Supreme Court dismisses appeal claiming violation of res judicata regarding a third party's liability claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment of 2019. The appellant argued that the lower court violated res judicata by failing to address a specific liability claim raised in earlier proceedings, despite a prior Supreme Court decision having vacated an earlier judgment. The court rejected this argument, finding the appeal's reasoning contradictory and noting that the lower court correctly resumed the case after the prior judgment was vacated, thereby having jurisdiction to examine the previously unaddressed claims.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(16)(b) of the Code of Civil Procedure; Art. 579 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of res judicata is inadmissible if the lower court, after a prior judgment is vacated and parties are restored to a previous procedural state, lawfully examines issues that were not previously adjudicated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 291 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 291/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Χριστοφοράτου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Α. Ε. Δ. Α. Κ." και διακριτικό τίτλο "…." (πρώην "M. Α. Ε. Δ. Α. Κ."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ν. . Ε. Μ. Α. Α. Ε. Ζ.Σ", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Λ. Ι. «Κ. («A. L. I. C."), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα, που ανακάλεσε την από 2/12/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6544/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7106/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 22/8/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1826/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 7106/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 3089/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/8/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 6-8-2020 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3089/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αντικαταστάθηκε κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ η αιτιολογία της, και ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθμ. 1826/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 7106/2005 αρχικώς εκδοθείσα απόφαση επί της κατωτέρω έφεσης, απορρίφθηκε η από 19-7-2014 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 6544/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 3-7-2000 αγωγή του για την αντικειμενική ευθύνη των εναγομένων, νυν αναιρεσιβλήτων, από αδικοπραξία του προστηθέντος μη διαδίκου στη δίκη απ' αυτές. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αναίρεση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 του ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ` αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσης σ` αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει και ν' αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (Α.Π. 838/2011, 272/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος : "Η πρώτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία ήδη "Metlife Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", προγενεστέρως "A.
Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων" και πρώην -κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής "A. .. Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", είναι ανώνυμη εταιρία διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων [ΑΕΔΑΚ] η οποία έχει αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1969/1991, τα μερίδια των οποίων διαθέτει στο επενδυτικό κοινό είτε απευθείας από την ίδια, είτε από τα υποκαταστήματα της τράπεζας ..., είτε μέσω του δικτύου και των καταστημάτων των εταιριών που συμμετέχουν στο μετοχικό της κεφάλαιο, μεταξύ των οποίων είναι και η αρχικά δεύτερη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "A.
L. I. «C. και εν συνεχεία «M. A.. Α. Ε. Α. Ζ.", η οποία ήταν αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία, νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα με κύριο αντικείμενο των δραστηριοτήτων της τη διενέργεια ασφαλίσεων ζωής και προσωπικών ατυχημάτων, οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει ήδη η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «M.
Α. Ε. Α.Ν" και ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της άνω εταιρίας διαχείρισης πρώτης εναγόμενης]. Η τελευταία, στα πλαίσια των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων της, κατά το έτος 1999, συνεργαζόταν με διάφορους ασφαλιστικούς πράκτορες, μεταξύ των οποίων και ο Γ. I.. Β. - τρίτος μη διάδικος στην παρούσα δίκη-, με τον οποίο είχε συνάψει την από 21/10/1983 έγγραφη σύμβαση πρακτορεύσεως.
Δυνάμει της σύμβασης αυτής και δη στον όγδοο [εδάφ. β' (8°)] όρο των συνημμένων σ' αυτήν εντύπων γενικών όρων της, ορίζεται ότι ο άνω πράκτοράς της ενεργεί ως ελεύθερος επαγγελματίας, δυνάμενος να επιλέγει κατά την κρίση του, τους συνεργάτες του ασφαλειομεσίτες και τους πελάτες τους οποίους επιδιώκει να ασφαλίσει.
Με την αυτή σύμβαση και δη τον τρίτο [3°] όρο, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία παρείχε στον αντισυμβαλλόμενο πράκτορά της την εξουσιοδότηση προς διαμεσολάβηση στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, έναντι προμήθειας, χωρίς αυτός να αποκτά εξουσία να δεσμεύει την εταιρία με οποιοδήποτε συμβόλαιο ή συμφωνία ή να αναλαμβάνει οποιαδήποτε ευθύνη ή χρέος για λογαριασμό της εταιρίας, υποχρεούμενος βάσει του πέμπτου [5ου] όρου της συμβάσεως, κάθε ποσό που θα εισπράττει ο ίδιος ή συνεργάτης του για λογαριασμό της εταιρίας, να το αποστέλλει μέσω Τράπεζας την επομένη της εισπράξεώς του ημέρα στην εταιρία, ενεργώντας όλες αυτές τις πράξεις, ως ελεύθερος κατά τα άνω επαγγελματίας και χωρίς δικαίωμα εκπροσωπήσεως της εταιρίας, χωρίς παράλληλα να μπορεί να θεωρηθεί ότι με τη σχέση αυτήν και οποιονδήποτε όρο της συμβάσεως συνιστάται έμμισθη σχέση μεταξύ της εταιρίας και του πράκτορα [εδάφ.
