Supreme Court annuls appeal judgment for exceeding claim scope, remanding case to new panel.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court of Thessaloniki's decision for exceeding the claim's scope. The appellant argued the lower court wrongly ordered full payment despite a prior declaration to limit the claim to a recognition suit. The court found this procedural error constituted a valid ground for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal judgment that orders performance exceeding the scope of the claim constitutes a ground for annulment, requiring remand to a new panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 291 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 291/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Β. Α.Ε.", που εδρεύει στην Επανομή Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΙΑΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ρωξάνη Κωστατζίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16083/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 20251/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1997/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1997/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών εγγράφων: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας την από 10.10.2011 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 40217/2011) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 16083/2013 απόφασή του κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επί της αγωγής αυτής, με την οποία η ενάγουσα ζήτησε, μετά από περιορισμό του αρχικού αιτήματός της, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 994.000 ευρώ, ως υπόλοιπο αμοιβής της από σύμβαση έργου, εκδόθηκε η 20251/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία την δέχθηκε εν μέρει.
Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερους τους διαδίκους και επ' αυτών εκδόθηκε η 1997/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση της εναγομένης, δέχτηκε την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας, δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, το ποσό των 231.193 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής βάλλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή (Ολ.
ΑΠ 18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης ή όταν γίνεται επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, δημιουργεί λόγους αναίρεσης αντιστοίχως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία ως προς την αξίωση η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητά της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 681 του ΑΚ, "με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή". Για το ορισμένο της, εκ του ως άνω άρθρου, αγωγής του εργολάβου προς καταβολή της αμοιβής του για το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο εργοδότη, οφείλει αυτός να επικαλεστεί τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και την προσήκουσα εκτέλεση της βαρύνουσας αυτόν υποχρέωσης να παραδώσει το έργο στον εργοδότη.
Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή στην περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του.
Ο ακριβής χρόνος κατάρτισης της εργολαβικής σύμβασης δεν είναι αναγκαίο, κατ` αρχήν, να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 257/2009), εκτός αν λόγω ειδικών περιστάσεων, όπως της παρεμβολής χρονικώς περισσοτέρων, διαφόρων κατά περιεχόμενο δικαίων, ανακύπτει θέμα εφαρμογής ενός από αυτά ή αν το στοιχείο του χρόνου παρεμβαίνει στον καθορισμό του επιδιωκόμενου αποτελέσματος ή αν συνδέεται προς την ίδια την ουσία της επιδιωκόμενης κατάστασης, όπως αυτή καθορίσθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη (ΑΠ 508/2008).
Η αμοιβή του εργολάβου μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση της σύμβασης κατ` αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού. Συνακόλουθα, η αγωγή με την οποία ο εργολάβος ενάγει τον εργοδότη για καταβολή της αμοιβής του είναι ορισμένη όταν αναφέρονται, πλην των άλλων στοιχείων που προαναφέρθηκαν και ότι το έργο εκτελέσθηκε με τον προσήκοντα τρόπο και παραδόθηκε στον εργοδότη (ΑΠ 682/2010), ο οποίος αρνούμενος την αγωγή, μπορεί εξάλλου να ισχυρισθεί, κατ' ένσταση, την ύπαρξη ιδιαίτερης συμφωνίας με τον εργολάβο, που διαφοροποιεί το χρόνο ή γενικότερα τις προϋποθέσεις καταβολής της αμοιβής.
Δηλαδή η ύπαρξη τέτοιας τυχόν συμφωνίας, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής με την οποία ο εργολάβος ζητεί την καταβολή της αμοιβής του, αλλά θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη καταλυτική της αγωγής αυτής (ΑΠ 5/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη για την θεμελίωση της ένδικης αγωγής, που έχει ως αντικείμενο, την αναγνώριση υπολοίπου συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, εξέθεσε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της, ότι η ίδια είναι εταιρεία παρέχουσα εξειδικευμένες υπηρεσίες Μηχανικού και Τεχνικού Συμβούλου δραστηριοποιούμενη σε επίπεδο εφαρμογής, μελέτης και έρευνας στις περιοχές Ενέργειας, Περιβάλλοντος και Μηχανικής ρευστών, με κεντρικό τομέα εργασιών της την μελέτη και τεχνική υποστήριξη εγκαταστάσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ειδικότερα φωτοβολταϊκών έργων κάθε κλίμακας.
Ότι ο Σ. Β., διευθύνων σύμβουλος της εναγομένης, γνώρισε την ενάγουσα μετά τον Σεπτέμβριο του 2006 στην ΔΕΘ, μέσω της εταιρείας ΙΡΙΣ ΑΕ, με την οποία η ενάγουσα συνεργάζεται, και της δήλωσε ότι ενδιαφερόταν για την κατασκευή φωτοβολταϊκού πάρκου μεγάλης ισχύος, μετά δε από επαφές και συνομιλίες της ανέθεσε, προσωπικά, αφενός μεν την παροχή υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου αφετέρου δε την εκπόνηση και υποβολή τεχνικών μελετών για την δημιουργία φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 3,5 Μεγαβάτ.
Ότι, για την υλοποίηση του σχεδίου του ο ως άνω επιχειρηματίας ίδρυσε, κατόπιν συμβουλής της ενάγουσας, την εναγομένη εταιρεία για τον συγκεκριμένο σκοπό. Ότι την κατασκευή και εγκατάσταση του φ/β πάρκου θα αναλάμβανε η ως άνω κατασκευαστική εταιρεία ΙΡΙΣ ΑΕ που, κατά τα συμφωνηθέντα, θα το ολοκλήρωνε έως 30/3/2010 εκτός αν συνέβαιναν περιστατικά ανώτερης βίας.
Ότι η ενάγουσα παρείχε όλες τις απαιτούμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες και προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την αδειοδότηση του έργου, η οποία και επιτεύχθηκε μετά από την αξιολόγηση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας. Ότι, αν και η ενάγουσα ολοκλήρωσε και παρέδωσε το έργο που της ανατέθηκε και εκδόθηκε, τον Απρίλιο του 2010, η άδεια για την έναρξη εργασιών εγκατάστασης του φ/β σταθμού, η εναγομένη αρνείται να της καταβάλει την αμοιβή της ισχυριζόμενη ότι οι διαδικασίες αδειοδότησης δεν ολοκληρώθηκαν.
Ότι, όσον αφορά την αμοιβή της η συμφωνία των συμβαλλομένων προέβλεπε ότι θα είναι "τα νόμιμα" άλλως κατ' αναλογία τους, ενώ σε περίπτωση απουσίας τέτοιας πρόβλεψης η αμοιβή προσδιοριζόταν ρητά (όπως ορίστηκε η αμοιβή για την μελέτη ένταξης στον αναπτυξιακό νόμο) ή τέλος κατά τα ειθισμένα. Ότι, το οφειλόμενο υπόλοιπο από την αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό του 1.665.135 ευρώ πλέον ΦΠΑ, όπως αυτό αναλύεται κατά τα επί μέρους κονδύλια που το αποτελούν, την καταβολή του οποίου και ζήτησε με την ένδικη αγωγή (741.047,94 ευρώ στο ΤΕΕ άλλως στην ίδια και το υπόλοιπο στην ίδια).
Κατά τη συζήτηση, αρχικά, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα μετέτρεψε το σύνολο του αιτούμενου ποσού σε αναγνωριστικό, ενώ στη συνέχεια (και μετά την παραπομπή). ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περιόρισε το αίτημά της στις 994.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 741.047,94 ευρώ ζήτησε να καταβληθεί στο ΤΕΕ, το οποίο έχει εκδώσει σχετική εντολή πληρωμής, επικουρικά στην ίδια, το δε υπόλοιπο ποσό στην ίδια.
