με τις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό και με την έφεση επίκληση δόλου συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 1295/1976, ΝοΒ 25,912 Κεραμέας Αστ.Δικον.Δικ.

Γενικό Μέρος σελ. 219,). Αποδεικνύεται ότι οι ζημίες τις οποίες επικαλείται επήλθαν το έτος 1998 με την κήρυξη έκπτωτης της ενάγουσας από τις δύο συμβάσεις με την Πολεμική Αεροπορία και τη σύμβαση με τον Ελληνικό Στρατό. Επομένως αφού η πράξη τελέστηκε το 1998 ,από αμέλεια, οι αξιώσεις της ενάγουσας από την πράξη αυτή έχουνε υποκύψει στη τριετή παραγραφή .Η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο πρώτος λόγος της έφεσης κατά το υπό β σκέλος της πρέπει να απορριφτεί ως αβάσιμος.

Ομοίως αποδεικνύεται ότι η ζημία από ματαίωση της σύμβασης με την Μπόινγκ προκλήθηκε ,κατά την αγωγή, από αμέλεια του πρώτου εναγομένου (από κοινού με τον τρίτο) και πάντως τον Μάιο 1998. Επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφτεί ως αβάσιμος, αφού οι αξιώσεις αυτές έχουν υποκύψει στην τριετή παραγραφή.

Με τον υπό 2-3 λόγο της έφεσης της η ενάγουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα εξέλαβε την αιτία, για την οποία ζήτησε από τον τρίτο εναγόμενο το ποσό των 60.000 € ως αποζημίωση από αδικοπραξία, τελεσθείσα από αυτόν σε βάρος της και έτσι έκρινε ότι ποσό αυτό υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, ενώ, το ποσό αυτό αφορούσε αποζημίωση από την δόλια ενέργεια του τρίτου εναγομένου να δεσμεύσει την ακίνητη περιουσία της με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για ποσό 60.000, που αφορούσε δήθεν δεδουλευμένες αποδοχές του.

Στην αγωγή περιλαμβάνονται κατά λέξη τα εξής: "8. Ο τρίτος των εναγομένων με αίτηση αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, (έκθεση καταθέσεως 229/04) "κατά της εταιρείας η οποία αδυνατούσε να παρασταθεί, λόγω ελλείψεως νομίμου εκπροσώπησης, εζήτησε και ενέγραψε προσημείωση υποθήκης εις βάρος μου ύψους 60.000 € με το ψευδές αιτιολογικό: "....Από 1/5/01 έως 16/6/03 ουδείς εκ των διοικούντων την ΑΕ διήρχετο εκ του εργοστασίου, αδιαφορώντας, πλήρως για το εργοστάσιο και τους εργαζομένους με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη από μένα παροχή εργασίας και η ανάθεση συγκεκριμένου έργου ...

και η εταιρεία είναι κατάχρεος...". Επειδή ούτος, υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας και μάλιστα αντιπρόεδρος αυτής, με έγγραφο ομολογίαν του, δεν διήρχετο απ' την εταιρεία, την οποία κατέστησε κατάχρεον, όπως ο ίδιος επίσης ομολογεί, υποχρεούται να καταβάλει λόγω της βλάβης που προξένησε στην εταιρεία δια των ψευδών ισχυρισμών του επιδικασθέντος σε αυτόν ποσό, ήτοι 450.000 ευρώ".

Στις ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου προτάσεις η ενάγουσα, όπου περιορίζει το ποσό των 450.000€ σε 60.000€ αναφέρει επί λέξει και κατά μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω: "Β") Περιορίζω παραδεκτά με τις προτάσεις μου τα παρακάτω ανώνυμα κονδύλια: 1ον Το κονδύλιο με αριθμό 3 που αφορά,... 2ον Το κονδύλιο με τον αριθμό 8 που αφορά την αποκατάσταση της βλάβης που μου προξενήθηκε από τον τρίτο των αντιδίκων Α.

Μ., αντιπρόεδρο της παράνομης διοίκησης, δια των αναφερόμενων στην αγωγή του με αριθμό καταθέσεως 229/2004, ψευδών ισχυρισμών, περιορίζω την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση από το ποσό των 450.000 ευρώ στο ποσό των 60.000 ευρώ". Πρόκειται λοιπόν για αξίωση από την διάδοση ψευδούς γεγονότος με την με αριθ. 229/2004 αγωγή που έχει υποκύψει στην κοινή πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.