α' όγδοου (8ου) όρου]. Από το χρόνο της κατάρτισης της παραπάνω σύμβασης, ο Γ. Β. μεσολαβούσε στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας αναπτύσσοντας ιδιαίτερη επαγγελματική δραστηριότητα. Στο πλαίσιο της "Γ.. Β. και Σ. Ε.Ε." με ομόρρυθμο εταίρο τον ίδιο, διατηρούσε με δαπάνες του μισθωμένο [βάσει της από 1/9/1990 σύμβασης μισθώσεως μεταξύ του ιδίου και του εκμισθωτή Χ.
Π. γραφείο ασφαλιστικών και χρηματοοικονομικών εργασιών στην περιοχή της Α. Π. Ν.. Α., επί της Λ. Μ., αριθμ…καθώς και έτερο γραφείο στην περιοχή Μαραθώνα επί της ... και απασχολούσε, επίσης με δαπάνες του, προσωπικό, απέκτησε, δε, μεγάλη φήμη ως ασφαλιστικός πράκτορας - παραγωγός ασφαλίσεων, με ευρύ κύκλο πελατών και είχε γίνει γνωστός ως επιτυχημένος επαγγελματίας στο χώρο των ασφαλίσεων, έχοντας μάλιστα βραβευθεί επανειλημμένως από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία για την αποδοτικότητά του.
Ωστόσο, υπό τις περιστάσεις αυτές, ο Γ. Β. δεν ήταν διευθυντής της δεύτερης των εναγομένων, όπως ο ίδιος εμφανιζόταν και αναληθώς ισχυριζόταν κυρίως ενώπιον υποψήφιων επενδυτών, το γεγονός δε ότι στο ως γραφείο της εταιρίας του είχε αναρτήσει πινακίδα με τον διακριτικό τίτλο "A.", καθώς και το ότι σε περιοδικά με αντικείμενο θέματα της ασφαλιστικής αγοράς αποκαλείτο από τους συντάκτες των άρθρων ως διευθυντής της "A." ...
δεν οδηγούν σε διαφορετική κρίση, δεδομένου, άλλωστε, ότι η μορφή συνεργασίας του με την εν λόγω εναγομένη ασφαλιστική εταιρία καθοριζόταν σαφώς από την συναφθείσα μεταξύ τους ως άνω σύμβαση, με την οποία αποκλείστηκε σχέση εξαρτημένης εργασίας. Τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα, τόσο πρωτοδίκως όσο και με την έφεσή του, ότι ο Γ.
Β. είχε την ιδιότητα του Διευθυντή των εναγομένων εταιριών, με σχετική μάλιστα εξουσία αντιπροσώπευσής τους, δεν αποδεικνύονται βάσιμα, άλλωστε και στο προσκομιζόμενο από τον ίδιον αντίτυπο έτους 1998 της "A." το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν αναφέρεται υπό την ιδιότητα του διευθυντή, όπως έτερα τρία [3] πρόσωπα, ει μη μόνο ως συνεργαζόμενο με την ίδια πρόσωπο που διατηρεί γραφείο [υποκατάστημα] πρώτο μάλιστα σε παραγωγή ασφαλίστρων ζωής, επισημαίνεται δε ότι και το προσωπικό που απασχολούσε στα γραφεία της άνω εταιρίας του διηύθυνε, ήλεγχε και πλήρωνε ίδιος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Γ. Β. στο πλέγμα του ασφαλιστικού δικτύου της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας παρακολούθησε ειδικό κύκλο εκπαίδευσης για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα η πρώτη των εναγομένων να του χορηγήσει και πιστοποιητικό εκπαίδευσης, στο οποίο βεβαιώθηκε η παρακολούθηση από αυτόν ολοκληρωμένου κύκλου εκπαίδευσης καθώς και η έπάρκειά του για να ενημερώνει και να διαθέτει τα αμοιβαία κεφάλαια της εταιρίας αυτής, γεγονός που δεν αρνήθηκαν ειδικά, ουδόλως δε κατέρριψαν οι εναγόμενες.
Μάλιστα, ειδικά αναφέρεται στην προσκομιζόμενη από την πλευρά του ενάγοντος υπ' αριθμ. 1566/2016 απόφασης του παρόντος δικαστηρίου ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, έχει χορηγήσει σ' αυτόν την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση, στην οποία αναγράφεται ότι αυτός είναι "συνεργάτης παραγωγός ασφαλίσεων της εταιρίας μας και είναι ειδικά εκπαιδευμένος να ενημερώνει, προωθεί και διαθέτει, βάσει των σχετικών όρων και κανονισμών, αμοιβαία κεφάλαια, που παρέχει η A.