Η αγωγή υπό το ως άνω περιεχόμενο, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για την νομική θεμελίωση του αιτήματος της ενάγουσας περί καταβολής της οφειλόμενης εργολαβικής της αμοιβής. Ειδικότερα, στην αγωγή αναφέρονται; α) η σύναψη σύμβασης, β) το έργο που συμφωνήθηκε, με αναλυτική αναφορά των επί μέρους εργασιών, γ) το ύψος της αμοιβής, εν μέρει συμφωνηθείσα εν μέρει η νόμιμη, κατά τη συμφωνία των συμβαλλόμενων και γ) η προσήκουσα εκτέλεση του έργου και παράδοση αυτού στην εναγομένη- εργοδότρια.
Περαιτέρω, δεν απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής: α) η αναφορά του ακριβούς χρόνου σύναψης της ένδικης σύμβασης, β) ο ακριβής χρόνος παράδοσης του έργου, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα δεδομένου ότι επρόκειτο για ένα σύνθετο έργο για την ολοκλήρωση του οποίου απαιτείτο να υπερκερασθούν πολλά εμπόδια και πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες ενόψει του ότι κατά την εποχή εκείνη η νομοθεσία μεταβαλλόταν συνεχώς και γ) περαιτέρω εξειδίκευση όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης αφού επαρκώς αναφέρεται ότι ο Σ.
Β., ανέθεσε στην ενάγουσα το επίδικο έργο και ακολούθως συνέστησε, καθ' υπόδειξη της τελευταίας, την εναγομένη εταιρεία για την υλοποίηση του συγκεκριμένου σκοπού. Σημειώνεται, επίσης, ότι, η διαφοροποίηση του προϋπολογισμού επί του οποίου υπολογίζει την αμοιβή της η ενάγουσα επαρκώς αιτιολογείται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, λόγω της επικαλούμενης συμφωνίας των μερών περί μείωσης αυτού (προϋπολογισμού) για την συγκεκριμένη κατηγορία εργασιών.
Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένη την ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο έφεσης της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως αποφανθείσας πρωτόδικης απόφασης, ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου:
α) πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν αναφέρεται επί πλέον στην αγωγή ο ακριβής χρόνος σύναψης της συμφωνίας ανάθεσης έργου, ποιες ακριβώς ήταν οι ανατεθείσες εργασίες, ο συμφωνημένος χρόνος παράδοσης αυτού και αν συμφωνήθηκε και ποια ακριβώς αμοιβή, ¨καθώς κατά τα προαναφερθέντα η αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία για το ορισμένο της στοιχεία, τα όσα δε διαφορετικά επικαλείται η εναγομένη μπορούν, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, να θεμελιώσουν ένσταση καταλυτική της αγωγής,, β) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' ορθή εκτίμηση), αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, επαρκώς θεμελιώνεται η παθητική νομιμοποίηση της εναγομένης.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή - ανάλογα - ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 469/1984) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 430/2011), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988), εκτός αν υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΑΠ 408/3019) ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 656/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μέσω δε αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 64/2020, ΑΠ 597/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής της αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με αποτέλεσμα να κρίνει την αγωγή παραδεκτή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη εφόσον είχε ασκηθεί υπό ανεπίτρεπτη αίρεση ως προς το πρόσωπο της ενάγουσας καθώς με αυτήν (αγωγή) ζητείτο η καταβολή μέρους της αμοιβής στο ΤΕΕ, άλλως και επικουρικώς στην ίδια την ενάγουσα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός περί απαραδέκτου, επί του οποίου θεμελιώνεται το προβαλλόμενο σφάλμα, είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος, αφού το Εφετείο απάντησε επί του σχετικού λόγου έφεσης, καθώς αναφέρει ρητά ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή όσον αφορά το (μη διάδικο) ΤΕΕ, ενώ επίσης αποφαίνεται ότι "ουδείς βάλλει ειδικώς και ορισμένως κατά του κεφαλαίου της εκκαλουμένης με το οποίο το αίτημα περί καταβολής του ποσού των 741.047,94 ευρώ στο ΤΕΕ απερρίφθη ως απαράδεκτο". Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε στάδιο έρευνας από το Εφετείο της επικουρικής εναγωγής.
Κατά την έννοια του άρθρου 700 ΑΚ ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, στην περίπτωση δε αυτή οφείλει να καταβάλλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή ενώ κατά το άρθρο 686 εδ. α` και β` ΑΚ: "Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.
Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της." Η δήλωση βούλησης του εργοδότη περί υπαναχώρησης κατά το εδ. α` του άρθρου 686 του ΑΚ ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 του ΑΚ μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ως περιλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά, όπως και ως προς τα κατ` ουσία γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1393/2012, ΑΠ 233/2006, 1743/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ, 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….-12-1999 συμβολαίου της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Ευθυμιάδη, που νόμιμα καταχωρήθηκε στα βιβλία ΕΠΕ του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αυξ.
αριθμό 10 ΕΠΕ/4-1-2000 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 107/7-1-2000 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) συνεστήθη μεταξύ των εταίρων, Σ. Π. και Σ. Δ., η ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας η επωνυμία, μετά από τροποποιήσεις, προσδιορίστηκε σε "ΑΙΑΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ" και της οποίας ο σκοπός, μετά από αρκετές επίσης τροποποιήσεις, προσδιορίστηκε ότι είναι:
α) η ανάληψη και εκπόνηση ερευνητικών και τεχνικών μελετών για μηχανολογικές, ηλεκτρολογικές, ηλεκτρονικές, περιβαλλοντικές και εν γένει εφαρμογές, β) η αγορά, εισαγωγή και παραγωγή λογισμικού και υλικού ηλεκτρονικών υπολογιστών... γ) η ανάληψη, κατασκευή και εκμετάλλευση πάσης φύσης δημοσίων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων, δ) η εκπόνηση μελετών, η ανέγερση οικοδομών, γραφείων, καταστημάτων, διαμερισμάτων κλπ και η εκμίσθωση αυτών και τέλος ε) η εμπορία αγαθών σχετιζομένων με τα ανωτέρω αντικείμενα (βλ.
το υπ' αριθμ. …/2005 συμβόλαιο της συμβ/φου Θεσσαλονίκης Άννας Πουλουτίδου με τίτλο "τροποποίηση - συμπλήρωση - κωδικοποίηση ΕΠΕ"). Εκ των εταίρων της, ο μεν Σ. Δ. είναι μηχανολόγος μηχανικός, ενώ η Σ. Π. είναι φυσικός με μεταπτυχιακό στην πυρηνική φυσική και με πτυχίο μελετητή, χορηγηθέν το Δεκέμβριο του 2005 από το Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.
Η τελευταία έχει ασχοληθεί επισταμένως με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειες, καθώς και με τον τομέα της μελέτης, του σχεδιασμού και της υλοποίησης αυτόνομων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες (εγκαταστάσεις) δυνάμει του Ν. 3468/2006 περί "Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές" προωθήθηκαν ιδιαιτέρως στη χώρα μας από τα μέσα του 2006 και μετέπειτα, ως περιβαλλοντικές και ενεργειακές προτεραιότητες υψίστης σημασίας και προκειμένου, μέσω αυτών, να υπάρξει προστασία του κλίματος και του περιβάλλοντος γενικότερα.
