Legislator Case Law & Legislation
292/2008 AI generated

292/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 292/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05.03.2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 47/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 613/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 09.02.2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

292/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 292 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 292/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : ..., κατοίκου ..., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Χριστόδουλος Θεοδωρόπουλος.

Της αναιρεσιβλήτου : ..., κατοίκου ..., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χριστόφορος Σαράκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05.03.2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 47/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 613/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 09.02.2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 30.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος.

Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζυγών προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζυγών και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου.

Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης.

Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού, και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.

Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (Ολ.

ΑΠ 20/1990, Α.Π. 621/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 613/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά ανελέγκτως τ' ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 20 Φεβρουαρίου του έτους 1983 στο ... Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν ένα τέκνο, τον ..., ενήλικο σήμερα. Αμφότεροι, είναι εκπαιδευτικοί στο επάγγελμα (διδάσκαλοι).

Από την άνοιξη του 1999, που ο εναγόμενος βρισκόταν στα ... για διετή μετεκπαίδευση διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση τους, υπό την έννοια ότι απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο φυσικά και ψυχικά και με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, η διάσπαση δε αυτή συνεχίστηκε μέχρι και την πρώτη συζήτηση της αγωγής (4-2-2004).

Αρχικά και δη από την άνοιξη του 1999 μέχρι το Σεπτέμβρη του 1999, που ο εναγόμενος πηγαινοερχόταν από το ... στα ... για τις μεταπτυχιακές του σπουδές και στη συνέχεια από το Σεπτέμβρη του 1999 και μέχρι το τέλος καλοκαιριού του 2002, που ο εναγόμενος βρίσκονταν στη ... και εργαζόταν ως δάσκαλος, όταν ερχόταν στο ...

από τη ..., κύρια τους καλοκαιρινούς μήνες, διέμενε στη συζυγική οικία όπου διέμενε και η ενάγουσα με το κοινό τους τέκνο. Στο ίδιο χρονικό διάστημα ο εναγόμενος έστελνε χρήματα στην ενάγουσα και το γιο τους, τον Αύγουστο του 2000 προέβη στην ανανέωση της μίσθωσης της συζυγικής οικίας και κατέβαλε και τα μισθώματα.

Αφότου επέστρεψε από τη ... (τέλος καλοκαιριού 2002) και εφεξής έπαυσαν οι διάδικοι να διαμένουν στην ίδια οικία και ζουν χωριστά, η μεν ενάγουσα σε οικία που μίσθωσε επί της οδού ..., ο δε εναγόμενος στην πατρική του οικία επί της οδού ... Όμως αν και οι διάδικοι, όπως προαναφέρθηκε, διέμεναν στην ίδια οικία από την άνοιξη του 1999 μέχρι το τέλος καλοκαιριού 2002, όταν ο εναγόμενος βρίσκονταν στο ...και ο εναγόμενος έστελνε χρήματα, κατάβαλλε τα μισθώματα και ανανέωσε τη μίσθωση, αποδείχθηκε ότι σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα ζούσαν χωριστά από τραπέζης και κοίτης και χωρίς να έχουν ουδεμία σωματική και ψυχική επαφή και με τη θέληση να μην έχουν κοινωνία βίου, όπως και στη συνέχεια που ζούσαν χωριστά.

Συνεπώς, οι διάδικοι βρίσκονταν σε συνεχή διάσταση με τη θέληση να μην έχουν κοινωνία βίου και να μην συνεχίσουν την έγγαμη συμβίωση επί τέσσερα τουλάχιστον έτη μέχρι την πρώτη συζήτηση της αγωγής (4-2-2004), χρόνος που είχε συμπληρωθεί και κατά το χρόνο άσκησης της (29-4-2003), εξ αυτού δε τεκμαίρεται ότι επήλθε κλονισμός στην έγγαμη σχέση τους τόσο ισχυρός ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για την ενάγουσα και το δικαστήριο υποχρεούται ν' απαγγείλει τη λύση του γάμου των διαδίκων για το λόγο αυτό κάνοντας δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή".

Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. η αναιρεσίβλητη σύζυγός του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 2 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων κατά το χρονικό διάστημα από την Άνοιξη του 1999 μέχρι την 4-2-2004 που συζητήθηκε η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε μια συζήτηση, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της τετραετούς διάστασης και δικαιολογούν την απόρριψη των αρνητικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος και την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Με τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, και δη τη απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίαση εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν κατά το δεύτερο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά του αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το γεγονός ότι:

α) Ο ίδιος κατά τις επισκέψεις του στο ... από τα ... αρχικά και από τη ... στη συνέχεια κατά τις θερινές διακοπές διέμενε στην συζυγική κατοικία, β) πλήρωνε τα μισθώματα της συζυγικής κατοικίας και γ) απέστελε χρήματα στην ενάγουσα και το γιο τους που σπούδαζε (προφανώς για την κάλυψη των εξόδων του τελευταίου) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι από την άνοιξη του 1999 οι διάδικοι εξακολουθητικά ζούσαν χωριστά από τραπέζης και κοίτης, χωρίς να έχουν (και κατά την παραμονή του εναγομένου στη συζυγική κατοικία όποτε αυτή γινόταν) καμία σωματική και ψυχική επαφή, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, και αφορά την κατ' ουσία απόρριψη των πιο πάνω αρνητικών ισχυρισμών του και την παραδοχή της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης.

ΙΙ. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.Α.Π. 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. και συγκεκριμένα ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε τη συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης με την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα σύζυγο του αναιρεσείοντος, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος: 1) έστελνε χρήματα στην αναιρεσίβλητης από τη ...

και στο γιο τους που σπούδαζε στη ..., 2) φρόντισε για την ανανέωση της μίσθωσης της συζυγικής κατοικίας τους στο ... και κατέβαλε τα μισθώματα και 3) Διέμενε στη συζυγική κατοικία κατά τις επισκέψεις του στο ... αρχικά από τα ... που βρισκόταν για μεταπτυχιακές σπουδές και στη συνέχεια από τη ..., όπου είχε αποσπασθεί ως διδάσκαλος για τρία χρόνια, καίτοι συντρεχουσών των ανωτέρω προϋποθέσεων δεν δικαιολογείται η συμπλήρωση της τετραετούς διάστασης.

Ο λόγος αυτός όπως διατυπώνεται, αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 613/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