Legislator Case Law & Legislation
292/2016 AI generated

292/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 292/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 292 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

292/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 292 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
water rights concession lack of standing of owner rights of landowner transfer of milk quotas standing against building permit breach of maintenance obligation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 292 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 292/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Δήμα

Των αναιρεσίβλητων:1) Μ. χας Π. Κ., 2) Α. Κ. του Π., 3) Σ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Βρακατσέλη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-6-2006, και 23-4-2007 αγωγές των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας.

Εκδόθηκε η απόφαση: 290/2008 μη οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, που διέταξε την αναβολή της συζήτησης. Επανήλθαν προς συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας και συνεκδικάστηκαν με τις από 12-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος η από 17-12-2010 αγωγή - κύρια παρέμβαση προσώπου μη μετέχοντος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 55/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 10-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αντίδικοι στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ ΑΠ 24/2003). Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει τη δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό κατάσταση της ζημίας δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσας και ολοκληρωθείσας πράξης του δράστη, από την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατήρησης και μη άρσης της τελευταίας, γεννάται δε καθόλο το χρονικό διάστημα που εκείνη διαρκεί και όχι άπαξ με την τέλεση της πράξης, με την οποία η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε. Επομένως η κατά το άρθρο 937 Α.Κ. πενταετής, ως άνω, παραγραφή της αξίωσης του ζημιωθέντος-προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από την διατήρηση της κατάστασης αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από το χρονικό σημείο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής συμπεριφοράς του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα που εξακολουθεί να υφίσταται η προαναφερόμενη κατάσταση και να προκαλεί ζημία σ’ εκείνον (ΑΠ 1604/2014, ΑΠ 1730/2010, ΑΠ 832/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Αν το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Το έτος 1962 ο πατέρας του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) Α. Κ. και Κ. Κ., Δ. Π. Κ., Θ. Κ. και Χ. Κ. προέβησαν από κοινού στην κατασκευή γεωτρήσεως που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας Κοινότητας ... της Βόνιτσας και μάλιστα εντός κτήματος εκτάσεως ενός (1) στρέμματος περίπου που ανήκει στον Π. Κ. με χρήματα που προήρχοντο από δανεισμό από την Αγροτική Τράπεζα για την άρδευση των κτημάτων τους. Ταυτόχρονα με την κατασκευή της παραπάνω γεώτρησης κατασκευάστηκε αγωγός σε σωλήνες, για τη μεταφορά του εν λόγω νερού στα κτήματα... Η γεώτρηση αυτή ανήκε από κοινού σε όλους τους κατασκευαστές και μάλιστα κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου, το δε νερό αυτής εχρησιμοποιείτο από όλους τους συννομείς για την άρδευση των κτημάτων τους με τη σειρά που όρισαν και σε τακτά και ίσα χρονικά διαστήματα ο καθένας... Κατά το έτος 1972 απεβίωσε ο Α. Κ. χωρίς διαθήκη και το δικαίωμα νομής του στη γεώτρηση κατά το ποσοστό του 1/5 εξ αδιαιρέτου περιήλθε στα τέκνα αυτού δηλαδή στον ενάγοντα, στο δικαιοπάροχο των εναγόμενων Π. Κ., Δ. Κ. και Κ. Κ., οι οποίοι από τον ως άνω χρόνο του θανάτου του πατέρα τους ερύθμισαν και τη χρήση του ανήκοντος σ’ αυτούς μεριδίου επί του νερού της γεωτρήσεως και ορίστηκε ότι οι εκ των αδελφών Κ. Κ. και για τον εαυτό της και για λογαριασμό του ενάγοντος αδελφού της, ο οποίος διέμενε στην Αθήνα και δεν ασχολείτο με γεωργικές εργασίες, θα χρησιμοποιούσε και κατά το μερίδιο αυτού της γεώτρηση, ο δε δικαιοπάροχος των εναγομένων το μερίδιο του κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του νερού. Έκτοτε αυτή χρησιμοποιούσε το νερό της γεωτρήσεως για