Τη χρονική εκείνη περίοδο, πολλοί επενδυτές εξεδήλωσαν ενδιαφέρον για την κατασκευή και εκμετάλλευση τέτοιων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, δοθέντος ότι είχε καταστεί, ήδη, γνωστό ότι τα συγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια, ήτοι της παραγωγής ηλεκτρισμού από ήπιες μορφές ενέργειας, όπως είναι και η ηλιακή ενέργεια, θα μπορούσαν να υπαχθούν στο Νόμο 3299/2004 περί "Κινήτρων Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη", στο άρθρο 1 του οποίου προβλεπόταν η χορήγηση διαφόρων ειδών ενισχύσεων και παροχών στους αποφασίζοντες να ασχοληθούν με αυτά (π.χ.
δωρεάν παροχή χρηματικού ποσού από το Δημόσιο, κάλυψη από το Δημόσιο των δόσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης για την απόκτηση καινούργιου μηχανολογικού εξοπλισμού, φορολογικές απαλλαγές κλπ), με σκοπό την αύξηση της απασχόλησης, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, την προώθηση της τεχνολογικής αλλαγής και της καινοτομίας, την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και την εξοικονόμηση ενέργειας.
Τον Σεπτέμβριο του 2006 και ενώ στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης πολλές εταιρίες παρουσίαζαν τις προτάσεις τους αναφορικώς με την εκμετάλλευση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ο επιχειρηματίας Σ. Β., που μέχρι τότε ασχολείτο με τον τομέα των λιπασμάτων διατηρώντας προς τούτο την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Λιπάσματα Χαλκιδικής ΑΒΕΕ", ήλθε σε επαφή με τον Ι.
Σ., κύριο μέτοχο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της κατασκευαστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΡΙΣ ΑΕ", ο οποίος εξέθετε εκεί τον πρώτο ελληνικό κινούμενο ηλιοστάτη ΡΥ 30 με χωροδικτύωμα, δικής του εφευρέσεως, για τον οποίο αργότερα (το 2007) του χορηγήθη από τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, το υπ' αριθμ.
… δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και του πρότεινε συνεργασία προς το σκοπό κατασκευής και εκμετάλλευσης σε περιοχή της Μακεδονίας μεγάλου φωτοβολταϊκού πάρκου, εκ του οποίου, όπως ευελπιστούσε, θα αποκόμιζε σημαντικότατο οικονομικό όφελος. Επειδή για την υλοποίηση μιας τέτοιας επένδυσης οι απαιτούμενες γραφειοκρατικές διαδικασίες ήταν πολλές και χρονοβόρες, ο Ι.
Σ. πρότεινε, τα μεν θέματα των τεχνικών μελετών και αδειοδοτήσεων να τα αναλάβει η ενάγουσα εταιρία "ΑΙΑΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ", με την οποία από ετών συνεργαζόταν σε θέματα μελετών σχετιζομένων με την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, την δε κατασκευή και εγκατάσταση του πάρκου να την αναλάβει η δική του εταιρία.
Η παραπάνω πρόταση έγινε αποδεκτή από τον Σ. Β., κι έτσι αυτός, τον Δεκέμβριο του 2006, ίδρυσε για τις ανάγκες του συγκεκριμένου έργου την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Β. ΑΕ", που καταχωρήθηκε στο μητρώο ανωνύμων εταιριών στις 8-12-2006 και της οποίας το μετοχικό κεφαλαίο, μετά από την τελευταία αύξηση, ανήλθε στο ποσό των 5.000.000 ευρώ (βλ.
το υπ' αριθμ. 12881/2-11-2009 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), ενώ το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα (Ιανουάριο με Φεβρουάριο του 2006) δυνάμει συμβάσεως έργου, που προφορικώς κατήρτισε με την ενάγουσα υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της• νεοϊδρυθείσας εναγόμενης εταιρίας, της ανέθεσε την εκπόνηση και υποβολή στις αρμόδιες υπηρεσίες όλων των μελετών και λοιπών δικαιολογητικών, που ήταν απαραίτητα για τη δημιουργία ενός φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 5 Μεγαβάτ, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία (Ν. 3468/2006).
Ειδικότερα, δυνάμει της προαναφερθείσας προφορικής συμβάσεως η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες αδειοδοτικές και μελετητικές ενέργειες που περιελάμβαναν, εκτός των άλλων, ηλεκτρομηχανικές, οικονομοτεχνικές, περιβαλλοντικές και ενεργειακές μελέτες, προκειμένου να επιτύχει:
α) την, για λογαριασμό της εναγόμενης, έκδοση αδείας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), β) την έκδοση αδείας εγκατάστασης και λειτουργίας από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης, γ) την έκδοση αδείας από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, δ) τη σύνδεση με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, στο οποίο διοχετεύεται το παραγόμενο από το φωτοβολταϊκό ηλεκτρικό ρεύμα και τη σύναψη συμβάσεως αγοραπωλησίας ηλεκτρικής ενέργειας με τον φορέα διανομής, τον λεγόμενο "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ" και τέλος, ε) την υπαγωγή της επένδυσης στον Αναπτυξιακό Νόμο, προς κάλυψη μέρους του ποσού αυτής (επένδυσης) από την σχετική επιδότηση και ενός άλλου μέρους από τραπεζικό δανεισμό.
Παραλλήλως ο Σ. Β., υπό την ίδια ως άνω ιδιότητά του, δυνάμει της από 23-4-2007 συμβάσεως έργου, που εγγράφως αυτή τη φορά κατήρτισε με την κατασκευαστική "ΙΡΙΣ ΑΕ", ανέθεσε στην τελευταία την κατασκευή και εγκατάσταση του ως άνω υπό αδειοδότηση τελούντος φωτοβολταϊκού πάρκου στο ακίνητο που θα επιλέγετο, στη παραπάνω δε έγγραφη σύμβαση, ο μεν προϋπολογισμός του έργου ορίστηκε "ενδεικτικώς" στο ποσό των 31.000.000 ευρώ, καθόσον, όπως ρητώς ανεγράφη στο άρθρο 2 αυτής, το τελικός κόστος θα διαμορφωνόταν κατά την φάση της υλοποίησης και αναλόγως με τις συνθήκες της αγοράς, η δε συνολική διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε έως την 30η Μαρτίου του 2010, διότι τόσος χρόνος υπολογίστηκε ότι θα απαιτηθεί για την ολοκλήρωση της αδειοδότησης και για την εν συνεχεία κατασκευή και εγκατάσταση του έργου, με δυνατότητα, ωστόσο, αναστολής της ως άνω συμφωνηθείσας προθεσμίας για λόγους ανωτέρας βίας, που θα συνέτειναν στην μη εμπρόθεσμη παράδοση του έργου τούτου (βλ.
άρθρο 4 του από 23-4-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού). Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη απέφυγαν να καθορίσουν με ακρίβεια το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής της εργολάβου εταιρίας "ΙΡΙΣ ΑΕ" και τούτο διότι, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα (Απρίλιος του 2007) και ενόψει και της ραγδαίας τεχνολογικής εξελίξεως στον τομέα των φωτοβολταϊκών, που τότε είχε αρχίσει να υλοποιείται κατ' ουσίαν στον ελλαδικό χώρο, ούτε ο τύπος του εξοπλισμού μπορούσε εκ των προτέρων να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αφού τούτος θα τοποθετείτο μετά πάροδο τριών ετών και δη το 2010, ούτε το κόστος της εγκατάστασής του μπορούσε να προβλεφθεί, με το ίδιο δε σκεπτικό, ούτε στην μετά της ενάγουσας καταρτισθείσα προφορική σύμβαση έργου καθόρισαν κάποια συγκεκριμένη αμοιβή για την εκ μέρους της ολοκλήρωση της αδειοδοτικής διαδικασίας, δοθέντος ότι η διάρκεια των γραφειοκρατικών διαδικασιών για ένα τόσο μεγάλο φωτοβολταϊκό έργο ήταν ακόμη άγνωστη, η δε εμπλοκή πολλών Δημοσίων Υπηρεσιών (όπως Αρχαιολογίες, Δασαρχεία, ΕΟΤ, ΓΕΕΘΑ, Περιφέρεια, Υπουργεία, Νομαρχίες κλπ) και η ανάγκη θετικής γνωμοδοτήσεώς τους, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, δημιουργούσε πλείστες αμφιβολίες (κυρίως στον επενδυτή Σ.
