Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, ruling lower court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by seven individuals against a labor dispute judgment, ordering them to pay costs. The appellants argued the Court of First Instance failed to consider four specific sworn affidavits submitted during the proceedings. The court rejected this claim, stating the lower court explicitly acknowledged these documents and weighed them alongside other evidence to form its conviction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 176 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's finding of error is unfounded if the lower court explicitly states it considered all submitted evidence, including specific affidavits, in forming its conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 291 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 291/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.
Δέσποινας Βούλγαρη του Γεωργίου, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής, 2.Μαρίας Θεοδωροπούλου του Βασιλείου, κατοίκου Κορυδαλλού, 3.
Παναγιώτας Κανέλλου του Γεωργίου, κατοίκου Νέας Ιωνίας Αττικής, 4.Βασιλικής Κωνσταντοπούλου του Γεωργίου, κατοίκου Γαλατσίου Αττικής, 5.Γεωργίου Πανταβού του Ευστράτιου, κατοίκου Π. Φαλήρου Αττικής, 6.
Αγγελικής Πετράκη του Θεόδωρου, κατοίκου Μελισσίων Αττικής, 7.Ευστάθιου Σταθόπουλου του Ιωάννη, κατοίκου Αγ. Δημητρίου Αττικής, 8.Γεωργίου Τομαρά του Ιωάννη, κατοίκου Καισαριανής Αττικής, 9.Μαρίνας Κοντογεώργου του Δημητρίου, κατοίκου Ηλιούπολης Αττικής, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπούρλου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e- ΕΦΚΑ)", όπως μετονομάστηκε ο "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ- ΕΝΙΑΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (l.K.A. - Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεράσιμου Χαλιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1471/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6273/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-11-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16.11.2020 και με αριθμ. καταθ.531/49/26.1.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6273/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 30.12.2014 και με αριθμ. κατάθ. 1570/2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1471/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 23.4.2010 (αριθμ. εκθ. καταθ. 79646/2216/29.4.2010 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία e-ΕΦΚΑ, όπως μετονομάστηκε ο "ΕΦΚΑ", ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ". Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς αυτές.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται για ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 2192/2014, 2201/2014).
Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες, αλλ' αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 3 του Συντάγματος.
Έτσι, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται σε συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τη χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα, ανεξάρτητα από την ονομασία που έδωσαν σ' αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς αυτός ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" της σχέσεως από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Η κρίση αυτή, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 του ν. 2527/1997, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ ή άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεστεί από υπαλλήλους του.
Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017).
Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο, αφού απέρριψε τον λόγο της εφέσεως τον προσβάλλοντα την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθ' ο μέρος τούτο είχε απορρίψει την κύρια βάση της αγωγής, με την οποία ζητείτο να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες συνδεόντουσαν με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΕΦΚΑ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να κηρυχθεί άκυρη η καταγγελία των συμβάσεών τους εργασίας, ως μη νόμιμη, η οποία κρίση δεν προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, επιλαμβανόμενο περαιτέρω των λόγων της εφέσεως των προσβαλλόντων την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των επικουρικών βάσεων της αγωγής εκ της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας άλλως της απλής σχέσεως εργασίας ως κατ' ουσία αβασίμων, δέχθηκε τα εξής: "Το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., που λειτουργεί ως κύριος ασφαλιστικός φορέας των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, ανταποκρινόμενο στις σύγχρονες κοινωνικοασφαλιστικές συνθήκες, αποφάσισε, το έτος 2007, να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού με κύριο άξονα την ανάπτυξη του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Ι.Κ.Α. (ΟΠΣ-ΙΚΑ), στα πλαίσια του οποίου ήταν αναγκαίο να εκτελεστούν, εντός δύο (2) ετών, επιμέρους έργα που αποσκοπούσαν 1.