και οι συμβαλλόμενες με αυτήν εταιρίες", χωρίς ως προς το συγκεκριμένο στοιχείο να υπάρξει αιτιολογημένη αντίκρουση εκ μέρους της. Στα πλαίσια, λοιπόν, αυτά ο Γ. Β., δραστηριοποιούμενος ως πράκτορας και ήδη ως παραγωγός ασφαλίσεων και ασφαλιστικός σύμβουλος της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ανέλαβε, έναντι προμήθειας, να προσελκύει πελάτες για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία διαχειριζόταν η πρώτη εναγόμενη εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων, που χρησιμοποιούσε ως αντιπρόσωπό της για τη διάθεση των μεριδίων αυτών, όπως ήδη έχει αναφερθεί τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και το δίκτυο αυτής.
Μάλιστα, η πρώτη εναγόμενη για την αποτελεσματικότερη προώθηση στην αγορά των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της, εφόδιαζε τον ανωτέρω, όπως άλλωστε και τους λοιπούς συνεργάτες της, με το κατάλληλο έντυπο διαφημιστικό και ενημερωτικό υλικό για τα αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία διέθετε, καθώς και με έντυπες αιτήσεις συμμετοχής σε αυτά, που παραδίδονταν σε στελέχη αριθμημένα, ώστε εκείνος [Γ.
Β.] να τα χρησιμοποιεί για να συμπληρώνονται κατά περίπτωση, από τους επενδυτές που επιθυμούσαν να αγοράσουν μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων. Η σχέση, λοιπόν, που συνέδεε αυτόν με την ασφαλιστική επιχείρηση, ήταν σύμβαση έργου, χωρίς ο ίδιος να έχει δικαίωμα υπογραφής και εκπροσώπησης. Έτσι, ο ίδιος κατά την άσκηση της ως άνω δραστηριότητάς του, καθ' ο μέρος αυτή συνδεόταν με την προώθηση και διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες και των δύο εναγομένων εταιριών, ήτοι τόσο της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αντιπροσώπου της ΑΕΔΑΚ, στη διάθεση των μεριδίων αυτών, όσο και της εναγομένης εταιρίας διαχείρισης των συγκεκριμένων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Είναι αληθές ότι την επίμαχη χρονική περίοδο στην ελληνική κοινωνία λόγω της συνεχούς και έντονης ανοδικής πορείας του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, το κλίμα ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό για την προώθηση τέτοιων προϊόντων, γεγονός που εκμεταλλεύτηκε δεόντως, κατά την άσκηση της ως άνω δραστηριότητάς του, ο Γ.
Β. με αποτέλεσμα να πείσει μεγάλο αριθμό προσώπων - υποψηφίων επενδυτών ότι μπορούσαν να επενδύσουν τα χρήματά τους με πολύ υψηλές και συμφέρουσες για αυτούς αποδόσεις. Μεταξύ των προσώπων αυτών ήταν και ο ενάγων Κ. Κ., ο οποίος διατηρούσε προηγούμενη επαγγελματική σχέση με τον Γ. Β., έχοντας ο τελευταίος μεσολαβήσει στην κατάρτιση ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας.
Με βάση αυτής της συνεργασίας τους, το έτος 1999, έχοντας πρόθεση να επενδύσει τα διαθέσιμα κεφάλαιά του, ήλθε σε νέα συναλλακτική επαφή με τον Γ. Β., ο οποίος του παρέστησε ότι τα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη εταιρία ήταν κερδοφόρα με μεγάλη ετήσια απόδοση του κεφαλαίου και ότι η επένδυση σ' αυτά θα ήταν κερδοφόρα.
Κατόπιν τούτων, ο ενάγων πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του Γ. Β. περί επενδύσεων με υψηλές αποδόσεις και συμφώνησαν να επενδύσει αρχικά το ποσό των 11.916.870 δραχμών αγοράζοντας μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων τρίμηνης διάρκειας, ήτοι από 30/6/1999 έως 30/9/1999, καταβάλοντας σ' αυτόν στις 30/6/1999 το άνω ποσό. Στη συνέχεια, συμφώνησαν να επενδύσει το ποσό των 21.166.265 δραχμών, για αγορά επίσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, με πεντάμηνη διάρκεια από 30/7/1999 μέχρι 30/12/1999, καταβάλοντας σ' αυτόν το άνω ποσό στις 30/7/1999.
Κατά τα συμφωνηθέντα, η μέση ετήσια απόδοση των άνω επενδύσεων συμφωνήθηκε σε 0,75% για κάθε μήνα και τα χρηματικά ποσά που θα αποδίδονταν κατά τη λήξη κάθε επενδύσεως στον ενάγοντα, ανέρχονταν σε 12.185.000 και 21.960.000 δραχμές αντίστοιχα. Σε επιβεβαίωση των άνω συναλλαγών ο ενάγων παρέλαβε από τον Γ. Β. δύο [2] βεβαιώσεις και συγκεκριμένα [ι] την με ημερομηνία 30/6/1999 συντεταγμένη επί εντύπου που στο επάνω αριστερό μέρος του έφερε τον λογότυπο "A.", η οποία είχε το εξής περιεχόμενο: "Δια της παρούσης βεβαιώ ότι, κατόπιν εντολής του κου Κ.
