Legislator Case Law & Legislation
292/2011 AI generated

292/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 292/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 292 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 292/2011

Legislator headnote

AI generated

292/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 292 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 292/2011

Keywords

AI generated
unfit notwithstanding health condition claimant of disability benefits claimant entitlement attorney's illness claimant disability degree multiple sclerosis patient
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 292 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 292/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Ε. Σ., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σπινάσα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Α.1)Χ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 2 α) Χ. Μ. του Β., κατοίκου ... Β) Β. Μ. του Χ., κατοίκου ... Γ)Α. συζ. Κ. Β., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., ως καθολικών διαδόχων της αποβιωσάσης την 2-10-1997 Ε. συζ. Χ. Μ., το γένος Γ. Χ., κατοίκου εν ζωή …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των Αικατερίνη Σκαρμούτσου και Γρηγόριο Μέντη, που δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή της Σ. χας Κ. Γ. το γένος Τάσου Δήμου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 186/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της ως και τους από 14 Μαΐου 2009 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 22 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με τους προσθέτους αυτής λόγους.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1695 αριθ. 3 Α.Κ. όπως ίσχυσε πριν τη κατάργησή του με το άρθρο 13 του ν. 2447/1996 και έχει εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση οι κληρονόμοι προσώπου που πέθανε μπορούν να προσβάλουν για φρενοβλάβεια τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν απ' αυτόν ή προς αυτόν όταν η απόδειξη της φρενοβλάβειας προκύπτει από την ίδια την δικαιοπραξία που προσβάλλεται. Η ρύθμιση αυτή που αφορά μόνο τη προσβολή των μη χαριστικών δικαιοπραξιών από τους κληρονόμους, αποτελούσε απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 131 του Α.Κ. όπως και τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον ίδιο ν. 2447/1996 σύμφωνα με τον οποίο κανόνα οι δηλώσεις βούλησης προσώπου που δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια (ταυτόσημη η έννοια της φρενοβλάβειας του άρθρου 1695) είναι άκυρες, ακυρότητα την οποία μπορούσε να την επικαλεστεί όποιος είχε άμεσο έννομο συμφέρον. Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Εξετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: Η Λ. Γ. γεννήθηκε το έτος 1908, στη ... και απεβίωσε στις 2-4-1994, στη Λαμία, από καρδιακή αναπνευστική ανεπάρκεια - καρδιακή ανακοπή. Κατοικούσε εν ζωή στη …, σε ιδιόκτητη ισόγεια κατοικία, κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 183,50 τμ, επί της οδού … 14η πάροδος, αριθμός 11, στη συνοικία …, στη θέση "…". Ήταν άγαμη, χωρίς τέκνα και ζούσε μόνη. Από το έτος 1973 ελάμβανε σύνταξη από τον ΟΓΑ, ενώ κατά τα έτη 1982 μέχρι 1987 είχε αναλάβει τη φύλαξη των δύο ανήλικων τέκνων της οικογένειας Σ., προκειμένου να συμπληρώσει τα εισοδήματά της. Το έτος 1981 προέβη σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και σε δωρεά εν ζωή του πρώτου ορόφου σε αέρινη στήλη πάνω από την ισόγεια κατοικία της, καθώς και του δεύτερου ορόφου σε αέρινη στήλη, στην ανεψιά της, Α. Σ., κόρη της αρχικής ενάγουσας και στο σύζυγό της Ε. Σ., (βλ. υπ' αριθμ. …/1981 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και σύμβαση συστάσεως δωρεάς εν ζωή ακινήτου του συμβ/φου Λαμίας Νικολάου Ταξιαρχόπουλου), οι οποίοι μετά ταύτα επεξέτειναν καθ' ύψος την οικοδομή, κατασκευάζοντας πρώτο και δεύτερο όροφο. Ότι η Λ. Γ. με την υπ' αριθμ. …/3-6-1969 δημόσια διαθήκη της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβ/φου Λαμίας Χρίστου Σκαργιώτη, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την αρχική ενάγουσα, επ' ανεψιό νύμφη της, Σ. συζ. Κ. Γ.. Στη συνέχεια στις 26-10-1987, η Λ. Γ., με την υπ' αριθμ. …/26-10-1987 δημόσια διαθήκη της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβ/φου Λαμίας Γεωργίου Φραγκάκη, ανακάλεσε την προγενέστερη διαθήκη της και συνέταξε νέα, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τους Γ. Γ., Α. συζ. Γ. Γ., Κ. Γ. και Χ. Γ., κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστο, η οποία όμως διαθήκη ακυρώθηκε αμετάκλητα, με την υπ' αριθμ. 183/1995 απόφαση τον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε μετά από αγωγή της αρχικής ενάγουσας, Σ. Γ., ερήμην των εναγομένων νέων κληρονόμων. Έτσι με την ως άνω προγενέστερη διαθήκη της Λ. Γ., η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 64/15-4-1994 πρακτικό δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η Σ. Γ., (αρχική ενάγουσα) κατέστη μοναδική κληρονόμος της και μετά το θάνατο αυτής, στις 1-7-2000, η κόρη της Α. συζ. Ε. Σ., δυνάμει της από 15-3-1997 ιδιόγραφης διαθήκης της Σ. Γ., η οποία, δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. 335/2000 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και κηρύχτηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 493/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Το έτος 1987 η Α. Σ. και ο σύζυγός της, Ε. Σ., εγκαταστάθηκαν στην κατοικία, (μεζονέτα), που είχαν οικοδομήσει πάνω από την ισόγεια κατοικία της Λ. Γ., όπου έκτοτε κατοικούν. Στο πίσω διαμέρισμα της ισόγειας κατοικίας της Λ. Γ., το οποίο κατασκευάστηκε το έτος 1981 ως συνεχόμενο κτίσμα του πρώτου διαμερίσματος, που υπήρχε από το έτος 1960, κατοίκησαν από τον Οκτώβριο τον 1988 μέχρι το Μάιο του 1990, οι γονείς του συζύγου της Α. Σ., (πεθερικά της), στη συνέχεια δε από το φθινόπωρο του 1990 μέχρι την 30-4-1994, η Λ. Γ.. το εκμίσθωσε στον Γ. Π., αντί μηνιαίου μισθώματος 10.000 δραχμών. Στις 20-9-1993, μέ το υπ' αριθμ. …/20-91993 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβ/φου Λαμίας Ελένης Νάκη - Ζαλίκη, η Λ. Γ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Χ. Μ. και τη σύζυγό του Ε. Μ., (της οποίας μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι οι λοιποί εναγόμενοι), κατ' ισομοιρίαν και κατά ψιλή κυριότητα, τα δύο ισόγεια διαμερίσματά της, ήτοι 1) το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, που αποτελείται από 2 δωμάτια, κουζίνα και χολ και συνορεύει ανατολικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, βόρεια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, νότια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και δυτικά με διαμέρισμα ιδιοκτησίας