Legislator Case Law & Legislation
292/2020 AI generated

292/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 292/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Legislator headnote

AI generated

292/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Keywords

AI generated
journalist access to files freedom of expression and information plea of constitutional grievance arrangements for publication press law criminal liability of the media
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 292 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 292/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ν. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητα του ως Προέδρου -Διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της Αστικής μη κερδοσκοπικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "... (Μ.Κ.Ο.)" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ανδρικογιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Αστικής μη κερδοσκοπικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "... (Μ.Κ.Ο.)" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Τραυλό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκδότριας και ιδιοκτήτριας του εντύπου με τον τίτλο "...", 2) Γ. Κ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά του ως Γενικού Διευθυντή και Συμβούλου Έκδοσης του εντύπου με τον τίτλο "...", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Πεταλά και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2240/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 920/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4/2/2015 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 794/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 13/11/2018 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 8/1/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την 794/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αναβλήθηκε η συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως, από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επί του ζητήματος της χρονικής διάρκειας της καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης και δη, αν για τις αποφάσεις, που δημοσιεύτηκαν πριν την 1-1-2016, χωρίς να επιδοθούν, εξακολουθεί και μετά την 1-1-2016 να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία, για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, που προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015. Ήδη, μετά την έκδοση της 10/2018 αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που έκρινε καταφατικά επί του ως άνω ζητήματος, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με την από 13-11-2018 κλήση των αναιρεσειόντων.

ΙΙ. Με την υπό κρίση αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ, υπ' αριθ. 920/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 12.08.2010 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 2240/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την από 06.10.2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, η οποία πρωτοδίκως είχε γίνει, εν μέρει, δεκτή και είχαν υποχρεωθεί οι ήδη αναιρεσίβλητοι, λόγω παράνομης προσβολής της προσωπικότητας των πρώτων, με συκοφαντικά δημοσιεύματα, να καταβάλουν, εις ολόκληρον, στον καθένα τους (αναιρεσείοντες, ενάγοντες), το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της, εντεύθεν, ηθικής τους βλάβης, είχε απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά του δευτέρου ήδη αναιρεσίβλητου διάρκειας τριών μηνών και, τέλος, είχε διαταχθεί η καταχώρηση περίληψης της απόφασης αυτής, στην εφημερίδα τους, με απειλή, χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ, κατ' αμφοτέρων (ήδη αναιρεσίβλητων).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι, με τα παραπάνω άρθρα, η προσωπικότητα και, κατ' επέκταση, η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009). Αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Είναι δε τιμή η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία, που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του, για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.

Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας, στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και, γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2012, 1007/2010, 356/2010, 333/2010, ΑΠ 1599/2000).

Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά, ασφαλώς, ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 § 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία, έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.

Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρ. 14 §§ 1, 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρ. 25 §§ 3 του Συντάγματος).

Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν, ακριβώς, τα άρθρα 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία, δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος, με οποιονδήποτε τρόπο, ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.

Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης, που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος, που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει, επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και, συνεπώς, όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 179/2011, AΠ 333/2010, ΑΠ 1030/2009).

Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής, που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (άρθρ. 367 § 1 γ' ΠΚ), το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα, που συνδέονται με τη λειτουργία του, όπως προπάντων είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά και γενικότερα όσοι κάνουν χρήση του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων, σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.

Έτσι, είναι επιτρεπτά για τα πρόσωπα αυτά δημοσιεύματα προς ενημέρωση του κοινού, ακόμη και αν περιέχουν οξεία κριτική και δυσμενείς σε βάρος τους χαρακτηρισμούς (ΑΠ 1662/2005). Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό της άρσης του αδίκου της απλής δυσφήμησης δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 367 ΠΚ, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου, για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του (ΑΠ 488/2010, ΑΠ 1897/2006, ΑΠ 167/2000).

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 § 1 ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του, από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται, τελικώς, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησής του, από τον εναγόμενο, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (ΑΠ 521/2018, ΑΠ 387/2005).

Περαιτέρω κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση, για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη, που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρ. 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρ. 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρ. 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου.