την άρδευση των ιδίων αυτής κτημάτων και του αδελφού της, αλλά και των κτημάτων του Δ. Κ., τα οποία είχε μισθώσει απ’ αυτόν, ευρισκόμενη έτσι στη νομή της κοινής γεωτρήσεως. Στη συνέχεια δυνάμει του με αριθμ. .../1980 διανεμητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Βόνιτσας Γλυκερίας Αποστολοπούλου - Διακογιάννη ο ενάγων και τα αδέλφια του Κ. Κ., Δ. Κ. και ο αποβιώσας το έτος 1995 Π. Κ. (δικαιοπάροχος των εναγομένων) διένειμαν την εξ αδιαιρέτου ακίνητη κληνομιαία περιουσία μεταξύ της οποίας περιελαμβάνετο και ο κείμενος στη θέση "..." ... Βόνιτσας ποτιστικός αγρός εκτάσεως 32 στρεμμάτων. Από την διανομή ο ενάγων έλαβε τμήμα γης εμβαδού 9.353 τ.μ. που συνορεύει... Ο κληρονομούμενος Α. Κ., κύριος του διανεμηθέντος αγρού είχε δικαίωμα δουλείας αντλήσεως ύδατος από την εν λόγω γεώτρηση. Επομένως αφού διαιρέθηκε το δεσπόζον ακίνητο η δουλεία αντλήσεως ύδατος εξακολουθεί να υπάρχει ακέραια και αδιαίρετη, για κάθε ένα από τα μέρη του δεσπόζοντος που προέκυψαν από τη διαίρεση. Αυτό σημαίνει ότι ο ενάγων ως κύριος μέρους του δεσπόζοντος μπορεί να ασκεί στο ακέραιο τη δουλεία και ο κύριος του δουλεύοντος υποχρεώνεται να ανέχεται την άσκηση της δουλείας στο ακέραιο από κάθε κύριο των διαφόρων μερών στα οποία διαιρέθηκε το δεσπόζον. Οι εναγόμενοι οι οποίοι είναι, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π. Κ. κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 ο καθένας από τους λοιπούς ισχυρίζονται ότι ο ενάγων ποτέ δεν εγκαταστάθηκε στη νομή της γεωτρήσεως διότι ο Α. Κ., όταν ζούσε, είχε μοιράσει άτυπα την περιουσία στα τέκνα του και ολόκληρο το δικαίωμα του επί της γεωτρήσεως είχε λάβει ο δικαιοπάροχος τους. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ο Α. Κ. πέθανε χωρίς διαθήκη και οι κληρονόμοι εγκαταστάθηκαν στη νομή (έστω και χωρίς διαθήκη) έστω και χωρίς να έλθουν σε επαφή με το πράγμα. Ισχυρίζονται ακόμη ότι ο ενάγων απώλεσε τη νομή διότι αδιαφόρησε για τη γεώτρηση και αποξενώθηκε τελείως απ’ αυτήν. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η Κ. Κ. ενεργούσε και για λογαριασμό του ενάγοντος - εκκαλούντος και ασκούσε δικαίωμα του επί της γεωτρήσεως, δηλαδή πότιζε τα κτήματα που καλλιεργούσε και χορηγούσε αντί αμοιβής νερό σε άλλους. Ισχυρίζονται ακόμη ότι μόνο ο δικαιοπάροχος τους Π. Κ. είχε την επιμέλεια για τη συντήρηση και καλή λειτουργία της γεωτρήσεως όσον αφορά το δικαίωμα αντλήσεως ύδατος που εκληρονομήθη δηλαδή το 1/5 εξ αδιαιρέτου, ότι αυτός με δικά του αποκλειστικά έξοδα αντικατέστησε τους σωλήνες το έτος 1976-1977 και ότι με αυτή την ενέργεια έκανε γνωστό και στον αδελφό του ενάγοντα - συγκληρονόμο του ότι νέμονταν αποκλειστικά για τον εαυτό του το δικαίωμα του αποβιώσαντος πατέρα τους. Πράγματι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων με δικά του έξοδα αντικατέστησε τους σωλήνες το έτος 1976. Όμως η ενέργεια του αυτή δεν θεωρείται ότι επέχει θέση δηλώσεως περί αποκλειστικής νομής του κοινού πράγματος απ’ αυτόν και ότι έγινε στα πλαίσια των αγαθών αδελφικών σχέσεων που υπήρχαν τότε, ενώ αργότερα όταν οι σχέσεις αυτές διαταράχθηκαν ο ενάγων προσέφυγε στις αρμόδιες αρχές (αγρονομείο Βόνιτσας) και στα πολιτικά δικαστήρια για την υπεράσπιση των συμφερόντων του. Αυτό δεν ανάψει το δικαίωμα αντλήσεως ύδατος του ενάγοντος αλλά απλά θεμελιώνει αξίωση των εναγομένων για την καταβολή των δαπανών, που αναλογούν στη μερίδα του... Ο ενάγων όταν έλαβε στη νομή και κατοχή του τον ως άνω αγρό εκτάσεως 9.353 τ.μ. και γνωρίζοντας ότι έχει το εξ υπαρχής εξ αδιαιρέτου δικαίωμα επί της γεωτρήσεως και του αντλούμενου ύδατος φύτεψε μεταξύ άλλων δένδρων και 148 ελαιόδενδρα. Πλην όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν το γεγονός ότι έχει δικαίωμα επί της γεωτρήσεως και τον εμπόδισαν να ποτίσει τα εντός αυτού ελαιόδενδρα από τη γεώτρηση με βάνα και τον αγωγό αυτής ως συνδικαιούχος χρήσεως με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία. Άσκησε την από 12-3-2002 (με αυξ. αριθ. κατ. …/2002) αγωγή αποζημιώσεως, που αφορούσε το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως το έτος 2002. Με την 444/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε μετά την άσκηση εφέσεως κατά της με αριθ. 159/2003 απορριπτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος, αφού κρίθηκε ότι ο ενάγων, υπέστη ζημία κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής.