της, έχοντας επιφάνεια 37,86 Μ2, ύψος 3,20 μέτρα, όγκο 121,152 Μ3 και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 24,93 % εξ αδιαιρέτου ή μέτρα τετραγωνικά 45,74 Μ2 και 2) το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου της ιδίας οικοδομής που αποτελείται από ένα δωμάτιο και WC και συνορεύει ανατολικά με διαμέρισμα ιδιοκτησίας της, βόρεια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Γ. και νότια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, έχοντος επιφάνεια 22,14 Μ2, ύψος 3,20, όγκο 80,848 Μ3 και ποσοστό συνιδιοκτησίας 14,57% ή μέτρα τετραγωνικά 26,74 εξ αδιαιρέτου. Ο Χ. Μ. και η σύζυγός του, Ε. Μ., διέμεναν σε γειτονική κατοικία με τη Λ. Γ., (ακριβώς απέναντι) και διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις μ' αυτή, μέχρι και την ημέρα του θανάτου της, περιβάλλοντάς την με φροντίδα και αγάπη. Κατά το χρόνο σύνταξης του ως άνω, υπ' αριθμ. …/20-9-1993 συμβολαίου, η Λ. Γ., ήταν ηλικίας 85 ετών. Έπασχε από ισχαιμική καρδιοπάθεια και χολολιθίαση και αντιμετώπιζε προβλήματα με τα μάτια της, (καταρράκτη), τον Ιούνιο δε του ιδίου έτους, (1993), είχε νοσηλευθεί στο Νοσοκομείο Λαμίας για 4 ημέρες λόγω στεφανιαίας νόσου-οξύ πνευμονικό οίδημα. Από αυτά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε σε συνδυασμό και με την ηλικία της, ήταν φυσιολογικό να παρουσιάζει σωματική αδυναμία, ουδόλως όμως αποδείχτηκε, ότι αυτή έπασχε από διατάραξη των νοητικών της λειτουργιών, (διανοητική εξάντληση) και γεροντική κατάθλιψη, (έμμονες ιδέες, μανία καταδίωξης), που να αποκλείουν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι ήταν ψυχικά και διανοητικά υγιής και ικανή να επιμελείται τα του οίκου και της περιουσίας της, μέχρι και την ημέρα του θανάτου της, ενώ το γεγονός ότι το έτος 1988 και μόνον τότε έλαβε αγχολυτικά λεξοτανίλ 1,5 mg, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι είχαν διαταραχτεί οι νοητικές της λειτουργίες. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι κατά τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου, το οποίο σημειωτέον καταρτίστηκε με την παρουσία των δικηγόρων του Πρωτοδικείου Λαμίας Ξανθής Μαλούκου, για την πωλήτρια και Γεωργίου Τσιγαρίδα, για τους αγοραστές, η πωλήτρια, Λ. Γ., δήλωσε αγράμματη. Αν και στα περισσότερα συμβόλαια και στις συναλλαγές της αυτή συνήθως υπέγραφε, αποδείχτηκε ότι δεν γνώριζε γραφή και ανάγνωση και η αστυνομική της ταυτότητα ανέγραφε ότι είναι αγράμματη. Επομένως ορθά εν προκειμένω συμβλήθηκε ως αγράμματη, με την παρουσία δύο μαρτύρων. Άλλωστε και στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. …/1969 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβ/φου Λαμίας Ευαγγέλου Σκαργιώτη, η ίδια είχε δηλώσει αγράμματη. Όσον αφορά δε την περιγραφή των ορίων των μεταβιβαζομένων ιδιοκτησιών η Λ. Γ. δήλωσε ότι προς βορρά συνορεύουν με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, ενώ στην πραγματικότητα συνορεύουν με διαμέρισμα ιδιοκτησίας Χ. Π. και ότι το υπό στοιχείο 2 διαμέρισμα προς τα δυτικά συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Γ., ενώ στην πραγματικότητα συνορεύει με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου. Όμως καθ' όλο το μήκος της βόρειας πλευράς υπάρχει σε μήκος 4,5 μέτρων περίπου ακάλυπτος χώρος, ενδιάμεσα σε μήκος 9 περίπου μέτρων υπάρχει η οικοδομή του Χ. Π. και είναι μεσοτοιχία με τα διαμερίσματά