Β.) ως προς το εάν θα επιτυγχάνετο τελικώς η υλοποίηση της συγκεκριμένης επενδύσεως. Εν συνεχεία, τόσο η ενάγουσα εταιρία, όσο και η κατασκευαστική "ΙΡΙΣ ΑΕ", συνέδραμαν την εναγομένη στην αναζήτηση της κατάλληλης για την τοποθέτηση του ως άνω φωτοβολταϊκού πάρκου εκτάσεως, τελικώς δε, ως η πλέον προσφορότερη εκρίθη μία έκταση 300 στρεμμάτων, που βρίσκεται στο αγρόκτημα Πετρούσας του Δήμου Προσουτσάνης του νομού Δράμας, για την εκμίσθωση της οποίας υπεβλήθη σχετική αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Δράμας.
Στις 2-4-2007 με την υπ' αριθμ. …/2007 απόφαση του Νομάρχη Δράμας η εν λόγω έκταση εκμισθώθηκε στην εναγόμενη, ενώ παραλλήλως υπεβλήθη και αίτηση προς την Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης, συνοδευόμενη από την από Φεβρουάριο 2007 Τεχνική-Οικονομική Προμελέτη του έργου, που αποτελείτο από 70 και πλέον σελίδες και 4 διαγράμματα, προκειμένου να ληφθεί βεβαίωση της παραπάνω Αρχής ότι η έκταση δεν αποτελούσε αγροτική γη υψηλής παραγωγικότητας, γεγονός που θα την απέκλειε κατά την απαραίτητη περιβαλλοντική αδειοδότησή της.
Ακολούθως, στις 10-4-2007 η ενάγουσα, προκειμένου να ληφθεί η άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, υπέβαλε προς την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) αίτηση μετά ογκώδους φακέλου, που περιλάμβανε προσχέδιο με τον προϋπολογισμό του έργου, που τότε είχε οριστεί ενδεικτικώς στο ποσό των 31.800.000 ευρώ, οικονομικό υπολογισμό, μελέτη και έλεγχο προσφορών, μελέτη μηχανολογικής εγκαταστάσεως επτά τουλάχιστον τοπογραφικά διαγράμματα και σχετικούς χάρτες με συντεταγμένες του χώρου εγκατάστασης του σταθμού, καθώς και φάκελο Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων σε δύο αντίτυπα, τρεις ημέρες δε αργότερα, ήτοι στις 13-4-2007, δημοσιεύθηκε η υποβολή της αίτησης στην ΡΑΕ (βλ.
προσκομιζόμενο από την ενάγουσα ογκώδη φάκελο που περιλαμβάνει όλα τα ανωτέρω). Στις 22-6-2007, δύο δηλαδή μήνες μετά την υπογραφή της συμβάσεως μεταξύ της εναγομένης και της κατασκευαστικής "ΙΡΙΣ ΑΕ" και ενώ επίκειτο η διαβίβαση του παραπάνω φακέλου στην αρμόδια Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης προς έκδοση σχετικής γνωμοδότησής της, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), δυνάμει της υπ' αριθμ.
…/…-6-2007 αποφάσεώς της, καθόρισε τα ανώτατα όρια ισχύος των υπό αδειοδότηση φωτοβολταϊκών ανά Περιφέρεια σε όλη την Ελληνική Επικράτεια, ειδικότερα δε για την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, που εν προκειμένω μας ενδιαφέρει, αποφάσισε ότι θα πρέπει να αδειοδοτούνται κατ' έτος φωτοβολταϊκοί σταθμοί συνολικής ισχύος 6,25 μεγαβάτ (ΜW) για το έτος 2007, για το έτος 2008 8,65 ΜW,
για το έτος 2009 11,05 ΜW και για το έτος 2010 12 ΜW. Ενόψει της παραπάνω εξελίξεως και επειδή, εκτός της από 10-4-2007 αιτήσεως της εναγόμενης η οποία, σημειωτέον, με τα αιτούμενα 5 μεγαβάτ κάλυπτε το 80% της επιτρεπτής ισχύος όλης της παραπάνω Περιφέρειας, υπήρχαν σε αναμονή και άλλες αιτήσεις, που συνολικά αθροιζόμενες ξεπερνούσαν το κατά το έτος 2007 προβλεπόμενο όριο των 6,25 μεγαβάτ, η ΡΑΕ καθυστέρησε να εξετάσει και να αξιολογήσει εγκαίρως την αίτηση της εναγόμενης, αυτή δε (ΡΑΕ) επιλήφθηκε του σχετικού φακέλου περί τον Μάρτιο του 2008, όταν πλέον όλες οι προηγούμενες αιτήσεις είχαν απορριφθεί κατά το στάδιο της αξιολογήσεώς τους.
Εν τω μεταξύ, η ενάγουσα, προκειμένου να ολοκληρώσει την Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του έργου (ΠΠΕ), η οποία εκδίδεται από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος Χωροταξίας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης και η οποία αποτελεί το πρώτο βήμα για την οριστική Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ), υπέβαλε αιτήσεις και φακέλους σε διάφορες Δημόσιες Υπηρεσίες, όπως στη ΓΗ' Εφορία Προϊστορικών και κλασσικών Αρχαιοτήτων, στη 12η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, στην Εφορία Νεωτέρων Μνημείων, στη Διεύθυνση Δασών Δράμας, στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ) και στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, λαμβάνοντας από όλες τις θετικές γνωμοδοτήσεις τους, ενώ στις 23-4-2008 η ΡΑΕ διαβίβασε προς την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης την παραπάνω Προμελέτη, προς έκδοση σχετικής γνωμοδοτήσεώς της.
Κατά το στάδιο αυτό και ενώ θα έπρεπε να ληφθεί θετική γνωμοδότηση, εκτός των προαναφερθέντων Υπηρεσιών, και από το ΓΕΕΘΑ-Γενικό Επιτελείο Στρατού ως προς τον χώρο εγκατάστασης του εν λόγω φωτοβολταϊκού σταθμού, το τελευταίο γνωμάτευσε αρνητικά επί της υποβληθείσας αιτήσεως, επικαλούμενο ότι δήθεν στην ευρύτερη περιοχή υπήρχε πεδίο βολής, γεγονός που εξανάγκασε την ενάγουσα να υποβάλει την από 28-6-2008 νέα αίτηση επανεξέτασης του θέματος, με συνημμένα όλα τα τοπογραφικά στοιχεία που αποδείκνυαν ότι η έκταση, όπου θα αναπτυσσόταν το έργο, δεν περιλάμβανε το απαγορευμένο πεδίο, οπότε και εκδόθηκε θετική τελικώς γνωμάτευση του ΓΕΕΘΑ στις 9-9-2008.