Κ..Ν., κατοίκου ... με (...), Α.Φ.Μ. ... αναλαμβάνω την διαχείρισιν του ποσού των δραχμών 12.185.000 Σ ΛΗΞΗ μέσω Αμοιβαίων Κεφαλαίων - Μετοχών. Η χρονική Διάρκεια διαχείρισης των χρημάτων θα είναι από σήμερα 30/6/99 έως 30/9/99. Μέση ετήσια απόδοση διαχείρισης ΣΎΜΦΩΝΗΘΕΙΣΑ. Συνδικαιούχος ορίζεται Π. Μ." και [ιι] την με ημερομηνία 30/7/1999 συντεταγμένη επί εντύπου που στο επάνω αριστερό μέρος του έφερε τον λογότυπο "A.", η οποία είχε το εξής περιεχόμενο: "Δια της παρούσης βεβαιώ ότι, κατόπιν εντολής του κου Κ.
Κ..Ν., κατοίκου ... με (...), Α.Φ.Μ. ... αναλαμβάνω την διαχείρισιν του ποσού των δραχμών 21.960.000 ΣΤΗΝ ΛΗΞΗ μέσω Αμοιβαίων Κεφαλαίων - Μετοχών. Η χρονική Διάρκεια της διαχείρισης των χρημάτων θα είναι από σήμερα 30/7/99 έως 30/12/99. Μέση ετήσια απόδοση διαχείρισης ΣΎΜΦΩΝΗΘΕΙΣΑ. Συνδικαιούχος ορίζεται Π. Μ.". Κάτωθι, δε, που κειμένου ακολουθούσαν σε αμφότερες τις βεβαιώσεις οι ως άνω ημερομηνίες 30/6/1999 και 30/7/1999 αντίστοιχα και, κατόπιν, η υπογραφή του Γ.
Β. επί σφραγίδας με τα στοιχεία "G. V. I. & I. Q. S. Γ. Β. Δ.", ενώ ακόμη παρακάτω οι διευθύνσεις της άνω επιχείρησης του τελευταίου στην ...], καθώς και τα τηλέφωνα. Ωστόσο, ο ενάγων περί το μήνα Ιανουάριο του έτους 2000 όταν αναζήτησε τον Γ. Β., λόγω λήξης της δεύτερης συμφωνίας πληροφορήθηκε ότι αυτός είχε εξαφανιστεί, έχοντας εισπράξει, εκτός από τα δικά του χρήματα, και άλλα σημαντικό χρηματικά ποσά από έτερους ανυποψίαστους επενδευτές, αποδεικνύεται δε ότι εναντίον του, είχε υποβληθεί από διάφορους παθόντες πλήθος εγκλήσεων, συνεπεία των οποίων αυτός στη συνέχεια, καταδικάστηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 2775/2005 απόφαση του Δ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τα ποινικά αδικήματα της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, και της έκδοσης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής.
Όσον αφορά δε τον ενάγοντα, αυτός ουδέποτε έλαβε πίσω οποιοδήποτε χρηματικό ποσό είτε έναντι του κεφαλαίου, που ο ίδιος κατά τα ανωτέρω κατέβαλε, είτε έναντι της απόδοσης, που, κατά την κατά περίπτωση συμφωνία του με τον Γ. Β., ανέμενε να αποκομίσει, τα δε χρήματα, τα οποία παρέδωσε τοις μετρητοίς στον τελευταίο, εκείνος τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ενσωματώνοντάς τα στην ατομική περιουσία του, όπως έπραξε και με πολλούς άλλους ανυποψίαστους επενδυτές, με αποτέλεσμα ο ενάγων να τα απωλέσει οριστικά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1999 η συνεργασία μεταξύ των εναγομένων και του Γ. Β. ήταν ομαλή, χωρίς ποτέ να δημιουργηθεί υπόνοια για τον τελευταίο ότι ασκεί έκνομη δραστηριότητα, πολύ περισσότερο δε βεβαιότητα για παράνομη δράση του, στο πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Βάσει, λοιπόν, των ανωτέρω ο Γ. Β., επέδειξε σε βάρος του ενάγοντος αδικοπρακτική συμπεριφορά, αφού παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε αιτιωδώς σε βάρος του θετική περιουσιακή ζημία, ισόποση με τα χρήματα που αντιστοίχως και σύμφωνα με τα παραπάνω του κατέβαλε. Πλην όμως, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδεικνύεται ότι για την πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του σε βάρος του ενάγοντος, ήτοι για την αποζημιωτική αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που αυτός υπέστη, δεν υπέχουν ευθύνη οι εναγόμενες εταιρίες.