της και αμέσως πάλι ακάλυπτος χώρος σε μήκος περίπου 4 μέτρων, ως προς δε το υπό στοιχείο 2 διαμέρισμα πρώτα είναι ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου της και πέραν αυτού συνορεύει με ιδιοκτησία Γ.. Στην περιγραφή των παραπάνω λεπτομερειών η Λ. Γ. προέβη με απλοϊκότητα, έχοντας στο μυαλό της την εικόνα του περιβάλλοντος χώρου των διαμερισμάτων της. Άλλωστε η ως άνω περιγραφή των ακινήτων δεν δημιουργεί, οποιαδήποτε αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών, αλλά και για τη διανοητική κατάσταση της πωλήτριας, ούτε αποδεικνύει ότι η πωλήτρια δεν μπορούσε να αντιληφθεί το είδος της δικαιοπραξίας που καταρτίζονταν, ενώ εξάλλου το εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται στο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ι. Τ., το οποίο είχε προσαρτηθεί στην προαναφερθείσα πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επίσης όσον αφορά την έκταση των μεταβιβαζομένων ιδιοκτησιών η Λ. Γ. δήλωσε ότι το υπό στοιχείο 1 διαμέρισμα έχει επιφάνεια 37,86 τ.μ.,δηλ. αυτή που αναγράφεται στην ανωτέρω σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, ενώ δεν δήλωσε ότι μεταβιβάζεται και υπόγεια αποθήκη, εμβαδού 4 τ.μ, η οποία αποθήκη όμως δεν αναφέρεται στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και ουσιαστικά δεν υπάρχει, αφού πρόκειται για το κάτω μέρος της πλάκας της βεράντας, διαστάσεων 1,70 X 1,70 περίπου, ύψους 2 σκαλοπατιών, το οποίο είναι κενό και ένα μέρος του κλεισμένο με , ξύλινο παρέμβασμα με γλάστρες. Εξάλλου, στην υπεύθυνη δήλωση που υπέβαλε στη ΔΟΥ … η πωλήτρια Λ. Γ. δήλωσε ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο δεν της απέφερε κανένα εισόδημα για μία πενταετία, ενώ το με στοιχείο 2 διαμέρισμα ήταν μισθωμένο, όπως προαναφέρθηκε, στον Γ. Π., από το φθινόπωρο του έτους 1990 μέχρι 30-4-1994 αντί μηνιαίου μισθώματος 10.000 δραχμών. Αποδείχτηκε όμως ότι η Λ. Γ., δεν είχε συντάξει μισθωτήριο συμβόλαιο για τη μίσθωση αυτή, ούτε και υπέβαλε φορολογική δήλωση στην Εφορία, οπότε η εν λόγω δήλωσή της αν και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ωστόσο είναι συνεπής ενώπιον της Εφορίας. Επίσης, το γεγονός ότι κατά τη σύνταξη του προαναφερθέντος συμβολαίου η συμβολαιογράφος συμπλήρωσε στο δεύτερο φύλλο τη λέξη "WC" και στα διάκενα μεταξύ των γραμμών τις φράσεις ότι "τα όρια εγράφησαν κατά τη δήλωση των συμβαλλομένων", ουδόλως αποδεικνύει ότι η τελευταία είχε πρόβλημα συνεννόησης με την συμβαλλόμενη Λ. Γ.. Τέλος όσον αφορά το καταβληθέν τίμημα αποδείχτηκε ότι στο ως άνω συμβόλαιο αναγράφεται ως τίμημα το ποσό του 1.840.000 δραχμών και η αντικειμενική αξία των μεταβιβαζομένων ιδιοκτησιών στο ποσό τον 1.852.557 δραχμών. Μετά το θάνατο της Λ. Γ. η αρχική ενάγουσα, Σ. χήρα Κ. Γ., ως εκ διαθήκης κληρονόμος της, υπέβαλε στην ΔΟΥ … δήλωση φόρου κληρονομίας, σύμφωνα δε με τα φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου με βάση το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού υπολογίστηκε η αξία των ανωτέρω διαμερισμάτων, για τα οποία δηλώθηκαν και τα ρυμοτομούμενα 9,71 τ.μ. που αφορούν τμήμα του εμπροσθίου δωματίου του πρώτου διαμερίσματος, η τουαλέτα και η αποθήκη, για το έτος 1993, συνολικά στο ποσό των 2.717.868 δραχμών. Το πρώτο διαμέρισμα είχε κτιστεί το έτος 1960 και το δεύτερο το 1981, ήταν και τα δύο απλής κατασκευής, χωρίς σύγχρονες εγκαταστάσεις και

