Legislator Case Law & Legislation
292/2015 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal, remanded damages claim while rejecting procedural arguments.

Case Number 292/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of First Instance's decision, remanding the case for further proceedings on the damages claim. The appellant argued that the lower court erred in dismissing their claim for moral damages due to the long-standing litigation and breach of a settlement agreement. The court found the third ground of appeal valid regarding the breach of contract but deemed the damages claim itself unlawful, thus remanding it while rejecting the procedural arguments.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 K.Pol.D.; Art. 580 § 3 K.Pol.D.; The Supreme Court may remand a case for further examination when the appeal is based on grounds other than those listed in paragraphs 1 and 2 of Article 562, provided no further clarification is needed.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance remand for further examination breach of settlement agreement moral damages claim procedural admissibility court costs allocation civil procedure law

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 K.Pol.D.
Art. 580 § 3 K.Pol.D.
Art. 178 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 292 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 292/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΕΓΑΣΗΣ Α.Ε." και τον δ.τ. "ΔΕΠΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές αυτής, καθόσον έχει λυθεί και τελεί υπό εκκαθάριση,το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντζελίνα Κουτσούγερα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνη Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1878/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3979/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-4-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος, ανέγνωσε την από 9-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρώτου και δεύτερου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή του τρίτου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, Ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η oποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειoς Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στη περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (βλ. ΑΠ 306/99, ΑΠ 1231/95). Ενόψει αυτών οι λόγοι αναίρεσης (1ος και 2ος) λόγος) που αναφέρονται σε πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, ότι η ένδικη αγωγή έπρεπε ν'απορριφθεί ως μη νόμιμη τόσο ως προς το κύριο αίτημά της (καταβολή νόμιμης αποζημίωσης λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσης) όσο και ως προς το παρεπόμενο (καταβολή τόκων υπερημερίας), είναι απαράδεκτοι και πρέπει, κατά τα προαναφερόμενα ν'απορριφθούν.

Ειδικότερα, η εναγόμενη - αναιρεσείουσα (δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα) ισχυρίζεται το πρώτον στο αναιρετήριο ότι η αιτούμενη αποζημίωση του αποχωρούντος, λόγω συνταξιοδότησης, ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, υπερβαίνει το όριο των 15.000 €, που ορίζουν οι Ν. 173/67, 618/70 (όπως το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 21 § 13 του Ν. 3144/2003).

Πλην, όμως, η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει τον χρόνο και τρόπο πρότασής του θεμελιωτικό του λόγου αυτού αναιρέσεως ισχυρισμού στα δικαστήρια ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτοί και νόμιμοι οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης αφού δεν συντρέχει η εξαιρετική περίπτωση του ΚΠολΔ άρθρ. 562 § 2 σε κάθε δε περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της εφέσεως της αναιρεσείουσας και των προτάσεων τις οποίες η τελευταία κατέθεσε ως εφεσίβλητη προκύπτει ότι αντίστοιχου περιεχομένου ισχυρισμού της δεν προσβλήθηκαν.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.

έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27-28/1998). Περαιτέρω, από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι για την γέννηση ευθύνης προς αποζημίωση η χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία πρέπει να υπάρχει α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας και γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ενός και της ζημίας του άλλου.

Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου - όπως είναι και το άρθρο 919 ΑΚ, εφόσον συντρέχει αντίθεση στα χρηστά ήθη και πρόθεση βλάβης - είτε από την αρχή της καλής πίστεως, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος.

Έτσι αδικοπρακτική ευθύνη, κατά τα άρθρα 914 επ. ΑΚ, γεννιέται. όταν το ζημιογόνο γεγονός είναι ανεξάρτητο από προηγούμενη υποχρέωση και μπορεί να προέλθει από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος με παράνομη πράξη ή παράλειψη του προσβάλλει απόλυτο δικαίωμα του προσώπου, που ζημιώθηκε. Αν, αντίθετα, η πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε την ζημία δεν είναι καθ' εαυτή παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρεώσεως, που έχει ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη, συνισταμένη στο διαφέρον, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση (υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κ,λ.π.).

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ προκύπτει, ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ). Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά την γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Ενόψει, όμως, του ότι ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, τότε μόνο μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 919 του ΑΚ, όταν και χωρίς την συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, μόνη η από τον ένα των συμβαλλομένων αθέτηση κάποιας από την σύμβαση υποχρεώσεως, που ανέλαβε έναντι του άλλου, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημιώσεως κατά το προαναφερόμενο άρθρο του ΑΚ. (βλ.

ΑΠ. 997/2012, ΑΠ 1801/2001). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος (πολιτικός μηχανικός) εργαζόταν από το 1977, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη - αναιρεσείουσα (δημόσια επιχείρηση). Ότι την 1-2-2005 υπέβαλε στην τελευταία αίτηση για λύση της συμβάσεως εργασίας, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπό του των όρων λήψης συντάξεως γήρατος.