Πέραν της ανωτέρω απρόβλεπτης καθυστερήσεως, προσκόμματα στην εκτέλεση του έργου δημιούργησε και η Νομαρχία Δράμας, η οποία, ενώ αρχικώς είχε εμφανιστεί ως ιδιοκτήτρια και εκμισθώτρια της εκτάσεως των 300 στρεμμάτων, εκ των υστέρων ισχυρίστηκε ότι τμήμα αυτής, αποτελούμενο από 160 στρέμματα, δεν ανήκε στην ίδια, αλλά στην ΕΤΒΆ.
Εξαιτίας των προσπαθειών της ενάγουσας η υπ' αριθμ. …/…-4-2007 αρχική απόφαση μίσθωσης τροποποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. …/….-10-2008 αποφάσεως του Νομάρχη Δράμας, πλην όμως για την επίτευξη της ανωτέρω αλλαγής απαιτήθηκε τροποποίηση της, ήδη, υποβληθείσας Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, καθώς και λήψη θετικών γνωμοδοτήσεων από όλες τις προαναφερθείσες Υπηρεσίες, ήτοι από δασαρχείο, ΓΕΕΘΆ, ΕΟΤ, 12η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κλπ, ενώ στις 14-11-2008 ξεπερνώντας τα μέχρι τότε εμπόδια, εκπόνησε και υπέβαλε στην Περιφέρεια Αν.
Μακεδονίας-Θράκης την οριστική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία της Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων. Η Περιφέρεια, δια της υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-11-2008 θετικής γνωμοδοτήσεώς της, ενέκρινε την εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού σταθμού όπως αυτός• προβλεπόταν στην αρχικώς εγκεκριμένη Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΠΠΕ), ενώ λίγο μεταγενέστερα δια του υπ' αριθμ.
…/…-2-2009 εγγράφου της τροποποίησε την παραπάνω θετική γνωμοδότησή της, εξαιτίας της αναμείξεως της ΕΤΒΆ στο υπό αδειοδότηση ακίνητο και της αναγκαστικής αλλαγής του χώρου εγκατάστασης του σταθμού. Τελικώς, μετά από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του έργου εκ μέρους της ΡΑΕ, εκδόθηκε στις 29-5-2009 η υπ' αριθμ.
πρωτ . Δβ/Φ1β.19β/οικ 11808/29-5-2009 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην εναγόμενη άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκό σταθμό, ισχύος 4.995 ΜΜ, στη θέση "Αγρόκτημα Πετρούσας", ενώ στις 6-7-2009, δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. …./…-7-2009 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αν.
Μακεδονίας-Θράκης εγκρίθησαν οι Περιβαλλοντικοί Όρων για τη δημιουργία του ως άνω έργου. Ακολούθως η ενάγουσα, την 9-7-2009 υπέβαλε προς την εδρεύουσα στον Πειραιά ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ", τη λεγόμενη εν συντομία "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ", αίτηση συνοδευόμενη από φάκελο τεχνικών προδιαγραφών με ηλεκτρολογικά σχέδια και μελέτη υποσταθμού μέσης τάσης, προκειμένου η τελευταία να της κάνει προσφορά σύνδεσης του φωτοβολταϊκού σταθμού με το δίκτυο παροχής μέσης τάσης ηλεκτρικού ρεύματος της περιοχής Προσοτσάνης Δράμας, η δε ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ, μετά από την υπ' αριθμ.
…/….-9-2009 εισήγηση της ΔΕΗ, εξέδωσε την υπ' αριθμ, …/….-10-2009 προσφορά, καθώς και τους όρους σύνδεσης του σταθμού με το εν λόγω δίκτυο. Εν συνεχεία, ο νόμιμος εκπρόσωπος• της εναγόμενης Σ. Β., διαπιστώνοντας, μετά από σχετική έρευνα, ότι η αρχικώς προτεινόμενη και ήδη εγκεκριμένη τεχνική λύση των μετακινούμενων ηλιοστατών απαιτούσε ιδιαιτέρως αυξημένες δαπάνες, τόσο κατά το στάδιο της αγοράς και εγκατάστασής τους στο επιλεγέν ακίνητο, όσο και κατά το στάδιο της μετέπειτα συντηρήσεώς τους, αφού επρόκειτο για ηλιοστάτες που διέθεταν υδραυλικό σύστημα με χωροδικτύωμα, που παρακολουθούσε την τροχιά του ήλιου μέσω κεντρικού υδραυλικού κυκλώματος, το οποίο θα έπρεπε συνεχώς να παρακολουθείται για να λειτουργεί σωστά, απαίτησε την υιοθέτησης μιας πιο οικονομικής τεχνικής λύσης και συγκεκριμένα αυτήν, στην οποία οι ηλιοστάτες είχαν σταθερή επί του εδάφους στήριξη, προκειμένου δε η ενάγουσα να ικανοποιήσει τη νέα αυτή απαίτηση της εντολέως της εκπόνησε και διαβίβασε στην Περιφέρεια Αν.
Μακεδονίας - Θράκης νέα τροποποιημένη ως προς τον μηχανολογικό εξοπλισμό Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, οπότε η Περιφέρεια, δια της υπ' αριθμ. πρωτ. …/….-10-2009 αποφάσεως του Γενικού της Γραμματέα τροποποίησε την υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-7-2009 απόφαση του ιδίου, με την οποία είχαν, ήδη, εγκριθεί οι Περιβαλλοντικοί Όροι, ενώ ακολούθως η ίδια Υπηρεσία (Περιφέρεια) εξέδωσε την υπ' αριθμ. 5090/Φ.2/12-10-2009 απόφασή της, με την οποία χορήγησε στην εναγόμενη άδεια εγκατάστασης φωτοβολταικου σταθμού, ισχύος 4.995 μεγαβάτ, στο αγρόκτημα Πετρούσας του Δήμου Προσοτσάνης Δράμας, ενώ στην ως άνω απόφαση ορίστηκε ότι, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών εγκατάσταση του υπόψη φωτοβολταϊκού σταθμού, θα πρέπει να υποβληθούν από τον δικαιούχο της άδειας, ήτοι την εναγόμενη, η αίτηση και τα δικαιολογητικά που προβλέπονται για τη χορήγηση της προβλεπομένης στο Ν. 3468/2006 άδειας λειτουργίας.
Εν συνεχεία, προκειμένου να υπαχθεί το έργο στον Αναπτυξιακό Νόμο 3299/2004 περί "Κινήτρων Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη" και να καταστεί, επιπλέον, δυνατός ο δανεισμός της εναγόμενης από κάποιο χρηματοπιστωτικό οργανισμό (Τράπεζα), δοθέντος ότι το κόστος της επενδύσεως κατά το 40% επιδοτείτο από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το 25% καλύπτετο από ίδια κεφάλαια (ήτοι του επενδυτή) και κατά το 35% από τραπεζικό δανεισμό, η ενάγουσα συνέταξε οικονομοτεχνική μελέτη μετά φακέλου επενδυτικού σχεδίου, ο οποίος υπεβλήθη από την εναγόμενη σε διάφορες Τράπεζες προς λήψη του αναλόγου δανείου, ενώ στις 26-10-2009 ο ως άνω φάκελος υπεβλήθη από την ενάγουσα στο Ελληνικό Κέντρο Επενδύσεων, εν συντομία ΕΛΚΕ, προκειμένου να ληφθεί η επιχορήγηση του 40% του κόστους της επένδυσης, το οποίο αυτή τη φορά καθορίστηκε στο ποσό των 19.204.000 ευρώ, καθόσον, όπως προειπώθηκε, ο προϋπολογισμός των 31.800.000 ευρώ είχε οριστεί ενδεικτικώς και προς το σκοπό υποβολής και προώθησης της από 10-4-2007 αιτήσεως στην ΡΑΕ.