στη συγκέντρωση, καταγραφή, ταξινόμηση και ηλεκτρονική καταχώριση του συνόλου των στοιχείων των ασφαλισμένων του μέχρι 31.12.2001 καθώς επίσης τη διόρθωση των εκκρεμών εγγραφών Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (Α.Π.Δ.) από 01.01.2002 (έναρξη εφαρμογής θεσμού Α.Π.Δ.) μέχρι την κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων, για τη δημιουργία ενιαίου ηλεκτρονικού μητρώου ασφαλιστικής ιστορίας των ασφαλισμένων και 2.
την απογραφή και δημιουργία μητρώου ασφαλισμένων, συνταξιούχων και εργοδοτών και την ταξινόμηση και σύγκλιση ηλεκτρονικών αρχείων κ.λπ. των εντασσόμενων στο ίδιο (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) Κλάδων Κύριας Σύνταξης Ασφαλιστικών Ταμείων. Τα ως άνω έργα, ως εκ της φύσεως, της εκτάσεως και του ορισμένου χρόνου εντός του οποίου επρόκειτο να πραγματοποιηθούν, αποτελούσαν έκτακτη υπηρεσιακή ανάγκη του εναγομένου, ενώ από τον Οργανισμό αυτού δεν προβλεπόταν οργανική μονάδα στην αρμοδιότητα της οποίας να εμπίπτουν.
Σχετικά εκδόθηκε η υπ' αριθ. Φ.1002/19825/3008/26.07.2007 (ΦΕΚ Β'/1359/01.08.2007) Κοινή Υπουργική απόφαση (Κ.Υ.Α.) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας για ανάθεση έργου με μίσθωση από το (εναγόμενο) Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., κατ' εφαρμογή των προβλεπομένων στο άρθρο 6 του ν. 2527/1997, και κατόπιν της ΔΙΠΠ/Φ.ΕΓΚΡ. 7/12608/03.07.2007 αποφάσεως της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 1 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) 33/2006 περί εγκρίσεως σύναψης συμβάσεων μίσθωσης έργου με 330 άτομα για χρονικό διάστημα δύο ετών στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
και της 135/2007 γνωμοδοτήσεως της Ολομελείας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με την οποία τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή (ως άνω - ένδικα) έργα είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο συμβάσεων έργου χωρίς να υποκρύπτεται σ' αυτές σχέση εξαρτημένης εργασίας, με την οποία (Κ.Υ.Α.) καθορίστηκε ο αριθμός των προσώπων με τα οποία μπορεί το εναγόμενο να συνάψει σύμβαση μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών α) σε 150 άτομα (εκ των οποίων 20 ΠΕ, 10 ΤΕ και 120 ΔΕ), με αντικείμενο έργου τη συγκέντρωση, καταγραφή, ταξινόμηση και ηλεκτρονική καταχώριση του συνόλου των στοιχείων των ασφαλισμένων του μέχρι 31.12.2001 καθώς επίσης τη διόρθωση των εκκρεμών εγγραφών Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (Α.Π.Δ.) από 01.01.2002 μέχρι την έκδοση αυτής, για τη δημιουργία ενιαίου ηλεκτρονικού μητρώου ασφαλιστικής ιστορίας των ασφαλισμένων και ορίστηκε περαιτέρω ότι η ετήσια αποζημίωση για κάθε ανάδοχο ανά κατηγορία θα ανέρχεται για τους ΠΕ σε 13.000 €, τους ΤΕ σε 12.000 € και τους ΔΕ σε 11.000, πλέον Φ.Π.Α., η οποία θα καταβάλλεται τμηματικά ανά μήνα, ανάλογα με την πορεία εκτέλεσης του έργου και ύστερα από σχετική βεβαίωση καλής εκτέλεσης των Προϊσταμένων Διεύθυνσης των Μονάδων του εναγομένου και των καθ' ύλην αρμοδίων Προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης και έκδοση σχετικής νόμιμης απόδειξης παροχής υπηρεσιών από τον ανάδοχο και ότι οι ανάδοχοι του έργου δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ως και αδείας και β) σε 180 άτομα (εκ των οποίων 30 ΠΕ, 10 ΤΕ, 5 ΠΕ Πληροφορικής, 5 ΤΕ Πληροφορικής, 100 ΔΕ, 15 ΥΕ και 15 οδηγοί), με αντικείμενο έργου την απογραφή και δημιουργία μητρώου ασφαλισμένων, συνταξιούχων και εργοδοτών, ταξινόμηση και σύγκλιση ηλεκτρονικών αρχείων κλπ των εντασσομένων στο Ι.Κ.Α.¬ Ε.Τ.Α.Μ.