ανέσεις και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με εσωτερική πόρτα, ενώ η αγοραία αξία αυτών ανέρχονταν περί τις 3.533.228 δραχμές. Όμως, από τις παραπάνω δηλώσεις της Λ. Γ. στο ως άνω συμβόλαιο, καθώς και από το χαμηλό τίμημα με το οποίο μεταβίβασε τις ιδιοκτησίες της στο Χ. Μ. και τη σύζυγό του, Ε. Μ., ουδόλως αναιρείται η πραγματική της βούληση να πωλήσει σ' αυτούς τις ιδιοκτησίες της, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία αυτών, ενόψει των στενών φιλικών σχέσεων που διατηρούσαν και των φροντίδων που της παρείχαν. Περί αυτών σαφείς είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, Ε. Σ., τρίτης προς τούς διαδίκους, η οποία είχε αναθέσει τη φύλαξη των δύο ανηλίκων τέκνων της στη Λ. Γ. και Κ. Β., συζύγου της κόρης της Ε. Μ., Α., Μ., οι οποίοι βεβαιώνουν με λόγο πλήρους γνώσης ότι η Λ. Γ. μέχρι και την ημέρα του θανάτου της τα είχε "τετρακόσια" δεν παρουσίαζε, καμία απολύτως ψυχική ασθένεια ή διατάραξη των διανοητικών της λειτουργιών, αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας με την καρδιά της, ήταν λογικότατη και ικανή να επιμελείται του εαυτού της και των οικονομικών της, καταθέσεις οι οποίες ενισχύονται από το προσκομιζόμενο βιβλιάριο υγείας και τα πιστοποιητικά νοσηλείας αυτής, (Λ. Γ.). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μοναδικού μάρτυρα της ενάγουσας, Ε. Σ., συζύγου αυτής, η οποία ελέγχεται αόριστη και ασαφής και δεν κρίνεται πειστική, αφού όλα όσα αυτός καταθέτει αναφορικά με την κατάσταση της ψυχικής και διανοητικής υγείας της Λ. Γ. δεν επιβεβαιώνονται από κανένα απολύτως έγγραφο. Με βάση τα ανωτέρω η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Σ. χήρας Κ. Γ.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 131 και 1695 Α.Κ όπως αυτά ίσχυαν πριν τη τροποποίηση του πρώτου και την κατάργηση του τελευταίου με τις διατάξεις των άρθρων αντίστοιχα 16 και 13 του ν. 2447/1996, ούτε και εκ πλαγίου καθόσον με βάση αυτά που δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αποβιώσασα Λ. Γ. κατά το χρόνο κατάρτισης της προσβαλλόμενης ως άνω σύμβασης με το υπ. αριθ. …/20-9-1993, έπασχε από διατάραξη των νοητικών της λειτουργιών (διανοητική εξάντληση) και γεροντική κατάθλιψη, ( έμμονες ιδέες, μανία καταδίωξης) που να αποκλείουν τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής της κάτι που ούτε από τη δικαιοπραξία δεν προέκυπτε, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτή μέχρι και το χρόνο του θανάτου της ήταν ψυχικά και διανοητικά υγιής και ικανή να επιμελείται τα του οίκου και της περιουσίας της, δεν συνέτρεχε η εφαρμογή των διατάξεων αυτών ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Συνεπώς οι πρώτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. όπως συμπληρώνονται με το μοναδικό πρόσθετο λόγο με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που προβάλλεται αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτοι διότι η προβαλλόμενη παραβίαση δεν ανάγεται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών γεγονότων και συγκεκριμένα της πνευματικής κατάστασης της ως άνω αποβιωσάσης οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επίσης οι ίδιοι λόγοι κατά το λοιπό μέρος τους είναι απαράδεκτοι διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγμάτων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα", δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 96/2008). Στη προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες και έγγραφα) που μνημονεύονται σ' αυτή. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ υπό την αιτίαση ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έταξε θέμα απόδειξης σχετικά με τη πραγματική αξία των ακινήτων της ένδικης πώλησης είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αυτός προτάθηκε στο Εφετείο. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο τρίτος λόγος κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 8 αληθώς από τον ίδιο αριθ.11 εδ. γ'. πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την από 15-3-1996 αγωγή της Σ. Γ. για ακύρωση της από 26-10-1987 διαθήκης της Λ. Γ. καθώς και την υπ. αριθ. 183/ 1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας της οποίας γίνεται και ειδική μνεία στην απόφαση και με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή αυτή λόγω της ερημοδικίας των εναγομένων και ακυρώθηκε η εν λόγω διαθήκη για το λόγο ότι η διαθέτης αυτή κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και εστερείτο της χρήσεως του λογικού πάσχουσα από γεροντική άνοια και κατάθλιψη, που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι διότι οι δι αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο .

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997). Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό σύμφωνα με τον οποίο η προαναφερθείσα Λ. Γ. ηλικίας 85 ετών κατά το χρόνο σύνταξης του ένδικου συμβολαίου (20-9-1993) δεν είχε συνείδηση των πράξεών της επειδή από του έτους 1986 είχε εμφανίσει σοβαρή διατάραξη των νοητικών της λειτουργιών πάσχουσα από γεροντική άνοια και κατάθλιψη συνεπεία των οποίων δεν ήταν σε θέση ν' αντιληφθεί ούτε το είδος της δικαιοπραξίας ούτε και τη δήλωσή της περί καταβολής δήθεν του τιμήματος και να κατευθύνει ελεύθερα τη βούλησή της με λογικούς συλλογισμούς, είναι αβάσιμος διότι από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Οκτωβρίου 2008 αίτηση της Α. συζ. Ε. Σ., το γένος Κ. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 186/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας με τους 12 Μαΐου 2009 πρόσθετους αυτής λόγους. Και

Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