Επί τη βάσει της ως άνω οικονομοτεχνικής μελέτης-επιχειρηματικού σχεδίου ενεκρίθη πράγματι η χορήγηση στην εναγομένη μακροπροθέσμου δανείου, ύψους 6.721.400 ευρώ, από την "EFG Eurobank Ergasias ΑΕ" προς κάλυψη του 35% του προϋπολογισμού της επενδύσεώς της (βλ. το από 9-10-2009 έγγραφο της ανωτέρω Τράπεζας), ενώ στις 24-3-2010, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια κατασκευής του συγκεκριμένου φωτοβολταϊκού έργου, υπεβλήθη στην Πολεοδομία Δράμας πλήρης φάκελος με όλες τις απαραίτητες μελέτες, τις οποίες είχε εκπονήσει ο πολιτικός μηχανικός και συνεργάτης της ενάγουσας, Θ.
Κ., δυνάμει της μετ' επικλήσεως προσκομιζομένης από την ενάγουσα από 22-3-2010 Δήλωσης Ανάληψης Μελετών και Επίβλεψης, επί τη βάσει δε του φακέλου αυτού εξεδόθη στις 30- 4-2010 η υπ' αριθμ. …/…-4-2010 άδεια της Πολεοδομίας Δράμας. Τον ίδιο μήνα και συγκεκριμένα στις 16-4-2010 καταρτίστηκε με την "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ" και η σύμβαση πώλησης προς αυτήν της παραχθεισομένης ηλεκτρικής ενέργειας για χρονικό διάστημα 25 ετών γεγονός που δεν αμφισβητείται, άλλωστε, από την εναγόμενη.
Ενώ, λοιπόν η αδειοδοτική διαδικασία είχε ολοκληρωθεί και το μόνο, που απέμενε, ήταν αφ' ενός η προμήθεια του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και η εγκατάστασή του στο επιλεγέν ακίνητο, το οποίο εντωμεταξύ είχε προετοιμαστεί καταλλήλως για το σκοπό αυτό (διανοίχθηκε οδός, διενεργήθη αποψίλωση της εκεί βλάστησης, εκτελέστηκαν αποστραγγιστικά έργα κλπ) και αφ' ετέρου η έκδοση της άδειας λειτουργίας του εν λόγω φωτοβολταίκου σταθμού, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, Σ.
Β., ήλθε σε αντιπαράθεση με τον εκπρόσωπο της κατασκευαστικής "ΙΡΙΣ ΑΕ" Ι. Σ., αιτία δεν της ως άνω αντιπαραθέσεως ήταν η εμμονή του δευτέρου να προμηθευτεί ο ίδιος τον τεχνολογικό εξοπλισμό, μολονότι κάτι τέτοιο δεν προεβλέπετο στο μεταξύ τους συνταχθέν από 23-4-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, ώστε να αποκομίσει και την ανάλογη προμήθεια και εν συνεχεία να τον εγκαταστήσει στο ακίνητο.
Η ως άνω συμπεριφορά αξιολογήθηκε λίαν αρνητικώς από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ο οποίος είχε, ήδη, προβεί σε σχετική έρευνα αγοράς και είχε διαπιστώσει το ασύμφορο των προτεινομένων από τον Ι. Σ. τιμών σε σχέση με τις τιμές, που η προμηθεύτρια γερμανική εταιρία του έδινε απευθείας και έτσι, αποφάσισε να διακόψει κάθε συνεργασία μαζί του, ενώ στις 6-5-2010 κοινοποίησε στην εταιρία τούτου (την "ΙΡΙΣ ΑΕ") την από 29-4-2010 εξώδικο δηλώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι θεωρεί λυθείσα την μεταξύ αυτής και της εναγόμενης καταρτισθείσα από 23-4-2007 σύμβαση ανάθεσης έργου, λόγω του ότι είχε παρέλθει η 30η-3-2010, που είχε συμφωνηθεί ως απώτερη δήλη ημερομηνία υλοποίησης του έργου και ισχύος της συμβάσεως.
Εν συνεχεία η εναγομένη, θέλοντας να απαλλαγεί πλήρως και από τις έναντι της ενάγουσας υποχρεώσεις της και δη τις αφορώσες την εξόφληση της αμοιβής της, έναντι της οποίας είχε καταβάλει σ' αυτήν σταδιακά το ποσό των 50.000 ευρώ, καθώς και ποσό 18.807 ευρώ + 3.573 ευρώ ΦΠΑ προς εξόφληση της εκπονηθείσας μελέτης εγκατάστασης, τις επέδωσε τις από 10-5-2010 και 25-5-2010 εξωδίκους δηλώσεις της, με τις οποίες ανακάλεσε την δοθείσα προς αυτήν εντολή, επικαλούμενη ότι, μολονότι η ίδια, ως εργοδότρια, είχε εξοφλήσει πλήρως όλη τη συμφωνηθείσα αμοιβή της αντισυμβαλλόμενης της εργολάβου ύψους 50.000 ευρώ, καταβάλλοντάς της και επιπλέον ποσό 22.380 ευρώ για τη σύνταξη της μελέτης εγκατάστασης, η τελευταία απεδείχθη ασυνεπής απέναντι της, καθόσον, αν και παρήλθαν τρία χρόνια από την ημερομηνία ανάθεσης της σχετικής εντολής, οι εργασίες αδειοδότησης, που κατά το φερόμενο ως καταρτισθέν από την "ΙΡΙΣ ΑΕ" χρονοδιάγραμμα θα ολοκληρώνονταν έως το τέλος του έτους 2008, δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί, ειδικότερα δε καθυστερούσε η λήψη αδείας από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, καθώς και η σύναψη σύμβασης με την ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ.
Η παραπάνω δήλωση της εναγομένης, που κατ' ουσίαν συνιστά καταγγελία της συμβάσεως, υπό την έννοια του άρθρου 700 του ΑΚ, αφού ενεργεί για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου που εκτελέστηκε έως την άσκησή της και που ήταν το συμφωνηθέν, κατά τα αναλυτικώς ανωτέρω εκτιθέμενα και πλήρως αποδειχθέντα, έχει ως αποτέλεσμα, αφ' ενός τη λύση της συμβάσεως για το μέλλον και την υποχρέωση της ενάγουσας-εργολάβου να παραδώσει το ήδη εκτελεσθέν έργο στην εργοδότριά της εναγομένη, στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά το χρόνο της καταγγελίας, όπως και έπραξε (το παρέδωσε και κατέστη έτσι δυνατή η κατά τον Ιούνιο του 2010 εγκατάσταση του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού και η ολοκλήρωση του φωτοβολταϊκού σταθμού), αφ' ετέρου δε την υποχρέωση της εναγομένης-εργοδότριας να καταβάλει στην ενάγουσα ως αμοιβή, ολόκληρο το αντάλλαγμα που αυτή θα δικαιούτο να αξιώσει, αν δεν παρεμβάλλονταν η καταγγελία, ενώ στην παραπάνω αμοιβή θα πρέπει να συνυπολογιστούν και όλες οι δαπάνες για την εκτέλεση του έργου, καθώς και οι τυχόν νόμιμες επιβαρύνσεις, όπως είναι ο ΦΠΑ (βλ.