Συνεπώς με την ανωτέρω με αριθ. 444/2005 τελεσίδικη (μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης 153/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος) και αμετάκλητη απόφαση (αφού η αίτηση αναιρέσεως των εναγομένων απορρίφθηκε με τη με αριθ. 1703/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου) κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων είχε αποκτήσει δουλεία αντλήσεως ύδατος και βεβαιώθηκε τελεσίδικα η αξίωση αποζημιώσεως αυτού κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 μέχρι το έτος 2002 ήτοι κατά τις ελαιοκομικές περιόδους των ετών 1996-1997 έως 2001-2002. Το δεδικασμένο επεκτείνεται και στην προταθείσα ένσταση παραγραφής της αξιώσεως αποζημιώσεως του ενάγοντος για την πριν την άσκηση της από 12-3-2002 αγωγής πενταετία. Η ως άνω τελεσίδικη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30-5-2005. Με τις ένδικες αγωγές ζητεί αποζημίωση για την ζημία την οποία υπέστη κατά τη χρονική περίοδο 2002-2006 και 2006-2010. Οι εναγόμενοι προέβαλαν αορίστως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της αξιώσεως του ενάγοντος. Η ένσταση αυτή ήταν αόριστη, αφού δεν εξέθεταν πότε ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και των υπόχρεων προς αποζημίωση. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε σιγή την ένσταση αυτή. Με τον τρίτο λόγο της ενδίκου εφέσεως αυτών παραπονούνται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κατ’ εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, αφού από τον χρόνο κατά τον οποίο ο ενάγων έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξεως αυτών οι οποίοι από το έτος 1988 παρεμπόδισαν αυτόν στην άντληση ύδατος μέχρι και σήμερα (χρόνο ασκήσεως των ενδίκων αγωγών) περιήλθε χρόνος περισσότερος της πενταετίας. Η ένσταση αυτή η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη (άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α’ ΑΚ) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία. Η ανωτέρω με αριθ. 444/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών επί της από 12-3-2002 αγωγής δημοσιεύτηκε , όπως αναφέρθηκε, στις 30 Μαΐου 2005 ήτοι μετά την παρέλευση πενταετίας από το χρόνο γνώσεως των πρώτων επιζήμιων επιπτώσεων της πράξεως των εναγομένων, που ήταν σύμφωνα με την απόφαση αυτή το έτος 1997 (πέρας της περιόδου καλλιέργειας και συγκομιδής 1996-1997, η οποία περίοδος διαρκεί κατά κανόνα μέχρι το τέλος Μαρτίου). Οι ένδικες αγωγές ασκήθηκαν: α) Η από 26-6-2006 την 1η-9-2006 (βλ. τις με αριθ. .../1-9-2007 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λευκάδος Γ. Τ.) και β) Η από 12-2-2012 (αντί του ορθού 2010) στις 26-7-2010 (βλ. τις με αριθ. .../26-7-2010 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου Δικαστικού Επιμελητή).

Συνεπώς η αρχική από 12-3-2002 αγωγή, που ασκήθηκε για μέρος μόνο της αξιώσεως αποζημιώσεως ήτοι των επιδόσεων [αντί του ορθού περιόδων] 1996-1997, 1997-1998, 1998-1999, 1999-2000, 2000-2001 και 2001-2002, δεν επέφερε διακοπή της πενταετούς παραγραφής, που είχε αρχίσει πριν από την άσκηση της και ως προς το μέρος της αξιώσεως αυτού για τη ζημία του περαιτέρω χρόνου 2002 έως 2006 και 2006 έως 2010, που ήταν προβλεπτή, ως προς τον οποίο (μεταγενέστερο χρονικό διάστημα) είχε ήδη συμπληρωθεί η παραγραφή πριν την άσκηση των ενδίκων αγωγών και πριν την δημοσίευση της με αριθ. 444/30-5-2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και συγκεκριμένα συμπληρώθηκε στο τέλος Μαρτίου 2002, που είναι και τέλος της ελαιοκομικής περιόδου 2001-2002. Επομένως έπρεπε να απορριφθούν οι ένδικες αγωγές λόγω παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων αποζημιώσεως του ενάγοντος δεκτής καθιστάμενης της ενστάσεως παραγραφής των εναγομένων ως βάσιμης και κατ’ ουσία". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εξαφανίζοντας εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και απορρίπτοντας στη συνέχεια τις σχετικές από 16-6-2006 και 12-2-2010 αγωγές του αναιρεσείοντος, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, αφού στην ένδικη περίπτωση πρόκειται για ζημιογόνο κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε, διετηρείτο και δεν ήρετο από τους αναιρεσίβλητους, με συνέπεια να προκαλείται στον αναιρεσείοντα ζημία για όσο χρονικό διάστημα, εξαιτίας της συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, διαρκούσε η κατάσταση αυτή. Έτσι η παραγραφή της απαίτησης προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος δεν αρχίζει από τότε που εκείνος έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς, από την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα αναφερόμενα στις αγωγές του μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία εξακολουθούσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία στον τελευταίο. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.

Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τις από 16-6-2006 και 12-2-2010 αγωγές του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 55/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας κατά το μέρος που αφορά τις από 16-6-2006 και 12-2-2010 αγωγές του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