Εξ άλλου όπως προειπώθηκε ο τρίτος εναγόμενος με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι από 16-6-2003 ουδείς των διοικούντων διήρχετο από την εταιρία και όχι ότι από 1/5/01 έως 16/6/03 ουδείς εκ των διοικούντων την ΑΕ διήρχετο εκ του εργοστασίου. Η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια ορθά το δικόγραφο εκτίμησε και ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο υπό 2-3 λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον οπό στοιχείο 9 της αγωγής ισχυρισμό η ενάγουσα επικαλέστηκε βαρειά αμέλεια και δόλο ίων πρώτου και τρίτου των εναγόμενων. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι από υπαιτιότητα - βαρειά αμέλεια των πρώτου και τρίτου των εναγόμενων, οποίοι δεν προέβησαν στην απόλυση των εργαζομένων Α. Κ. και Κ. Σ., που ίδιοι καταθέτουν κατά λέξη ομολογούν ότι από 1-5-2001 έως 16-6-03 ουδείς των διοικούντων την ενάγουσα, διήρχετο έκτου εργοστασίου, αδιαφορώντας πλήρως για το εργοστάσιο και τους εργαζομένους, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η από αυτούς η παροχή εργασίας, αφού ούτε ανάθεση συγκεκριμένου έργου υπήρχε..," και οι οποίοι με αιτήσεις τους ενώπιον του Μον.

Πρωτοδικείου Βόλου από 30/01/04, ενέγραψαν υποθήκες εις βάρος της περιουσίας της ύψους 45.000 € έκαστος και συνολικά 90.000 €. Ζήτησε λοιπόν να καταβάλλει ο πρώτος των αντιδίκων το 80% της ζημίας δηλ. 72.000 € και ο δεύτερος των εναγομένων το 20% της ζημίας δηλ. 18.000, Η ενάγουσα δεν εξέτασε μάρτυρα για την απόδειξη του ισχυρισμού της.

Αποδεικνύεται όμως ότι οι εργαζόμενοι Α. Κ. και Κ. Σ., που δεν είχαν προσληφθεί από το μη νόμιμο ΔΣ της ενάγουσας αλλά μια δεκαετία πριν, με νόμιμη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άσκησαν ενώπιον του Μον. Πρωτ. Βόλου τις από 1-12-2003 με αριθ. καταθ. 164/2003 και από 1-12-2003 με αριθ. καταθ. 169/2003 αγωγές αντίστοιχα για τις οποίες εκδόθηκαν οι 47/2004 και 42/2004 αντίστοιχα αποφάσεις του Μον.

Πρωτ. Βόλου, ερήμην της εναγομένης εταιρίας -εδώ ενάγουσας - που τους επιδίκασαν αποδοχές από 1-5-2001 έως 25-6-2003, στον Ά. Κ. το ποσό των 26.108 € και στον Κ. Σ., το ποσό των 30,944,75 €. Οι εργαζόμενοι αυτοί ενέγραψαν προσημείωση υποθήκης σε βάρος της περιουσίας της εδώ ενάγουσας στις 30-1-2004 δηλ. καθόν χρόνον, λόγω της δημοσίευσης της υπ' αριθ 263/8-4-2002 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων δεν ασκούσαν τη διοίκηση της εταιρίας.

Επομένως για την εγγραφή της προσημείωσης από τους εργαζόμενους αυτούς δεν ευθύνονται οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων. Η ευθύνη που αναζητείται γι' αυτούς τους συνίσταται στο ότι παρέλειψαν να καταγγείλουν τις συμβάσεις τους αν και δεν υπήρχε αντικείμενο εργασίας. Δεν αποδεικνύεται όμως η ανυπαρξία εργασίας από 1-5-2001 έως 8-4-2002 (βλ.