Γεωργιάδη - Σταθόπουλο "Κατ' άρθρο ερμηνεία ΑΚ" εκδ. 1980, τόμος III, άρθρο 700, σελ. 677 παρ. 5, Β. Βαθρακοκοίλη "Ερμηνεία - Νομολογία ΑΚ" εκδ. 2005, τομ. Γ', άρθρο 700, σελ. 766 παρ. 17) . Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ως άνω δήλωσή της συνιστά την εκ του άρθρου 686 εδ β' του ΑΚ υπαναχώρηση από τη σύμβαση, καθόσον η αντίδικός της κατέστη υπερήμερη ως προς την εμπρόθεσμη εκτέλεση και παράδοση του έργου, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι οι συμβαλλόμενοι όρισαν με ακρίβεια και δη προφορικώς τον χρόνο περάτωσης του έργου, καθώς και το χρόνο παραδόσεώς του, σε κάθε δε περίπτωση, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του αναληφθέντος από την ενάγουσα αδειοδοτικού έργου, το οποίο λογικώς θα έπρεπε να προηγηθεί του τελικού χρονοδιαγράμματος που ετέθη στη σύμβαση με την κατασκευαστική "ΙΡΙΣ ΑΕ", η καθυστέρηση αυτή δεν μπορούσε να ενεργοποιήσει το προβλεπόμενο στην παραπάνω διάταξη δικαίωμα της εργοδότριας περί υπαναχώρησης από τη σύμβαση, διότι οφείλετο (η καθυστέρηση), αφ' ενός σε γεγονότα απρόβλεπτα, που προέκυψαν εκ των υστέρων και που η ενάγουσα δεν μπορούσε να τα γνωρίζει, όση επιμέλεια κι αν επιδείκνυε, όπως ειδικότερα ήταν:
α) η απόφαση της ΡΑΕ περί επιμερισμού της ισχύος των υπό αδειοδότηση φωτοβολταικών ανά Ελλαδικές Περιφέρειες, που καθυστέρησε την αδειοδότηση για ένα και πλέον έτος, β) η αρνητική γνωμοδότηση του ΓΕΕΘΑ λόγω της δήθεν υπάρξεως πεδίου βολής στην ευρύτερη περιοχή και γ) η εκ των υστέρων ανακάλυψη της Νομαρχίας Δράμας ότι τμήμα του εκμισθωθέντος ακινήτου ανήκε στην ΕΤΒΑ, γεγονότα που προκάλεσαν καθυστέρηση τουλάχιστον έξι μηνών και αφ' ετέρου σε υπαιτιότητα της ιδίας της εναγομένης, η οποία αιφνιδίως τον Οκτώβριο του 2009, ήτοι μετά πάροδο 2,5 ετών από την υποβολή της από 10-4-2007 αιτήσεως στην ΡΑΕ, μετέβαλε άποψη ως προς την μέχρι τότε προτεινόμενη τεχνική λύση των μετακινούμενων ηλιοστατών και απαίτησε σταθερούς ηλιοστάτες, γεγονός, που προκάλεσε κι' αυτό με τη σειρά του καθυστέρηση λόγω της εκπόνησης και διαβίβασης στην Περιφέρεια νέας τροποποιημένης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, που χρεία είχε νέας θετικής γνωμοδοτήσεως.
Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι άσκησε το δικαίωμα της υπαναχώρησης, διότι το παραδοθέν από την ενάγουσα έργο της αδειοδότησης είχε σοβαρές ελλείψεις που το καθιστούσαν άχρηστο: α) διότι η εκδοθείσα από την Περιφέρεια Ανατ. Μακεδονίας - Θράκης υπ' αριθμ. 5090/Φ.2/12-10-2009 άδεια εγκατάστασης ήταν κατ' ουσίαν ανεφάρμοστη και χρειάστηκε εν συνεχεία να τροποποποιηθει, αφού αναφερόταν στον αρχικό ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό των μετακινούμενων ηλιοστατών, κι όχι στον μετέπειτα επιλεγέντα των σταθερών ηλιοστατών και β) διότι η εκ μέρους της ενάγουσας υποβληθείσα στην Πολεοδομία Δράμας από 24-3-2010 αίτηση αναφερόταν εσφαλμένως σε "έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας", ενώ θα έπρεπε να αναφέρεται σε εργασίες κατασκευής Φ/Π μεγάλης ισχύος, κρίνεται επίσης απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι η ενάγουσα, για μεν την υπ' αριθμ. 5090/Φ. 2/12-10-2009 άδεια εγκατάστασης ουδεμία ευθύνη φέρει, αφού η εναγόμενη εκ των υστέρων μετέβαλε άποψη ως προς τον προβλεπόμενο στην αρχική μελέτη Η/Μ εξοπλισμό, απορριπτομένου ως ουσιαστικός αβασίμου του ισχυρισμού της ότι δήθεν υπήρξε συμφωνία περί αλλαγής των ηλιοστατών αμέσως μετά την υποβολή του φακέλου στη ΡΑΕ (10-4-2007) και στην αρχή της αδειοδοτικής διαδικασίας, ενώ η όποια ευθύνη της ενάγουσας αναφορικώς με τη σύνταξη της από 24-3-2010 αιτήσεως, στην οποία, σημειωτέον, ρητώς αναφερόταν ότι πρόκειται περί αδείας κατασκευής Φ/Π μεγάλης ισχύος, κρίνεται παντελώς ασήμαντη, διότι για να εκδοθεί μια τέτοια άδεια από την Πολεοδομία και δη σε χρονικό διάστημα 26 μόνο ημερών από την υποβολή της άνω αιτήσεως (βλ.
την υπ' αριθμ. …/….-4-2010 άδεια της Πολεοδομίας Δράμας), σημαίνοντα ρόλο παίζουν τα δικαιολογητικά (πχ. τοπογραφικά διαγράμματα, διαγράμματα κάλυψης, άδεια εγκατάστασης, τεχνική έκθεση, δήλωση ανάληψης μελέτης και επίβλεψης από πολιτικό μηχανικό, ήτοι από τον Θ. Κ.), εν προκειμένω δε απεδείχθη, ότι η ενάγουσα φρόντισε με επιμέλεια για την πληρότητα του φακέλου, επί τη βάσει δε αυτού εξεδόθη η υπ' αριθμ.
…/…-4-2010 άδεια, κι όχι επειδή μετεβλήθησαν οι χρησιμοποιηθείσες εκφράσεις στην μετέπειτα υποβληθείσα από την εναγομένη αίτηση με ημερομηνία 16-4-2010. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ιδίας (εναγομένης) περί πλήρους εξοφλήσεως της αμοιβής της αντιδίκου της, το ύψος της οποίας είχε συμφωνηθεί προφορικός στο ποσό των 50.000 ευρώ, ελέγχεται ωσαύτως ως αναπόδεικτος και κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι, όπως ανωτέρω αναλυτικώς εξετέθη και πλήρως απεδείχθη, σαφής προσδιορισμός της αμοιβής της ενάγουσας δεν διενεργήθη κατά το χρόνο σύναψης της συμβάσεως (Ιανουάριος με Φεβρουάριο του 2007), το κύρος της οποίας, σημειωτέον, ουδόλως θίγεται από την ανωτέρω αοριστία και τούτο διότι, ούτε η διάρκεια των αδειοδοτικών διαδικασιών ενός τόσο σύγχρονου και συνάμα καινοτόμου έργου, του οποίου μάλιστα το θεσμικό πλαίσιο τότε κατ' ουσίαν διαμορφωνόταν, μπορούσε να προβλεφθεί, ούτε το τελικό κόστος της επενδύσεως να προσδιοριστεί με ακρίβεια, ώστε να αποτελέσει ένα δεδομένο για τον υπολογισμό της εν λόγω αμοιβής, όπως δε απεδείχθη το κόστος της ως άνω επένδυσης, που είχε προϋπολογιστεί αρχικώς στο ποσό 31.000.000 ευρώ και εν συνεχεία στο ποσό 19.204.000 ευρώ, τελικώς οριστικοποιήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ.