Κλάδων Κύριας Σύνταξης Ασφαλιστικών Ταμείων και ορίστηκε περαιτέρω ότι η ετήσια αποζημίωση για κάθε ανάδοχο ανά κατηγορία θα ανέρχεται για τους ΠΕ σε 13.000 €, τους ΠΕ Πληροφορικής σε 14.000 €, τους ΤΕ και ΤΕ Πληροφορικής σε 12.000 €, τους ΔΕ σε 11.000, τους ΥΕ σε 10.500 € και τους οδηγούς σε 12.000 €, πλέον Φ.Π.Α., η οποία θα καταβάλλεται τμηματικά ανά μήνα, ανάλογα με την πορεία εκτέλεσης του έργου και ύστερα από σχετική βεβαίωση καλής εκτέλεσης των Προϊσταμένων Διεύθυνσης των Μονάδων του εναγομένου και των καθ' ύλην αρμοδίων Προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης και ότι οι ανάδοχοι του έργου δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ως και αδείας, και καθορίστηκαν επίσης οι λοιποί όροι των συμβάσεων.
Κατόπιν, μεταξύ του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου αφενός και εκάστου των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων αφετέρου καταρτίσθηκαν οι κατωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών και συγκεκριμένα: Α. 1. με την πρώτη (1η) ενάγουσα, που είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), η από 26.02.2008 με ισχύ από 26.02.2008 έως 25.02.2010, 2.
με τη δεύτερη (2η) ενάγουσα, που είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), η από 14.02.2008 με ισχύ από 14.02.2008 έως 13.02.2010, 3. με τον έκτο (6ο) ενάγοντα, που είναι απόφοιτος ΤΕΕ Οικονομίας και Διοίκησης (ΔΕ), η από 26.02.2008 με ισχύ από 26.02.2008 έως 25.02.2010, 4. με τον δέκατο (10ο) ενάγοντα, που είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), η από 14.02.2008 με ισχύ από 14.02.2008 έως 13.02.2010, 5.
με τον δωδέκατο (12ο) ενάγοντα, ως απόφοιτο Γενικού Λυκείου (ΔΕ), η από 03.03.2008 με ισχύ από 03.03.2008 έως 02.03.2010 και 6. με τη δέκατη τρίτη (13η) ενάγουσα, που είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), η από 22.02.2008 με ισχύ από 22.02.2008 έως 21.02.2010, με τις οποίες έκαστος των ανωτέρω εναγόντων ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συνίστατο στην, από κοινού μετ' άλλων (εργολάβων) τους οποίους υπέδειξε, όρισε και ανέθεσε την εκτέλεση των κατωτέρω εργασιών, ο πρώτος των συμβαλλομένων (ήτοι το εναγόμενο), συγκέντρωση, καταγραφή, ταξινόμηση και ηλεκτρονική καταχώριση του συνόλου των στοιχείων των ασφαλισμένων του (εναγομένου) Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