Η παραπάνω διάταξη είναι σαφές ότι αναφέρεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, ο οποίος υποχρεούται, έτσι, σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου, η ευθύνη των οποίων, εφόσον βέβαια δεν ταυτίζονται ως πρόσωπα με τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις (ΑΠ 271/2012, ΑΠ 387/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Ενώ, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1351/2011).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "...Η εδρεύουσα στην Αθήνα εφεσίβλητη - ενάγουσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", συστήθηκε με την από 17-10-2004 πράξη σύστασης - καταστατικό και απέκτησε νομική προσωπικότητα με την καταχώριση αυτού νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Σκοπός της εταιρείας είναι η δημιουργία και ανάπτυξη ..., σε ακίνητο στην .... Πρόεδρος και διαχειριστής αυτής για αόριστο χρόνο ορίστηκε ο εφεσίβλητος - ενάγων Ι. Ν.. Με το από 30.5.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό των εταίρων, που επίσης έχει καταχωριστεί στα ανωτέρω αναφερόμενα βιβλία, τροποποιήθηκαν τα άρθρα 3 και 4 του πιο πάνω καταστατικού, που αφορούν το σκοπό και τις δραστηριότητες αυτής.

Έτσι, πλέον σκοπός της εφεσίβλητης - ενάγουσας εταιρείας είναι η παροχή υλικής, ψυχολογικής και κοινωνικής υποστήριξης στις πολύτεκνες οικογένειες που κατοικούν στις παραμεθόριες, ορεινές και νησιωτικές περιοχές της Ελλάδας, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στη δημιουργία ισότιμων ευκαιριών των μελών των πολύτεκνων οικογενειών στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Την Κυριακή ...6.2008 στο ... φύλλο της εβδομαδιαίας εφημερίδας "...", που εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα, ιδιοκτησίας και έκδοσης της πρώτης εκκαλούσας - εναγομένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", της οποίας γενικός διευθυντής και σύμβουλος έκδοσης είναι ο δεύτερος εκκαλών - εναγόμενος Γ.

Κ., δημοσιεύθηκε ανυπόγραφο άρθρο με τίτλο: "Με ακάλυπτες επιταγές ΜΚΟ "πλήρωνε" εργαζομένους", με υπότιτλο "για να φαίνεται ότι μισθοδοτούνται" κανονικά και να ... τσεπώνει τις επιχορηγήσεις - Ουδείς γνωρίζει που πάνε τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν από παράνομους εράνους υπέρ των...πολυτέκνων οικογενειών", και το ακόλουθο περιεχόμενο: "Όχι ΜΚΟ (Μη Κερδοσκοπικές Οργανώσεις) αλλά ΑΚΟ (Απόλυτα Κερδοσκοπικές Οργανώσεις), θα πρέπει να ονομαστούν ορισμένες από αυτές, που με το πρόσχημα ότι βοηθούν κάποιες τάξεις αναξιοπαθούντων συνανθρώπων μας, συγκεντρώνουν από κρατικούς και μη φορείς, αξιόλογα ποσά, τα οποία διαχειρίζονται όπως θέλουν, με γνώμονα το δικό τους όφελος και όχι εκείνων υπέρ οποίων συγκέντρωσαν τα χρήματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ΜΚΟ "...", της οποίας ο πρόεδρος καταγγέλλεται για ανεξέλεγκτη διάθεση των ποσών, που εισπράττει για τη στήριξη των πολύτεκνων οικογενειών και ανάρμοστη συμπεριφορά στη διαχείριση της εταιρείας από τους ίδιους τους εργαζομένους σ' αυτήν. Να σημειώσουμε ότι στο έντυπό της, η συγκεκριμένη οργάνωση παροτρύνει τους αναγνώστες να ενισχύσουν το φιλανθρωπικό της έργο και να βοηθήσουν τις πολύτεκνες οικογένειες της ακριτικής περιοχής, καταθέτοντας όποιο ποσό μπορούν σε έναν από τους τέσσερις τραπεζικούς λογαριασμούς που διαθέτει.