Ότι με απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης - αναιρεσείουσας (14-2-07) έγινε δεκτή η αίτησή του και επιπλέον, αποφασίστηκε να περατωθεί συμβιβαστικά η μεταξύ τους μακροχρόνια αντιδικία που αφορούσε άλλες διαφορές (καταβολή μισθών υπερημερίας στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο για τα αναφερόμενα σ'αυτήν χρονικά διαστήματα).

Ότι, για το σκοπό αυτό και προς οριστική διευθέτηση των μεταξύ τους οικονομικών εκκρεμοτήτων, καταρτίστηκε το από 5-3-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο, μετά από εκκαθάριση των εκατέρωθεν ληξιπροθέσμων απαιτήσεώς τους, καθορίστηκε ότι η οφειλόμενη στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο νόμιμη αποζημίωση ανέρχεται στο ποσό των 39.709,47 € και ότι παραιτούνται αμοιβαία από κάθε μελλοντική αξίωση.

Ότι, ωστόσο, παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις των αρμοδίων εκπροσώπων της εναγομένης - αναιρεσείουσας ότι θα του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, ουδέν ποσό έλαβε μέχρι του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής (24-3-2008). Ενόψει αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλήτος εδικαιούτο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, σε συνδυασμό και με την δικαστική δικαίωσή του, αφού με αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (830/1998) απαλλάχθηκε από κάθε εναντίον του εκκρεμούσα κατηγορία (χωρίς να προσδιορίζονται όμως οι αποδιδόμενες σ'αυτόν κατηγορίες και τα σχετικά με αυτές περιστατικά).

Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα, αν και βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε οικονομική δυσχέρεια, ωστόσο της έχουν αποδοθεί διάφορα ποσά από το Ελληνικό Δημόσιο, επαρκή για να καλύψουν τις απαιτήσεις των εργαζομένων της, έχει δε καταβάλει τις νόμιμες αποζημιώσεις άλλων εργαζομένων, έστω και μερικά, παρά το γεγονός ότι αποχώρησαν αργότερα από την υπηρεσία σε σχέση με τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα, εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφορά της εναγομένης - αναιρεσείουσας, να προσβληθεί το επιστημονικό και επαγγελματικό του κύρος και η εν γένει προσωπικότητά του και να προξενηθεί σ'αυτόν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας καθόρισε στο ποσό των 1000 ευρώ.

Με τις παραδοχές αυτές, όμως, το Εφετείο παραβίασε τις πιο πάνω νομικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Και τούτο γιατί, τα πιο πάνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά από μέρους των αρμοδίων εκπροσώπων της εναγομένης - αναιρεσείουσας προς τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, ώστε να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Πολύ περισσότερο, μάλιστα, λόγω της εκτιθέμενης πολύχρονης αντιδικίας των διαδίκων (σε αστικό και ποινικό επίπεδο), με εκατέρωθεν αξιώσεις, που οδήγησαν στην κατάρτιση του προαναφερομένου συμφωνητικού, με το οποίο επιλύθηκαν συμβιβαστικά οι διαφορές τους και συμφωνήθηκε το ποσό της υπολειπόμενης διαφοράς αποζημίωσης στον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο.

Μόνη δε η αθέτηση της υποχρέωσης αυτής από την πιο πάνω σύμβαση (ιδιωτικό συμφωνητικό) από μέρους της εναγομένης - αναιρεσείουσας δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, ώστε να θεμελιώνεται και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης υπέρ του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου. Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ'ορθή εκτίμηση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει κατά το κεφάλαιο τούτο (χρηματικής ικανοποίησης) ως και εκείνο των δικαστικών εξόδων δοθέντος ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί η αναλογία τους στο αναιρούμενο μέρος ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

ΙΙΙ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο 'Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, που συμπίπτουν με τις παραδοχές του Εφετείου, η απαίτηση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο (χρηματικής ικανοποίησης), δεν είναι νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Συνακόλουθα, ως προς το κεφάλαιο αυτό, δεν υφίσταται στάδιο περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης και επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο και απορριφθεί η αγωγή ως προς το αιτούμενο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης. Τέλος, πρέπει, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρο 178 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την από 3979/2012 του Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, ως και εκείνο περί δικαστικών εξόδων.

Διακρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.

Δέχεται κατ'ουσία την έφεση ως προς το πιο πάνω κεφάλαιο.

Εξαφανίζει κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση 1878/209 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς το πιο πάνω κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης.

Καταδικάζει την εναγόμενη εφεσίβλητη - εκκαλούσα αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσίβλητου - αναιρεσίβλητου, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500,00) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