μέχρι 31.12.2001 καθώς επίσης τη διόρθωση των εκκρεμών εγγραφών Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (Α.Π.Δ.) από 01.01.2002 μέχρι την υπογραφή εκάστης συμβάσεως, για τη δημιουργία ενιαίου ηλεκτρονικού μητρώου ασφαλιστικής ιστορίας των ασφαλισμένων, αντί αμοιβής 22.000 ευρώ πλέον Φ.Π .Α. για κάθε ένα των ανωτέρω εργολάβων-εναγόντων (κρινόμενης στα πλαίσια και την αναλογία παροχής και αντιπαροχής και ενόψει και της όμοιας κατηγορίας εκπαίδευσης αυτών - ΔΕ) για όλο το χρονικό διάστημα της εργολαβίας και την εκτέλεση του ανατεθειμένου έργου, η οποία όμως δύναται να καταβάλλεται τμηματικά ανά μήνα ανάλογα με την πορεία εκτέλεσης του έργου και ύστερα από σχετική βεβαίωση καλής εκτέλεσης των Προϊσταμένων Δ/νσης των μονάδων του εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
και των καθ' ύλην αρμοδίων Προϊσταμένων Γενικής Δ/νσης και χωρίς να δικαιούται επιδόματα εορτών και αδείας σύμφωνα με την προαναφερόμενη Κ.Υ.Α. και Β. 1. με την τρίτη (3η) ενάγουσα, που είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), η από 08.02.2008 (σύμβαση μίσθωσης έργου) με ισχύ από 08.02.2008 έως 07.02.2010, 2. με την τέταρτη (4η) ενάγουσα, που είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), η από 04.03.2008 με ισχύ από 04.03.2008 έως 03.03.2010, 3.
με την πέμπτη (5η) ενάγουσα, που είναι πτυχιούχος Πανεπιστημίου (τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πατρών - ΠΕ), η από 25.02.2008 με ισχύ από 25.02.2008 έως 25.02.2010, 4. με τον έβδομο (7ο) ενάγοντα, που είναι απόφοιτος ΤΕΕ Υποστήριξης Δικτύων Η/Υ (ΔΕ), η από 14.02.2008 με ισχύ από 14.02.2008 έως 14.02.2010, 5. με την όγδοη (8η) ενάγουσα, που είναι υποχρεωτικής εκπαίδευσης (ΥΕ), η από 07.02.2008 με ισχύ από 07.02.2008 έως 07.02.2010, 6.
με την ένατη (9η) ενάγουσα, που είναι απόφοιτος Γενικού Λυκείου (ΔΕ), η από 20.02.2008 με ισχύ από 20.02.2008 έως 20.02.2010 και 7. με τον ενδέκατο (11ο) ενάγοντα, που είναι απόφοιτος ΤΕΙ (ΤΕ), η από 14.02.2008 με ισχύ από 14.02.2008 έως 13.02.2010, με τις οποίες έκαστος των ανωτέρω εναγόντων ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συνίστατο στην, από κοινού μεθ' άλλων (εργολάβων) τους οποίους υπέδειξε, όρισε και ανέθεσε την εκτέλεση των κατωτέρω συμβαλλομένων (ήτοι το εναγόμενο), απογραφή και δημιουργία εργασιών, ο πρώτος των μητρώου ασφαλισμένων, συνταξιούχων και ταξινόμηση και σύγκλιση ηλεκτρονικών αρχείων κλπ των εντασσομένων στο (εναγόμενο) Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