τα πρωτόκολλα παραλαβής της Πολ. Αεροπορίας με ημερομηνίες 30-8-2001, 26-7-2001,11-4-2001, 23-5-2002, 18-3-2003 και τη σύμβαση …/…-5-2001). Κανένας μάρτυρας δεν καταθέτει κάτι τέτοιο. Η ενάγουσα, όπως ειπώθηκε δεν εξέτασε μάρτυρα και ο μάρτυρας ανταπόδειξης δεν κατέθεσε κάτι σχετικό ή ότι, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολούνταν σε εταιρίες του πρώτου και του τρίτου των εναγομένων και χρεώνονταν στην ενάγουσα.

Αντίθετα ο μάρτυρας ανταπόδειξης ρητά και κατηγορηματικά διαψεύδει τους ισχυρισμούς αυτούς. Η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια ορθά το νόμο εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο υπό 2-2 λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ο λόγος της έφεσης, ότι η ενάγουσα εκ λόγων νομικών και ειδικότερα ότι από τις 6-11-1999 έως τον Μάριο 2005, οπότε διορίστηκαν εκκαθαριστές στερούταν διοικήσεως και για το λόγο αυτό δεν ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη των αξιώσεων της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τούτο διότι η στέρηση της διοικήσεως του νομικού προσώπου δεν συνιστά νομικό λόγο που καθιστά αδύνατη την επιδίωξη των αξιώσεων της ενάγουσας αλλά πραγματικά λόγο, ο οποίος δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής, κατά τα προαναφερόμενα. Κατά το διάστημα που η ενάγουσα εστερείτο διοικήσεως ήταν δυνατός ο διορισμός προσωρινής διοίκησης στην ενάγουσα για να διεξαγάγει το δικαστικό αγώνα που συνίστατο στην παραβίαση από δόλο και βαρεία αμέλεια των υποχρεώσεων τους που επιβάλλονταν από το καταστατικό της, και αφορούσαν στην μη υλοποίηση των υποχρεωτικών επενδύσεων για κάλυψη αντίστοιχων αφορολόγητων αποθεματικών, στην ματαίωση υπογραφεισών συμβάσεων, στον εικονικό δανεισμό της εταιρείας με παροχή αντίστοιχης εμπράγματης ασφάλειας επί της ακίνητης περιουσίας της καθώς και στην μη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων, που είχε ως αποτέλεσμα την εγγραφή από τους τελευταίους, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων τους, προσημείωσης υποθήκης σε βάρος της περιουσίας της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων, αφού παραθέτει τις διατάξεις των άρθρων 22α παρ. 1, 5 και 57 περ. Δ του ν. 2190/1920, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ιδιότητά τους ως μέλη του ΔΣ της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας "υπέβαλαν στην επιβλέπουσα αρχή ψευδείς και παραποιημένους ισολογισμούς οι οποίοι δεν εγκρίθηκαν από τις γενικές Συνελεύσεις της εταιρείας καθόσον αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν..

στους ισολογισμούς δε αυτούς... προφανώς δεν περιλαμβάνονται οι υπό εξέταση ζημιές της ένδικης αγωγής", Με βάση το ιστορικό αυτό αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι "Κατά τα ανωτέρω, οι ένδικες αξιώσεις της ανώνυμης εταιρείας που αφορούν τις ζημίες που προκάλεσαν από δόλο και κατ' εξακολούθηση οι αντίδικοι σε βάρος της, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 22Α παρ. 1 & 5, και 57 παρ.

δ' του Κ.Ν. 2190/1920, κακώς και εσφαλμένα δεν λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση και για το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί" και επίσης ότι κακώς και εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι "Δεν αποδεικνύεται όμως η ανυπαρξία εργασίας από 1-5-2001 έως 8-4-2002 (βλ. τα πρωτόκολλα παραλαβής της Πολ.

Αεροπορίας με ημερομηνίες 30-8-2001, 26-7-2001, 11-4-2001, 23-5-2002, 18-3-2003 και τη σύμβαση …/…-5-2001). Κανένας μάρτυρας δεν καταθέτει κάτι τέτοιο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, (κατ' ορθό χαρακτηρισμό από τον αριθμό 8 και όχι 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,) είναι, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός περί μη υποβολής ισολογισμών προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή ότι υπέβαλε αυτόν παραδεκτά με την έφεσή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 4/2020), ενώ όσον αφορά την αιτίαση περί ανυπαρξίας εργασίας είναι απαράδεκτος διότι με επίφαση την άνω αναιρετική πλημμέλεια ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την ουσία αντίθετη για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κρίση του Εφετείου.

Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών του, την αιτίαση ότι εσφαλμένα έκρινε ότι οι με στοιχεία 2, 3 και 4 αγωγικές αξιώσεις αποδίδονται στους εναγόμενους ότι τελέστηκαν από βαριά αμέλεια ενώ με την αγωγή αποδιδόταν σ' αυτούς δόλος.

Ο λόγος αυτός, επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ρητά αναφέρεται σ' αυτήν πως οι πράξεις που θεμελιώνουν τις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις τελέστηκαν από βαριά αμέλεια των εναγομένων ενώ η επίκληση δόλου, όσον αφορά την πράξη επί της οποίας στηρίζεται το με στοιχείο 3 κονδύλιο, έγινε για πρώτη φορά με τις προτάσεις στον πρώτο βαθμό και ακολούθως με την έφεση και συνεπώς συνιστούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, όπως ορθά κρίθηκε και από το Εφετείο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της". Με τη θεμελιακή αυτή διάταξη καθορίζονται οι προϋποθέσεις έναρξης της παραγραφής, οι οποίες είναι η γέννηση της αξίωσης και το εναγώγιμό της, δηλαδή το δικαστικά επιδιώξιμο αυτής, που πρέπει να συρρέουν αθροιστικά.

Η αξίωση θεωρείται γεννημένη με την συμπλήρωση-συντέλεση των γεγονότων που συνιστούν τους όρους ύπαρξης του δικαιώματος από το οποίο απορρέει αυτή και, σε κάθε περίπτωση, αφότου δημιουργηθεί κατάσταση που είναι αντίθετη με το δικαίωμα. Απαιτείται επιπροσθέτως, όπως προαναφέρθηκε, η αξίωση να είναι δικαστικά επιδιώξιμη (εναγώγιμη), γιατί μπορεί αυτή να γεννηθεί αλλά από διάφορα κωλύματα να μην είναι δυνατή η σε δίκη καταγωγή της.

Η δυνατότητα άσκησης της αξίωσης αποκλείεται μόνο από την ύπαρξη νομικών και όχι πραγματικών κωλυμάτων (ΑΠ 901/2014, ΑΠ 509/2012, ΑΠ 679/2008). Νομικά κωλύματα υπάρχουν, όταν, είτε από τον νόμο (π.χ. 1858 ΑΚ) είτε με τη βούληση του δικαιούχου, ο υπόχρεος δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της αξίωσης για ορισμένο χρονικό διάστημα από τη γέννησή της, λόγω συμφωνημένης αναβλητικής αίρεσης ή προθεσμίας, η οποία έχει ως αναγκαίο, κατά νόμο, αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης για ορισμένο χρόνο, με συνέπεια να μην τρέχει η παραγραφή (ΑΠ 621/2019, ΑΠ 901/2014, ΑΠ 509/2012).

Τα πραγματικά κωλύματα δηλ. γεγονότα που αναφέρονται σε ανωτέρα βία (αιχμαλωσία, πολιορκία πόλης, επιδημική αρρώστια κ.α.) ακόμα κι αν καθιστούν αδύνατη την άσκηση της αγωγής δεν λαμβάνονται υπόψη αλλά αναστέλλουν την παραγραφή υπό τους όρους του άρθρου 255 ΑΚ δηλ. αν συνέπεσαν στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.

Για την έναρξη της παραγραφής δεν ασκεί επιρροή η άγνοια της αξίωσης από τον δικαιούχο ή η άγνοια από αυτόν του προσώπου κατά του οποίου αυτή απευθύνεται (πλην όπου τούτο ορίζεται ρητά στο νόμο) ή η καλή πίστη του καθού η αξίωση. Επίσης δεν ασκεί επιρροή για την έναρξη της παραγραφής η ανικανότητα ή η περιορισμένη ικανότητα του δικαιούχου ή του καθού η αξίωση ή η έλλειψη νομίμου αντιπροσώπου αυτών γιατί κατά το άρθρο 258 ΑΚ προβλέπει αναστολή συμπλήρωσης της παραγραφής κατά προσώπων ανικάνων η προσώπων που έχουν περιορισμένη ικανότητα δηλ.