Και τούτο διότι: Μεταξύ αφενός της πρώτης των εναγομένων, εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίου [ΑΕΔΑΚ], και της αντιπροσώπου αυτής στη διάθεση αμοιβαίων κεφαλαίων, δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, και αφετέρου του συνεργάτη της τελευταίας, πράκτορα - ασφαλιστικού συμβούλου και παραγωγού ασφαλίσεων, Γ.
Β., υπήρχε σχέση πρόστησης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, δεδομένου ότι οι εταιρίες αυτές, ως προστήσασες, είχαν και διατηρούσαν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες και εντολές στον δεύτερο και ο τελευταίος, ως προστηθείς, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές αμφοτέρων ως προς την προώθηση των εν λόγω κεφαλαίων και των ασφαλιστικών προγραμμάτων και την εκπλήρωση της οικείας υπηρεσίας του.
Οι ενέργειες δε του Γ. Β. σε βάρος του ενάγοντος έγιναν επ' ευκαιρία της υπηρεσίας του αυτής, που ήταν η προώθηση των αμοιβαίων κεφαλαίων, μέσω της ενημέρωσης του επενδυτικού κοινού για τα προϊόντα αυτά των εναγομένων εταιριών, η προσέλκυση πελατών και η διαβίβαση των εντύπων αιτήσεων αγοράς, γεγονός που καταδεικνύεται, μεταξύ των άλλων, και από το ότι ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του έντυπα, στα οποία αναγραφόταν η λέξη "A.", η οποία περιλαμβανόταν στην επωνυμία στον διακριτικό τίτλο των εναγομένων εταιριών.
Άλλωστε ο τρόπος που ενεργούσε κατά τα ανωτέρω ο Γ. Β., επιτυγχανόταν ακριβώς λόγω της θέσης του και των ευκαιριών, τις οποίες η εν λόγω θέση τελικώς του παρείχε, ενώ η υπηρεσία του υπήρξε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της προαναφερόμενης ζημιογόνου πράξεώς του, η οποία δεν θα προκαλείτο χωρίς την ύπαρξη αυτής της υπηρεσίας και της σχέσης πρόστησης.
Αποδεικνύεται επιπροσθέτως ότι ο Γ. Β., ενήργησε κατά κατάχρηση της ως άνω υπηρεσίας που του είχαν αναθέσει οι εναγόμενες, αφού σκοπίμως και κατά παράβαση των οδηγιών και εντολών, που σχετικώς είχαν δοθεί σ' αυτόν από τις εναγόμενες εταιρίες, αλλά και των οικείων αρμοδιοτήτων του, δεν τήρησε την απαιτούμενη από το νόμο διαδικασία για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Συγκεκριμένα, η διαδικασία αυτή απαιτούσε: [ι] Η αίτηση του επενδυτή προς την εταιρία διαχείρισης για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων να γίνει υποχρεωτικά με τον σχετικό έγγραφο τύπο [βλ. σχετ. το σε αντίγραφο προσκομιζόμενο από αμφότερους τους διαδίκους έντυπο αίτησης] και [ιι] το τίμημα δεν έπρεπε να καταβληθεί στα χέρια του ίδιου [Γ.
Β.] ή τρίτου προσώπου, αλλά να κατατεθεί από τον επενδυτή σ' έναν από τους υποδεικνυόμενους επί της έγγραφης αίτησης τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα της πρώτης εναγομένης εταιρίας διαχείρισης, με την ειδική επισήμανση επί του εγγράφου της αίτησης, κατ' ακριβή αντιγραφή Η "A. ..." δεν φέρει καμία ευθύνη για ποσό που θα καταβληθεί με μετρητά στον πωλητή".
Αληθές βέβαια τυγχάνει το γεγονός ότι ο Γ. Β. ήταν ελεύθερος να ενεργεί, κατά την κρίση του, ως προς τον χρόνο, τόπο και τρόπο ανεύρεσης πελατών, ως προς την υλοποίηση, ωστόσο, της απόφασης των επενδυτών να αγοράσουν μερίδια η απαιτούμενη προς τούτο διαδικασία όφειλε υποχρεωτικά να κινηθεί μέσα στα ανωτέρω γνωστά σ' αυτόν πλαίσια, σημειουμένου ότι όπως ήδη έχει αναφερθεί αυτός είχε δεχθεί και ειδική εκπαίδευση.
Συνεπώς, η μη τήρηση από αυτόν των παραπάνω υποχρεώσεων του, που απέρρεαν από τη σχέση του με αμφότερες τις εναγόμενες εταιρίες και η είσπραξη των χρημάτων του ενάγοντος για δικό του λογαριασμό, καθώς και η στη συνέχεια παράνομη ιδιοποίησή τους, έγινε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που οι εναγόμενες του είχαν εμπιστευθεί και αποτελεί παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εν λόγω προστηθέντος, που συνιστά αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος.