Κλάδων Κύριας Σύνταξης Ασφαλιστικών Ταμείων, αντί αμοιβής των εργολάβων 26.000 ευρώ πλέον Φ,Π,Α, για την πέμπτη (5η) των εναγόντων, 21.000 πλέον Φ,Π.Α, νιο την όγδοη (8η), 24.000 πλέον Φ,Π,Α. για τον ενδέκατο (11ο) και 22.000 ευρώ για κάθε ένα των εργοδοτών, λοιπών ανωτέρω εργολάβων-εναγόντων, πλέον Φ,Π.Α., (κρινόμενης στο πλαίσια και την αναλογία παροχής και αντιπαροχής και ενόψει και της κατηγορίας εκπαίδευσης αυτών σύμφωνο με το ανωτέρω - ΠΕ, ΥΕ, ΤΕ και ΔΕ αντιστοίχως) για όλο το χρονικό διάστημα της εργολαβίας και την εκτέλεση του ανατεθειμένου έργου, η οποίο όμως δύναται να καταβάλλεται τμηματικά ανά μήνα ανάλογα με την πορεία εκτέλεσης του έργου και ύστερα οπό σχετική βεβαίωση καλής εκτέλεσης των Προϊσταμένων Δ/νσης των μονάδων του εναγομένου Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
και των καθ' ύλην αρμοδίων Προϊσταμένων Γενικής Δ/νσης, και χωρίς να δικαιούται επιδόματα εορτών και αδείας σύμφωνα με την προαναφερόμενη Κ.Υ.Α, Κατά τις συμβάσεις αυτές, που έχουν, κατά τα λοιπά, πανομοιότυπο περιεχόμενο, συμφωνήθηκε επίσης ότι ανανέωση ή παράταση της σύμβασης αποκλείεται, ότι το (εναγόμενο) Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., δικαιούται όπως παρακολουθεί το εκτελούμενο έργο, την πορεία του και να υποδεικνύει τη σειρά εκτέλεσης αυτού και ότι ως εκ της φύσεως του έργου, που απαιτεί και τη συνεργασία του μόνιμου προσωπικού του εναγομένου, ορίζεται ως τόπος εκτέλεσης του έργου η αναφερόμενη σε κάθε σύμβαση μονάδα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
και συγκεκριμένα η μονάδα: 1. Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών για την πρώτη ενάγουσα 2. Γλυφάδας για τη δεύτερη, 3. Κεραμεικού για την τρίτη, 4. Ν. Ιωνίας για την τέταρτο, 5. Διεύθυνσης Παροχών και Συντάξεων για την πέμπτη, 6. Παγκρατίου για τον έκτο, 7. Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης για το έβδομο, 8. Διοίκησης - Διεύθυνσης Παροχών για την όγδοη, 9.
Διεύθυνσης Παροχών και Συντάξεων για την ένατη, 10. Απονομής Συντάξεων για τον δέκατο, 11. Πλ. Συντάγματος για τον ενδέκατο, 12. Κεραμεικού για τον δωδέκατο και 13. Διεύθυνση Ασφάλισης και Εσόδων για τη δέκατη τρίτη, και καθορίζεται ως χρόνος παροχής του έργου ο συμφωνηθείς με τον Διευθυντή της αντίστοιχης μονάδας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.
με όριο των 37,5 ωρών εβδομαδιαίως και εντός των ωρών λειτουργίας των υπηρεσιών του Ιδρύματος, το οποίο δύναται κατ' ελευθέραν κρίση και επιλογή να αλλάξει τον τόπο εκτέλεσης του έργου του εργολάβου δικαίωμα του οποίου έκανε χρήση το εναγόμενο και κατά τη διάρκεια των συμβάσεων άλλαξε για μερικούς των εναγόντων τον τόπο εκτέλεσης του έργου σε άλλες των ανωτέρω μονάδων του, προς εκτέλεση όμως του έργου που ανέλαβε έκαστος με τη σύμβασή του.