Επίσης, σε έντυπα ταχυδρομικών επιταγών που μοιράζει αφειδώς, παροτρύνει τους φιλάνθρωπους να διαθέσουν όποιο ποσό μπορούν για ενίσχυση των πολύτεκνων οικογενειών και επισημαίνει ότι, οι δωρεές εκπίπτουν από το φόρο εισοδήματος σαν ένα επιπλέον δέλεαρ για όσους τσιμπήσουν. Ένας από τους εργαζόμενους στη συγκεκριμένη ΜΚΟ καταγγέλλει αδιαφανή διαχείριση των χρημάτων που συγκεντρώνονται, όργιο κερδοσκοπίας με επιταγές χιλιάδων ευρώ που δίδονται στους εργαζόμενους για να φαίνονται έξοδα, οι οποίες όμως δεν πληρώνονται ποτέ και άλλα παρόμοια.

Επισημαίνουμε ότι, πέραν των άλλων, και ο έρανος που κάνει τόσο η συγκεκριμένη όσο και άλλες ΜΚΟ μέσω ταχυδρομικών επιταγών είναι παράνομος, ενώ και όλη η λειτουργία της δεν διεκδικεί δάφνες νομιμότητας, καθώς αρκετοί εργαζόμενοι, αν και επιδοτούνται από κοινοτικά προγράμματα, έμεναν απλήρωτοι, άλλοι απολύονταν πριν την ώρα τους και άλλοι, όταν διεκδικούσαν χρήματα, έπαιρναν την απάντηση ότι η εργασία στις ΜΚΟ είναι εθελοντική.

Ο ίδιος εργαζόμενος αναφέρει ότι η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη και ουδείς γνωρίζει που πηγαίνουν τα χρήματα που συγκεντρώνονται. Την καταγγελία αυτή την κάνει προς την Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής Συγχρηματοδοτούμενων Ενεργειών από το ΕΚΤ του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ενώ παράλληλα έχει καταφύγει προς την εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά του Ι.

Ν., προέδρου της ΜΚΟ "...", τον οποίο καταγγέλλει ότι τον "εξόφλησε" με ακάλυπτη επιταγή ύψους 13.000 ευρώ. Ουσιαστικά η επιταγή έμεινε απλήρωτη όχι επειδή ο λογαριασμός της ΜΚΟ δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια, αλλά επειδή υπήρχε εντολή του εκδότη της να μην πληρωθεί. Με τον τρόπο αυτό η ΜΚΟ φαίνεται ότι πλήρωσε τον εργαζόμενο με το ανωτέρω ποσό, χωρίς όμως να του έχει δώσει ποτέ χρήματα.

Τα παραπάνω αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου για όσα συμβαίνουν στις ΜΚΟ και έρχονται να επιβεβαιώσουν αυτά που έγραφε πριν από λίγους μήνες το "Π", ότι είναι επιτακτική ανάγκη όλα τα υπουργεία και οι υπηρεσίες που εμπλέκονται σε εγκρίσεις και χρηματοδοτήσεις τέτοιων οργανώσεων να περάσουν όλους τους σχετικούς φακέλους από κόσκινο.

Η κ. Π. το είχε υποσχεθεί. Τι απέγινε όμως η έρευνα που διατάχθηκε; Καρκινοβατεί προς ικανοποίηση των υπεράνω πάσης υποψίας τρωκτικών; Η φάμπρικα αυτή είναι φανερό ότι όζει και επιβάλλεται να τερματιστεί το συντομότερο, γιατί μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά και ότι πολλές φορές αποδείχθηκε ότι πίσω από τίτλους περί ευγενών και φιλάνθρωπων σκοπών κρύβονται επιτήδειοι απατεώνες.