φυσικών προσώπων - όχι όμως και νομικών προσώπων τα οποία δεν έχουν προσωρινή διοίκηση - δηλ. η παραγραφή αρχίζει αλλά δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες από τότε που ο δικαιούχος έγινε απεριόριστα ικανός ή απόκτησε νόμιμο αντιπρόσωπο, εκτός αν έχει την ικανότητα να παραστεί στο δικαστήριο οπότε η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1/2020). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι από εσφαλμένη εκτίμηση των διατάξεων των άρθρων 126, 215, 221, 226, 229 και 271 ΚΠολΔ το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε νομικό κώλυμα για την άσκηση της ένδικης αγωγής έως τις 23/11/2005, με συνέπεια να κρίνει εσφαλμένα ότι οι αγωγικές αξιώσεις είχαν υποπέσει σε παραγραφή.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι έως την ανωτέρω ημερομηνία η εταιρεία στερείτο διοίκησης και συνεπώς δεν μπορούσε να ασκήσει τις αξιώσεις της κατά των μελών του ΔΣ αυτής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθώς οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, αφού αυτές αφορούν τις προϋποθέσεις άσκησης αγωγής, επίδοσης δικογράφου σε νομικό πρόσωπο και ερημοδικίας του εναγόμενου, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής.

Ωστόσο, στην κρινόμενη υπόθεση δεν είχαν λόγο εφαρμογής οι εν λόγω διατάξεις αφού το θέμα που απασχόλησε το Εφετείο ήταν το αν οι αγωγικές αξιώσεις είχαν υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 22α του ν. 2190/1920, σύμφωνα με την σχετική ένσταση που πρότειναν οι εναγόμενοι. Κρίνοντας επί του ζητήματος αυτού και ορθώς εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 251, 255 και 258 ΑΚ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι για την έναρξη της παραγραφής δεν ασκεί επιρροή η έλλειψη προσωρινής διοίκησης νομικού προσώπου, όπως εν προκειμένω, εφόσον συνιστά πραγματικό και όχι νομικό κώλυμα, με αποτέλεσμα τα αιτούμενα κονδύλια με στοιχεία 2, 3, 4 να έχουν υποκύψει στην τριετή παραγραφή.

Όσον αφορά δε το κονδύλιο με στοιχείο 9 ο λόγος είναι απαράδεκτος καθώς το εν λόγω κονδύλιο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο κατά την ανέλεγκτη περί αυτού κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και όσον αφορά το κονδύλιο με στοιχεία 8 ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι αφορά αποζημίωση από ηθική βλάβη ενώ αυτή τελέστηκε από δόλο του τρίτου αναιρεσίβλητου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθώς δεν αναφέρονται σ` αυτόν τα "πράγματα" που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 229/2020, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την παράβαση από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι άφησε αδίκαστη την αγώγιμη αξίωση με στοιχείο 12. Ο λόγος αυτός, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος καθώς πράγματι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε ότι με την έφεση κατάγονται ενώπιόν του προς νέα κρίση τα κονδύλια με στοιχεία 2, 3, 4, 8 και 9 της αγωγής.

Ωστόσο με την έφεσή του ο αναιρεσείων παραπονείτο και για το κονδύλιο με στοιχείο 12 της αγωγής, ήτοι για την επικαλούμενη ζημία της εταιρείας ύψους 39.000 ευρώ από την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος της περιουσίας της λόγω εικονικής σύναψης δανείου με την οποία αλλοδαπός υπήκοος φερόταν να της δάνεισε ποσό 30.000 ευρώ (σελ. 14 έφεσης), το οποίο όμως κονδύλιο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερεύνησε.

Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που έκρινε ότι δεν εισήχθη προς έρευνα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η υπό στοιχείο 12 αγωγική αξίωση, η οποία και πρέπει να ερευνηθεί. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στον ίδιο (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ. ε` του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο, σχετικό, αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.2.2019 αίτηση του Κ. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 185/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 185/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τους πρώτο και τρίτο αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