Με βάση τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες παρείχαν στο εναγόμενο τις υπηρεσίες τους μέχρι την ολοκλήρωση του έργου που έκαστος ανέλαβε και τη λήξη της σύμβασής του και καταβλήθηκε σε κάθε έναν η συμφωνηθείσα αμοιβή. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με τις ως άνω συμβάσεις οι αντισυμβαλλόμενοι (διάδικοι) απέβλεπαν, όχι στην παροχή της εργασίας αυτής καθ' εαυτή, αλλά στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, συνιστάμενου στην εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, δηλαδή, σε γενικές γραμμές, στην εφάπαξ συλλογή και επεξεργασία στοιχείων, όπως ειδικότερα ανωτέρω αναφέρεται για τον καθένα και, συνεπώς, επρόκειτο περί συμβάσεως μισθώσεως έργου, χωρίς τούτο να αναιρείται από την έλλειψη εμπειρίας των εναγόντων, τον ασκούμενο ως άνω έλεγχο της καλής εκτέλεσης του έργου από το εναγόμενο και των τοπικών και χρονικών περιορισμών, που εκ των πραγμάτων έπρεπε να τεθούν, δεδομένου ότι το εναγόμενο προσέφερε την αρχική εκπαίδευση και τα αναγκαία μέσα για την πραγμάτωση του έργου, που ως εκ της φύσεώς του έπρεπε να λάβει χώρα εντός των διαφόρων μονάδων-υπηρεσιών αυτού (εναγομένου), οι οποίες όμως λειτουργούσαν ορισμένες ώρες και ημέρες της εβδομάδας".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχθηκε ότι οι συμβάσεις που συνέδεαν τους αναιρεσιβλήτους με το αναιρεσείον απέβλεπαν στην επίτευξη - εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου δηλαδή στη συλλογή και επεξεργασία στοιχείων και όχι στην παροχή εργασίας το οποίο άλλωστε δεν αναιρείτο από την έλλειψη εμπειρίας των αναιρεσειόντων, τον ασκούμενο έλεγχο της καλής εκτέλεσης του έργου από το αναιρεσίβλητο και τους τοπικούς και χρονικούς περιορισμούς εκτελέσεως αυτού, καθ' όσον η πραγμάτωση του έργου, εκ της φύσεως της έπρεπε να λάβει χώρα εντός των μονάδων - υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες λειτουργούσαν ορισμένες ημέρες και ώρες της εβδομάδας και το αναιρεσίβλητο προσέφερε την αρχική εκπαίδευση και τα αναγκαία μέσα για την πραγμάτωση του έργου.
Επίσης, με σαφήνεια και επάρκεια αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η συνδέουσα τους αναιρεσείοντες με το αναιρεσίβλητο εργασιακή σχέση ήταν αυτή των συμβάσεων μισθώσεως έργου και όχι των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται τέτοια αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις κάτωθι ένορκες βεβαιώσεις:
την υπ' αριθμ. 7273/2.12.2011 ένορκη βεβαίωση της Ευαγγελίας Ναούμ ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την υπ' αριθμ. 7275/2.12.2011 ένορκη βεβαίωση της Ευστρατίας Καντζαφέρη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την υπ' αριθμ. 7274/2.12.2011 ένορκη βεβαίωση του Αθανασίου Μαυρίδη ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και την υπ' αριθμ. 7276/2.12.2011 ένορκη βεβαίωση του Κωνσταντίνου Ρίζου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, και την ειδική επίκληση ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, ληφθείσες μετά από νομότυπη κλήτευση του ήδη αναιρεσιβλήτου (βλ. την υπ' αριθμ. 11285/Γ/29.11.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Αριστείδη Μεραντζή) καθώς και ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα πιο πάνω έγγραφα.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ. 2). Δεν ορίζεται δε, η δικαστική δαπάνη μειωμένη διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο, που υπηρετεί σε αυτό με πάγια αντιμισθία (βλ.
το υπ' αριθμ. 36896/22.6.2021 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγή Αλ. Αλεξανδρόπουλου, όσον αφορά τον e-Ε.Φ.Κ.Α. προς το δικηγόρο Γεράσιμο Χαλιώτη) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 30 παράγραφοι 1 και 2 ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α. 14/2.2.2012), 19 παρ. 1 περ. (β) ν. 2556/1997 (ΦΕΚ Α. 270/24.12.1997), σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208 / 27.9.2013)].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.11.2020 αίτηση περί αναιρέσεως της 6273/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 291/2022 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Α.Π.