Άμεση ενημέρωση, λοιπόν, για τα αποτελέσματα της έρευνας και ξεσκόνισμα όλων των ΜΚΟ, γιατί η κατάσταση δεν πάει άλλο>>. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι πριν την δημοσίευση του ανωτέρω άρθρου ο Ν. Φ., γεωπόνος, κατήγγειλε στην προαναφερόμενη εφημερίδα: α) ότι είχε προσληφθεί και εργάστηκε ως γεωπόνος στην εφεσίβλητη - ενάγουσα, η οποία, με σχετική σύμβαση που συνήψε με την Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής Συγχρηματοδοτούμενων Ενεργειών από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, είχε αναλάβει την εκτέλεση έργου με αντικείμενο "την προώθηση οργανικών καλλιεργειών και προϊόντων, για την προώθηση της απασχόλησης, της επιχειρηματικότητας και της αναβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος", β) ότι χάριν καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής του η εφεσίβλητη - ενάγουσα του παρέδωσε τραπεζική επιταγή η οποία ήταν ακάλυπτη, γ) ότι και άλλοι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν προβλήματα στις σχέσεις τους με την εφεσίβλητη - ενάγουσα (μη καταβολή αμοιβών, απολύσεις κλπ.), δ) ότι γίνονται παράνομοι έρανοι ε) ότι η διαχείριση των χρημάτων που εισπράττονται είναι αδιαφανής, γι' αυτό και έχει καταγγείλει τούτο προς την Ειδική Υπηρεσία Εφαρμογής Συγχρηματοδοτούμενων Ενεργειών από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας.

Προς επίρρωση των καταγγελιών αυτών επιδείχθηκαν από τον καταγγέλλοντα 1) η από 28.3.2003 με αριθμό ...70-3 τραπεζική επιταγή, ποσού 13.090 ευρώ, εκδόσεως της εφεσίβλητης - ενάγουσας, σε διαταγή του καταγγέλλοντος Ν. Φ., πληρωτέα από το λογαριασμό, που η τελευταία διατηρούσε στην "...", στο σώμα της οποίας υπήρχε η από 28.3.2008 βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας ότι δεν πληρώθηκε, λόγω ανακλήσεως με επαρκές υπόλοιπο, 2) η 4606/29.4.2008 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί σε βάρος της εφεσίβλητης - ενάγουσας, κατόπιν αιτήσεως του καταγγέλλοντος, με βάση την πιο πάνω επιταγή, 3) η από 12.4.2008 έγκληση σε βάρος της εφεσίβλητης - ενάγουσας για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, 4) η 1341/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αφενός αναγνωρίζεται ως άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του Δ.

Φ., εργαζόμενου στην εφεσίβλητη - ενάγουσα στα πλαίσια υλοποίησης του πιο πάνω αναφερόμενου έργου και αφετέρου υποχρεώνεται η εφεσίβλητη - ενάγουσα να του καταβάλει το ποσό των 20.157,60 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών και άδειας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, 5) αντίγραφο της 39726/20074/30.5.2008 καταγγελίας προς την ανωτέρω Αρχή, 6) "αντίγραφο της σελίδας που η εφεσίβλητη - ενάγουσα διατηρεί στο διαδίκτυο στο οποίο καλούνται οι πολίτες να ενισχύσουν το έργο της εφεσίβλητης - ενάγουσας με καταθέσεις ποσών σε ένα από τους έξι τραπεζικούς λογαριασμούς με την υπόμνηση ότι οι δωρεές εκπίπτουν από το φόρο εισοδήματος.

Επίσης αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη - ενάγουσα άσκησε κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής ανακοπή, με την οποία ζήτησε την ακύρωσή της και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να ανασταλεί η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής της. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 6187/16.7.2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, πιθανολογώντας ότι η εφεσίβλητη - ενάγουσα υπαναχώρησε από την συναφθείσα με τον Ν.

Φ. σύμβαση, λόγω της καθυστέρησης του τελευταίου στην έναρξη του έργου, καθώς και ότι του είχε παραδοθεί η ανωτέρω τραπεζική επιταγή χάριν προκαταβολής μέρους της αμοιβής, ανέστειλε την εκτέλεση της πιο πάνω διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής, η οποία όμως δεν εκδόθηκε, διότι η μεταξύ εφεσίβλητης - ενάγουσας και Ν.

Φ. διαφορά λύθηκε συμβιβαστικά, με τη σύνταξη του από 16.3.2009 "πρακτικού συμβιβασμού και κατάργησης δικών". Στο έγγραφο αυτό ο τελευταίος δηλώνει ότι ουδεμία απαίτηση διατηρεί σε βάρος της ενάγουσας - εφεσίβλητης, καθώς και ότι δεν θα παραστεί ως πολιτικώς εναγών κατά την εκδίκαση της προαναφερόμενης έγκλησης, καθόσον θεωρεί ότι η υποβολή της έγινε "συνεπεία εσφαλμένων εκτιμήσεων των πραγματικών περιστατικών".