Αδικοπρακτική συμπεριφορά η οποία εκδηλώθηκε στο πλαίσιο της άνω επαγγελματικής δραστηριοποίησής του στις εναγόμενες και ενεργήθηκε καθ' υπέρβαση των κανόνων δεοντολογίας που ισχύουν στον αντίστοιχο τομέα και με κατάχρηση των προνομίων που του εξασφάλιζε η συνεργασία με το δίκτυο διάθεσης των παραπάνω κεφαλαίων, αφού, μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε δικαίωμα να λάβει ο ίδιος τα χρήματα για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, αλλά να γίνεται κατάθεση σε υποδεικνυόμενες τράπεζες, αυτός προέβη στην είσπραξη των ως άνω χρηματικών ποσών από τον ενάγοντα, χορηγώντας του τα σχετικές ως άνω δύο βεβαιώσεις με πλαστογραφημένο, όπως αποδείχθηκε [τόσο κατά την παρούσα διαδικασία, όσο και σε ποινικό επίπεδο], το λογότυπο "…".
Υπήρχε δε, μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί εσωτερική συνάφεια, διότι η ως άνω συμπεριφορά του δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ανατεθείσα σ' αυτόν υπηρεσία, η οποία και αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεσή της. Στο σημείο, βέβαια, αυτό πρέπει ν' αναφερθεί ότι ως προς τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί της καταβολής μετρητοίς των παραπάνω χρηματικών ποσών στον Γ.
Β., έτι δε περαιτέρω, ως προς την ύπαρξη σχέσης πρόστησης, αλλά και ως προς την τέλεση της επιδειχθείσας εκ μέρους Γ. Β. αδικοπρακτικής συμπεριφοράς σε βάρος του εναγόντος επ' ευκαιρία της υπηρεσίας που του ανατέθηκε, αμφότερες οι εναγόμενες εταιρίας αρνούνται εξ αρχής την αγωγή, υποστηρίζοντας, ότι ο ενάγων δεν κατέβαλε, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι κατέβαλε, τα άνω χρηματικά ποσά στον Γ.
Β., ότι ο τελευταίος ουδέποτε υπήρξε προστηθείς τους και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν υφίστατο οποιαδήποτε συνάφεια μεταξύ της φερόμενης ως ζημιογόνου δράσης του και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, αφού οι εν λόγω πράξεις δεν σχετίζονταν με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές του και τελέστηκαν ανεξαρτήτων αυτών, ισχυρισμοί ωστόσο, που βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων δεν κρίνονται βάσιμοι και ως τέτοιοι πρέπει ν' απορριφθούν....
Επιπρόσθετα, οι εναγόμενες υποστήριξαν πρωτοδίκως αλλά και στην παρούσα κατ' έφεση δίκη επαναφέρουν την νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 ΑΚ ένσταση... ισχυριζόμενες ...ότι την κατάχρηση της εξουσίας εκ μέρους του Γ. Β. τη γνώριζε ο ενάγων, ενώ σε κάθε περίπτωση όφειλε να τη γνωρίζει, αφού η όλη διαδικασία που εν προκειμένου ακολουθήθηκε για την κατά τα ανωτέρω επένδυση των χρημάτων τους, μέσω απόκτησης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν ήταν η κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενη.
Ο ισχυρισμός, ωστόσο, αυτός καθ' ο μέρος συνδέεται με την κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος υπογραφείσες μεταξύ του ιδίου και του Γ. Β. δύο [2] σχετικές έντυπες αιτήσεις συμμετοχής του στα αμοιβαία κεφάλαια της πρώτης εναγομένης, ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι αυτής της ύπαρξης τέτοιων αιτήσεων, πλην όμως από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος δεν επιβεβαιώνεται από οιοδήποτε έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, δεδομένου ότι ο ίδιος δε μερίμνησε να λάβει στην κατοχή του αντίγραφο των εν λόγω αιτήσεων, το οποίο άλλωστε δεν προσκομίζει, ουδέποτε δε διαβιβάστηκαν στις εναγόμενες εταιρίες τέτοιες έντυπες αιτήσεις, που φέρεται κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του να υπέγραψε ο ενάγων, οι δε εναγόμενες δεν αποδέχθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τέτοια συμμετοχή του νυν αντιδίκου τους σε αμοιβαία κεφάλαια, ειδικώς δε και σε άλλου είδους επενδυτικό προϊόντα [μετοχές], ώστε να θεωρηθεί ότι καταρτίστηκε σύμβαση περί επένδυσης των καταβληθέντων ποσών σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων.
Τέτοια, δε, αποδοχή δεν μπορεί να θεωρηθεί η θέση της υπογραφής του Γ. Β. στις βεβαιώσεις, που χορήγησε αυτός στον ενάγοντα, με αναφορά μεν της ιδιότητάς του ως διευθυντή, αλλά άνωθεν των στοιχείων των καταστημάτων των δύο γραφείων του. Αντίθετα, από το περιεχόμενο των άνω δύο [2] βεβαιώσεων, που χορήγησε στον ενάγοντα ο Γ.
Β., αποδεικνύεται ότι αυτός ανέθεσε στον τελευταίο προσωπικά τη διαχείριση του ποσού που κάθε φορά του εμπιστεύθηκε, χωρίς να τηρηθεί οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που, κατά νόμο και σύμφωνα με τα παραπάνω, προβλέπονταν για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ από τη φράση "μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων - μετοχών" ουδόλως διευκρινίζεται αν το ποσό που καταβλήθηκε επενδύθηκε εν τέλει σε τέτοια μερίδια ή σε μετοχές, δηλαδή σε επενδυτικό προϊόν άσχετο με αμοιβαία κεφάλαια, ή και στα δύο και, στην τελευταία περίπτωση, με ποια αναλογία.
Εξάλλου, η περιλαμβανόμενη στις βεβαιώσεις αυτές, αναφορά, ότι η μέση ετήσια απόδοση της διαχείρισης θα ήταν η "συμφωνηθείσα", καταδεικνύει προσωπική, και όχι σχετιζόμενη με επενδυτικά προϊόντα των εναγομένων εταιριών, συμφωνία του εν λόγω ενάγοντος με τον Γ. Β., η δε υπογραφή των βεβαιώσεων αυτών από τον τελευταίο με την ιδιότητα του "διευθυντή" και η ύπαρξη στο πάνω δεξιό της βεβαίωσης του λογοτύπου "Α." δεν οδηγεί σε διαφορετική κρίση, διότι, πέραν των ανωτέρω, κάτω από την υπογραφή αυτή ακολουθούσαν εμφανώς τα στοιχεία [διευθύνσεις, αριθμοί τηλεφώνων κλπ.] της ατομικής επιχείρησης [κεντρικού γραφείου και υποκαταστήματος] του Γ.
Β.. Και βάσιμα κρίνεται ότι ο ενάγων, βάσει και της πανεπιστημιακού επιπέδου μόρφωσής του, που έχει λάβει σύμφωνα με την επ' ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρος πεθεράς του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος αναφέρει στην ένδικη αγωγή του, πριν αποτανθεί στον γνωστό του, λόγω προηγούμενης συναλλακτικής τους σχέσης, Γ.
Β., είχε εικόνα του επενδυτικού περιβάλλοντος, παρακολουθώντας και τον οικονομικό τύπο, ήταν σε θέση να γνωρίζει την ακολουθούμενη επενδυτική διαδικασία, με συνέπεια η μη τήρηση αυτής από τον Γ. Β. κατά κατάχρηση των υπηρεσιών που του είχαν ανατεθεί από τις εναγόμενες να είναι ευχερώς διαγνώσιμη από αυτόν [ενάγοντα], σε κάθε δε περίπτωση, όφειλε να γνωρίζει αυτήν.
Συνεπώς, με βάση τα αποδειχθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά βάσιμα κρίνεται ότι δεν ευσταθούν όσα ο ενάγων υποστηρίζει, όπως και πρωτοδίκως, συνδυαστικά με όσα εκθέτει στην έφεσή του, ισχυριζόμενος ότι οι εναγόμενες ευθύνονται, ως προστήσασες, για την αδικοπραξία που τέλεσε σε βάρος του ο Γ. Β., και αρνούμενος, σε κάθε περίπτωση, την υποβληθείσα ένσταση των εναγομένων περί απαλλαγής τους από την οικεία ευθύνη τους, διατεινόμενος, στο πλαίσιο αυτό και ανάμεσα στα άλλα, ότι η τηρηθείσα διαδικασία, για την επένδυση των ποσών που παραπάνω αναφέρονται, ήταν απολύτως νόμιμη και προβλεπόμενη και ουδεμία γνώση ή δυνατότητα γνώσης από μέρους του υπήρχε σε σχέση με την εκ μέρους του Γ.