Τέλος, αποδείχθηκε ότι με αφορμή την ανωτέρω καταγγελία διενεργήθηκε έλεγχος στην εφεσίβλητη - ενάγουσα από την προαναφερόμενη Αρχή και συντάχθηκε η 239/23.9.2008 έκθεση των X. Φ. και Β. Π.. Στην έκθεση αυτή οι ελεγκτές, μεταξύ άλλων, διαπίστωσαν ότι η εφεσίβλητη - ενάγουσα, που είχε αναλάβει να υλοποιήσει το πρόγραμμα "Δίκτυο Δράσης για την προώθηση οργανικών καλλιεργειών - προϊόντων, απασχόλησης - επιχειρηματικότητας και αναβάθμισης του περιβάλλοντος" στους Δήμους ..., το οποίο ήταν επιχορηγούμενο από κοινοτικά και κρατικά κονδύλια, ύψους 150.000 ευρώ, χωρίς προηγουμένως να έχει ασχοληθεί με οργανικές (βιολογικές) καλλιέργειες: 1) απασχολούσε από τρία έως πέντε άτομα, μεταξύ των οποίων και τον καταγγέλλοντα Ν.

Φ. και το Δ. Φ., προέβαινε σε συνεχείς αντικαταστάσεις προσωπικού με αποτέλεσμα κατά το τρίμηνο Ιουνίου - Αυγούστου 2007 τουλάχιστον δύο σχέδια δεν υλοποιούνταν, διότι το προσωπικό ήταν τριμελές. 2) ότι δεν υλοποίησε το πρόγραμμα σύμφωνα με τις προδιαγραφές, αφού υλοποιούσε αυτό στην έδρα της στην Αθήνα, διότι δεν προέβλεψε προσωπικό στα παραρτήματα των ΟΤΑ και κανένα από τα άτομα του προσωπικού δεν προερχόταν από τις περιοχές των Δήμων των σχεδίων, ούτε φαίνεται να μετέβη σε αυτούς, 3) ο συντονισμός των σχεδίων έγινε κεντρικά και όχι στους Δήμους των σχεδίων, 4) το έντυπο υλικό, που εκδόθηκε με χρηματοδότηση από το παραπάνω πρόγραμμα και η ιστοσελίδα που παρέπεμπε, δεν συνδέονταν με το συγκεκριμένο πρόγραμμα και 5) δαπάνες για αγορά επίπλων και εξοπλισμού και για αφισοκολλήσεις, που χρηματοδοτήθηκαν από το πρόγραμμα, δεν χρησιμοποιήθηκαν στους χώρους υλοποίησης των σχεδίων στους ΟΤΑ του προγράμματος.

Κατόπιν των ανωτέρω οι ελεγκτές έκριναν μη επιλέξιμο το ποσό της χρηματοδότησης των 60.000 ευρώ που είχε καταβληθεί μέχρι τότε στην εφεσίβλητη - εκκαλούσα και ότι "πρέπει να επιστραφεί ως αχρεωστήτως καταβληθέν". Με την 76685/6783/6.11.2008 απόφαση της Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας εγκρίθηκε η ανωτέρω έκθεση ελέγχου και διατάχθηκε η επιστροφή του ποσού των 60.000 ευρώ από την εφεσίβλητη - ενάγουσα.

Η ένσταση της εφεσίβλητης - ενάγουσας κατά της αμέσως ανωτέρω απόφασης απορρίφθηκε με την 9.16459/οικ 6.2318/15.9.2009 απόφαση της Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η εφεσίβλητη - ενάγουσα, άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26.10.2009 προσφυγή της, με την οποία ζητεί την ακύρωσή της, η οποία είναι εκκρεμής.