Β. κατάχρηση". Στη συνέχεια το Εφετείο δεχόμενο κατ' ουσίαν την προαναφερθείσα ένσταση των εναγομένων εκ των άρθρων 334, 300 και 922 ΑΚ, απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αντικαθιστώντας κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ τις αιτιολογίες της υπ' αριθμ. 6544/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά παραδοχή, λοιπόν, της προβληθείσας από τις εναγόμενες ένστασης, ως ουσιαστικά βάσιμης, οι τελευταίες, ως προστήσασες, απαλλάσσονται της οικείας ευθύνης τους για τη ζημία που προκλήθηκε από την κατά τα προεκτιθέμενα αδικοπρακτική συμπεριφορά του Γ. Β. σε βάρος τους ενάγοντος και, συνακόλουθα, η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση στο αποδεικτικό της πόρισμα, και ειδικότερα ότι παρά την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ του προαναφερθέντος τρίτου προσώπου και των εδώ εναγομένων, ο ενάγων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, λόγω και της πανεπιστημιακής του μόρφωσης και της γνώσης του επενδυτικού περιβάλλοντος στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι ο προστηθείς απ' αυτές ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατειθέμενης απ' αυτές διενέργειας των προαναφερθεισών επενδυτικών υπηρεσιών εν όψει του ότι δεν τηρήθηκε η οριζόμενη νόμιμη διαδικασία για την επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια, αλλά ο ίδιος ανέθεσε προσωπικά στον ως άνω τρίτο την διαχείριση των ως άνω καταβληθέντων ποσών με την σύνταξη απλών βεβαιώσεων καταβολής τους για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων -μετοχών και όχι με τη συμπλήρωση και υπογραφή νόμιμων αιτήσεων για την επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Ταύτα ανεξάρτητα από το ότι υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται απαραδέκτως, κατά τα προαναφερθέντα, η ουσία της υπόθεσης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, σκέλη Α και Β με τα οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(α, β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλ.
οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.
ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 1326/2011).
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ. σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους από τους αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ του άρθρο 559 ΚΠολΔ της αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του, συνιστάμενο στο ότι "οι εναγόμενες σε κάθε περίπτωση όφειλαν να διατηρούν σύστημα πλήρους ελέγχου των ενεργειών του συγκεκριμένου συνεργάτη τους", ο οποίος αδικοπράκτησε σε βάρος του ενάγοντος, ο οποίος (ισχυρισμός) προτάθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου με τις από 22-5-2018 προτάσεις του.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι, τα ως άνω δεν αποτελούν πράγμα κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, αλλά όπως και ο ίδιος με το αναιρετήριο, διατείνεται, επιχείρημα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη της σχέσης πρόστησης του προστηθέντος τρίτου από τις αναιρεσίβλητες, την ύπαρξη της οποίας δέχθηκε κατ' αρχήν η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της και τα προαναφερθέντα στον προηγούμενο απορριφθέντα λόγο αναίρεσης, η δε αναφορά του Εφετείου και σε απαράδεκτο της προβολής του εκ του περισσού διατυπώθηκε.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (α περ.) Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005). Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 541/2014, 294/2014).
Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. 'Αρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.
Δεν δημιουργείται όμως δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 και επ. ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (για να αποτραπεί δεδικασμένο), κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2009, 525/2008).
Για να είναι ορισμένος o λόγος αναίρεσης από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται ρητώς στο αναιρετήριο, ότι έγινε προβολή του ισχυρισμού περί δεδικασμένου και να καθορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 563/3017, ΑΠ 1324/13).
Επίσης, στην περ. β του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ ορίζεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι μετά την αναίρεση με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 1826/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου της υπ' αριθμ. 7106/2005 απόφασης του Εφετείου, διότι δεν αιτιολογήθηκε επαρκώς η κρίση ότι δεν υπήρχε η σχέση πρόστησης μεταξύ του αδικοπραγήσαντος τρίτου σε βάρος του ενάγοντος και των εναγομένων εταιρειών και την επαναφορά των διαδίκων κατά το άρθρο 579 ΚΠολΔ στην προηγούμενη δικονομική κατάσταση, "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξέτασε και απεφάνθη επί της ένστασης του άρθρου 300 ΑΚ (σε συνδ.
με άρθρα 334 και 922 ΑΚ) που είχαν προβάλει πρωτόδικα και στο Εφετείο οι εναγόμενες εταιρείες, επί της οποίας όμως δεν είχε αποφανθεί η μερικώς αναιρεθείσα με αριθμό 7106/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτόν τον τρόπο όμως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.. παραβίασε το δεδικασμένο της με αριθμ. 7106/2005 απόφασης του Εφετείου, αφού δεν είχε δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της ένστασης αυτής".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος κατά το περιεχόμενό του ως αντιφατικός, διότι ενώ ο αναιρεσείων επικαλείται την περίπτωση β του αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλ. ότι το δικαστήριο δέχθηκε δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο, στη συνέχεια επικαλείται ότι η αναιρεσσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 7106/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ταύτα ανεξάρτητα από το ότι ουδόλως η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ασχολήθηκε με ζήτημα δεδικασμένου, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, το οποίο εξ άλλου δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί ως προς τα αντικειμενικά όρια που ορίζονται στο άρθρο 330 ΚΠολΔ, εν όψει του ότι μετά την εξαφάνιση της απόφασης συνεπεία αποδοχής της αναίρεσης και την επαναφορά των διαδίκων στην προηγούμενη κατάσταση, το Εφετείο επιλαμβάνεται των ενστάσεων που είχαν υποβάλει οι εναγόμενες, οι οποίες δεν είχαν εξεταστεί συνεπεία απόρριψης της αγωγής από άλλον λόγο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα καθεμίας των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν ίδιες προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183, 191).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-8-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3089/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα κάθε μιας των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