Από όσα παραπάνω αποδείχθηκαν συνάγεται ότι είναι αληθή, όσα αναφέρονται στο προαναφερόμενο δημοσίευμα σχετικά: α) με τη διενέργεια παράνομων εράνων και την αδιαφανή διαχείριση των ποσών που συγκεντρώνονται, αφού οι έρανοι δεν γίνονταν σύμφωνα με όσα ορίζει ο νόμος 5101/1931, ούτε αποδείχθηκε ότι τα εισπραττόμενα ποσά χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες των πολύτεκνων.

Η εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν προσκόμισε αποδεικτικά μέσα περί αυτού, ενώ η μάρτυράς της ουδέν κατέθεσε περί αυτού, το αντίθετο δε δεν μπορεί να συναχθεί από γεγονός ότι η εφεσίβλητη -ενάγουσα έχει βραβευθεί για την προσφορά της από την ένωση τριτέκνων. β) Με την ύπαρξη μισθολογικών διαφορών μεταξύ εργοδότη και τουλάχιστον δύο από τους πέντε εργαζόμενους, αλλά και την ύπαρξη διαφορών με τους εργαζόμενους γενικά, όπως τούτο συνάγεται από τις συνεχείς ανανεώσεις προσωπικού σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα, γ) Με την ανεξέλεγκτη διάθεση - κακοδιαχείριση των κονδυλίων, αφού αυτή διαπιστώθηκε και από τα αρμόδια κρατικά όργανα.

Από το συνολικό κείμενο του άρθρου προκύπτει ότι με αυτό ασκείται κριτική στις ΜΚΟ γενικώς, μεταξύ δε αυτών και στην εφεσίβλητη - ενάγουσα, αναγράφοντας ρητά ότι όσα αναφέρονται στη δράση της τελευταίας καταγγέλλονται από εργαζόμενο. Τα αναφερόμενα στον τίτλο και τον υπότιτλο του άρθρου περί πληρωμής των εργαζόμενων με ακάλυπτες επιταγές, δεν είναι αληθινά, πλην όμως ο συντάκτης του δημοσιεύματος κατά το χρόνο της δημοσίευσης (8.6.2008) καλόπιστα πίστευε ότι ήταν αληθινά, διότι ως μέσος συνετός δημοσιογράφος, πριν τη δημοσίευση θεώρησε ότι τα καταγγελθέντα ήταν αληθινά, ενόψει του ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα στοιχεία που είχε στα χέρια του, ήτοι αφενός τη σφραγισμένη επιταγή και τη διαταγή πληρωμής με δικαιούχο εργαζόμενο στην εφεσίβλητη - ενάγουσα και αφετέρου την έγκληση με παθόντα το ίδιο πρόσωπο, εύλογα πείσθηκε για την αλήθεια των καταγγελλόμενων και ακολούθως τα δημοσίευσε.

Λόγω της αλήθειας των ως άνω υπό στοιχεία α, β, γ, γεγονότων και της έλλειψης γνώσης του συντάκτη του δημοσιεύματος ως προς το αναληθές της πληρωμής με ακάλυπτες επιταγές, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του πρώτου εφεσιβλήτου - ενάγοντος εκ μέρους του συντάκτη του δημοσιεύματος, αλλά μόνο της απλής δυσφημήσεως αυτού.

Αντίθετα, όσον αφορά τη δεύτερη εφεσίβλητη - ενάγουσα, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε περί απλής δυσφημήσεως αυτής. Όμως, με όλα αυτά που περιλήφθηκαν στο παραπάνω δημοσίευμα προσβλήθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου η προσωπικότητα και των δύο εφεσιβλήτων - εναγόντων.

Ωστόσο, οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, αμυνόμενοι κατά της αγωγής, ισχυρίσθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίζονται δε και τώρα με την κρινομένη έφεσή τους και τις προτάσεις, τους ότι ο άδικος χαρακτήρας της πράξης τους αίρεται γιατί τα όσα παραπάνω ανέφερε στο άρθρο του ο δημοσιογράφος αυτός, που περιέχουν ειδήσεις και περιστατικά που μπορούν να μειώσουν την τιμή και την υπόληψη τόσο του εφεσιβλήτου - ενάγοντος φυσικού προσώπου, ως προέδρου και διαχειριστή της εφεσίβλητης - ενάγουσας, όσο και της τελευταίας τα ανέφερε, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Ο ισχυρισμός τους αυτός όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του 367 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αποδείχθηκε δε από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν είναι βάσιμος και ουσιαστικά. Πράγματι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν αποδείχθηκε, ότι όλα αυτά που ανέφερε παραπάνω στο άρθρο του ο δημοσιογράφος τα ανέφερε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, με σκοπό την πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού, σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των ΜΚΟ και ιδίως της εφεσίβλητης - ενάγουσας, που είχε επιχορηγηθεί και διαχειριζόταν κοινοτικά και κρατικά κονδύλια και όχι για να μειώσει την τιμή και την υπόληψη του εφεσιβλήτου - ενάγοντος.

Οι εκφράσεις δε, η κριτική και οι οξείς χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιήθηκαν, κρίνεται ότι είναι επιτρεπτοί, λόγω του προαναφερόμενου ενδιαφέροντος του κοινωνικού συνόλου για ενημέρωση σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των ΜΚΟ και ιδίως της εφεσίβλητης - ενάγουσας.

Συνεπώς, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας και των δυο εφεσιβλήτων -εναγόντων...Όσον αφορά τον πρώτο εφεσίβλητο - ενάγοντα, αυτός αμυνόμενος κατά της εφέσεως, ισχυρίζεται το πρώτον με τις προτάσεις του που υπέβαλε στο Δικαστήριο τούτο, προς απόκρουση της παραπάνω ενστάσεως των εκκαλούντων - εναγομένων ότι ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του δημοσιογράφου που δημοσίευσε το δημοσίευμα που αναφέρθηκε δεν αίρεται, γιατί από τον τρόπο της εκδηλώσεως αυτού και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη του προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως αυτού.

Ο ισχυρισμός του αυτός, είναι μεν νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ. και παραδεκτά προβάλλεται το πρώτο στο παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όμως, όπως αποδείχθηκε, είναι αβάσιμος ουσιαστικά. Πράγματι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι ο πιο πάνω δημοσιογράφος δεν είχε σκοπό εξυβρίσεως του πρώτου εφεσιβλήτου - ενάγοντος, αλλά την άσκηση εποικοδομητικής κριτικής με αιχμηρό τρόπο, γι' αυτό και πρέπει ν' απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός τους ως αβάσιμος ουσιαστικά...".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και, αφού δέχθηκε την εκ του άρθρου 367 παρ. 1 γ' ΠΚ ένσταση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την, από την παρ. 2 β' του ίδιου ως άνω άρθρου, αντένσταση των αναιρεσειόντων, απέρριψε, συνακόλουθα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη αγωγή.

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 361, 362, 363 και 367 παρ. 1 γ' και 2 β' του ΠΚ, και 1 του ν. 1178/1981 και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων, τις οποίες, έτσι, δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, πλήρως, το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα και ειδικότερα ότι:

α) η αδικοπραξία η οποία τελέσθηκε, με το επίμαχο δημοσίευμα, σε βάρος των αναιρεσειόντων, δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της συκοφαντικής, αλλά της απλής δυσφημήσεως, αφού τα αναφερόμενα σ' αυτό γεγονότα ήταν αληθή, πλην των αναφερομένων στον τίτλο και τον υπότιτλο του άρθρου, περί πληρωμής των εργαζόμενων με ακάλυπτες επιταγές, τα οποία, όμως, ο συντάκτης του δημοσιεύματος, κατά το χρόνο της δημοσίευσής του (8.6.2008), ως μέσος συνετός δημοσιογράφος, καλόπιστα πίστευε ότι ήταν αληθινά, διότι, πριν τη δημοσίευσή του, δεν βασίσθηκε μόνο στην αναφερόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση καταγγελία, αλλά επιπλέον και στα αναφερόμενα σ' αυτή (προσβαλλομένη) έγγραφα, τα οποία (έγγραφα) αυτός είχε λάβει στην κατοχή του.

β) Ο άδικος χαρακτήρας της ως άνω αδικοπραξίας αίρεται, κατά τη βάσιμη εκ του άρθρου 367 παρ. 1 γ' Π.Κ. σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων, διότι από τον τρόπο της εκδηλώσεως και τις περιστάσεις τελέσεως της ανωτέρω πράξεως, δεν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως του πρώτου αναιρεσείοντος, αφού οι αναιρεσίβλητοι, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, με το επίμαχο δημοσίευμα ενήργησαν, αποκλειστικώς, από το δικαιολογημένο, λόγω της κοινωνικής αποστολής του τύπου, ενδιαφέρον τους, για την υπεύθυνη ενημέρωση του κοινού, σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των ΜΚΟ, ιδίως δε της δεύτερης αναιρεσείουσας - ενάγουσας, που είχε επιχορηγηθεί και διαχειριζόταν κοινοτικά και κρατικά κονδύλια, ενώ όσα αναφέρονται σ' αυτό δεν υπερβαίνουν τα όρια του ενημερωτικού σκοπού του άρθρου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, αντίστοιχα, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τούτων, τυγχάνουν αβάσιμοι. Επιπροσθέτως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (αριθ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ), κατά τις λοιπές αιτιάσεις του και δη ότι το Εφετείο:

α) με το να δεχθεί ως αληθή γεγονότα τη διενέργεια, εκ μέρους της δεύτερης αναιρεσείουσας, παρανόμων εράνων και την αδιαφανή διαχείριση ποσών, τα οποία δεν κατέληγαν, κατά τον προορισμό τους, στη στήριξη των πολυτέκνων οικογενειών, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, αφού δεν αποδείχθηκε τούτο, αλλά το αντίθετο, β) με το να δεχθεί ότι: "από το συνολικό κείμενο του άρθρου προκύπτει ότι με αυτό ασκείται κριτική στις ΜΚΟ γενικώς, μεταξύ δε αυτών και στην αναιρεσείουσα, αναγράφοντας ρητά ότι όσα αναφέρονται στη δράση της τελευταίας καταγγέλλονται από εργαζόμενο", διέλαβε αντιφατική, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, αφού τόσο με τις προλογικές όσο και με τις καταληκτικές παρατηρήσεις του ο συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος βάλλει ευθέως εναντίον των αναιρεσειόντων και, γ) με το να δεχθεί ότι ο συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος ορθώς προέβη στη δημοσίευση αναληθών ειδήσεων, χωρίς να ερευνήσει αν, προηγουμένως, αυτός είχε ελέγξει και διασταυρώσει τις σχετικές πληροφορίες του, μη νόμιμα και πάντως ανεπαρκώς αιτιολόγησε την προσβαλλομένη απόφασή του, λαμβανομένων υπόψη ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων ανασκεύασε, μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, την καταγγελία του και την από 12-4-2008 έγκληση και δήλωσε στο πρακτικό συμβιβασμού ότι η υποβολή της καταγγελίας του έγινε "συνεπεία εσφαλμένων εκτιμήσεων των πραγματικών περιστατικών", ότι ένα μήνα μετά το δημοσίευμα (16-7-2008) εκδόθηκε απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί ασφαλιστικών μέτρων της δεύτερης αναιρεσείουσας, που πιθανολογούσε τη μη πληρωμή του καταγγέλλοντος "λόγω καθυστέρησης του τελευταίου στην έναρξη του έργου και ότι του είχε παραδοθεί η κρίσιμη επιταγή χάριν προκαταβολής μέρους της αμοιβής", κρίνεται απαράδεκτος.

Και τούτο διότι, όλες οι ως άνω αιτιάσεις σχετίζονται με τις, αναιρετικά ανέλεγκτες, ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, αναφορικά με ορισμένα, επί μέρους, πραγματικά περιστατικά, ανάγονται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων και αφορούν σε θέματα, που δεν συνιστούν, καθ' εαυτά, "ζητήματα" υπό την εκτεθείσα έννοια.

ΙV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες. Τέλος, στην προκειμένη περίπτωση, δεν γίνεται λόγος, περί δικαστικών εξόδων, αφού οι αναιρεσίβλητοι, που νίκησαν, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρα 106 εδ. α', 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04/02/2015 αίτηση, για αναίρεση της 920/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε για την άσκηση της ως άνω αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2020.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