πρωτ. 42446/ΥΠΕ/5/2144/Ν.3299/2004/30-9-2013 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, στο ποσό των 14.618.047,74 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 5.847.219,10 ευρώ αντιστοιχεί στη ληφθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο επιχορήγηση (40%), ενώ το πραγματικό κόστος αυτής ανήλθε στο ποσό των 17.500.000 ευρώ, όπως τούτο συνάγεται από τους μετ' επικλήσεως προσκομιζομένους ισολογισμούς της εναγόμενης των χρήσεων 2010, 2011 και 2012, όπου η αξία κτήσης των μηχανημάτων και των λοιπών μηχανολογικών εξοπλισμών προσδιορίζεται σε 17.500.000 ευρώ, ποσό που επιβεβαιώθηκε, άλλωστε, και από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου του μάρτυρος της εναγομένης, Π.
Π., οικονομικού συμβούλου του Ομίλου Β. για πάνω από είκοσι έτη (βλ. 23η σελίδα των υπ' αριθμ. 16083/2013 πρακτικών). Στοιχείο, εξάλλου, που αποδεικνύει το ανεξόφλητο της αμοιβής της ενάγουσας, αποτελούν και οι εκ μέρους της προσκομιζόμενες πέντε (5) αποδείξεις εισπράξεως με ημερομηνίες 17-4-2007, 7-1-2008, 1-4-2010, 5-4-2010 και 15-4-2010, ποσού εκάστης 10.000 ευρώ και συνολικού 50.000 ευρώ, στις οποίες αναγράφεται η φράση "έναντι λογαριασμού", κάτι που δεν θα συνέβαινε εάν με την τελευταία εξ αυτών εξοφλείτο πλήρως η εκ της αμοιβής απαίτηση αυτής.
Περαιτέρω, εφόσον στην μεταξύ των διαδίκων προφορική σύμβαση έργου αποδεδειγμένα δεν προβλέφθηκε και δεν ορίσθηκε τίποτε για την αμοιβή της ενάγουσας εργολάβου και εφόσον το έργο της αδειοδότησης ενός τέτοιου φωτοβολταϊκού πάρκου εκτελείται, κατά τις συνήβ0ωψθεις περιστάσεις, μόνο με αμοιβή, το ποσό της αμοιβής αυτής θα καθορισθεί, όχι με βάση τις διατάξεις του ΒΔ 19/1923 "περί καθορισμού του από 13 Ιουνίου 1924 Δ/τος περί καθορισμού των εις τους ιδιώτας μηχανικούς κλπ αμοιβών", αφού τούτο προϋποθέτει απαραιτήτως αμοιβές για εκπόνηση μελετών από διπλωματούχους μηχανικούς, που τυγχάνουν μέλη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, κι όχι από τρίτα πρόσωπα, όπως είναι η εταίρος Σ.
Π. που τυγχάνει πυρηνική φυσικός, αλλ' είτε κατά τα άρθρα 371-373 και 379 του ΑΚ, δηλαδή κατά δίκαια κρίση, είτε με αντικειμενικά στοιχεία, όπως είναι οι τυχόν ισχύουσες διατιμήσεις ή τα εγκεκριμένα αναλυτικά τιμολόγια για τις συγκεκριμένες εργασίες, είτε θα καταβληθεί η ειθισμένη αμοιβή, δηλαδή, θα καθοριστεί ως εύλογη αμοιβή εκείνη που καταβάλλεται από άλλους εργοδότες σε εργολάβους της ίδιας κατηγορίας για όμοιες εργασίες υπό τις ίδιες συνθήκες τόπου και χρόνου, ενώ ως κρίσιμος χρόνος, για το προσδιορισμό της ειθισμένης εργολαβικής αμοιβής, θεωρείται ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης, ήτοι το 2007 και όχι ο της εκπλήρωσης της παροχής από την εργολάβο (βλ.
Β. Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ 2005, άρθρο 681 αριθμ. 16).
Εν προκειμένω, το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη αφ' ενός τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι αμοιβές των μηχανικών: α) στο ΒΔ 19/1923, όπως μεταγενέστερα έχει τροποποιηθεί, στο άρθρο 3 του οποίου γίνεται λόγος για μελέτες μηχανολογικών εγκαταστάσεων υποβαλλόμενες στην αρμόδια αρχή προς έκδοση αδείας εγκατάστασης και λειτουργίας και β) στο Ν. 3316/2005 "περί ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις", τα οποία, ναι μεν δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω, αφού το πρώτο προϋποθέτει μελέτες αποκλειστικά από διπλωματούχους μηχανικούς-Μέλη του ΤΕΕ (η ενάγουσα ενεγράφη στο ΤΕΕ πολύ αργότερα από την κατάρτιση της συμβάσεως και συγκεκριμένα στις 1-7-2011) και το δεύτερο αναφέρεται σε δημόσιες συμβάσεις, πλην όμως δύνανται να χρησιμεύσουν ως μέτρο εκτίμησης για τις αμοιβές μελετών, που αναφέρονται σε σύγχρονες ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις όπως είναι αυτές των φωτοβαλταϊκών σταθμών και αφ' ετέρου:
α) το είδος, την έκταση και τον χρόνο που τα μέλη της ενάγουσας δαπάνησαν για την εκπόνηση των προαναφερομένων μελετών, για την υποβολή των φακέλων στις αρμόδιες Υπηρεσίες, για την μετέπειτα τροποποίηση των μελετών, για την μίσθωση του ακινήτου, για τη σύνταξη των τοπογραφικών, για την έκδοση αδείας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από την ΡΑΕ, για την έκδοση αδείας εγκατάστασης και λειτουργίας από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης, για την έκδοση αδείας από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, για τη σύνδεση με την ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ και για την υπαγωγή της επένδυσης στον Αναπτυξιακό Νόμο, β) το είδος και το πραγματικό κόστος της επένδυσης, το οποίο κατά αποδειχθέντα ανήλθε σε 17.500.000 ευρώ, το ύψος της ληφθείσας από το Ελληνικό Δημόσιο επιχορήγησης, η οποία ανήλθε σε 5.847.219 ευρώ, καθώς και τη δυνατότητα πωλήσεως στη ΔΕΗ ετησίως και επί 25 συνεχή έτη ηλεκτρικής ενέργειας 7.200.000 kwh ,γεγονός που συνέτεινε στο να χαρακτηριστεί το ένδικο φωτοβολταϊκό πάρκο ως το μεγαλύτερο στην Ελλάδα (βλ.
δημοσιεύματα στο φύλλο της 20ης-5~2010 της εφημερίδος "ΚΕΡΔΟΣ", στο φύλλο της 20ης-5-2010 της εφημερίδος "ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ", στο φύλλο της 28ης-5-2010 της εφημερίδος "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ") και τέλος, γ) την αμοιβή, που κατά το έτος 2007 συνηθίζετο να καταβάλλεται από άλλους εργοδότες για όμοιες εργασίες με την εκπόνηση των ως άνω μελετών σε εργολάβους αντίστοιχους με την ενάγουσα (βλ.
το προσκομιζόμενο από την εναγομένη από 10-11-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ATLAS ENERGY AE και του περιβαλλοντολόγου Σ. Ψ. περί καταβολής αμοιβής ποσού 20.000 ευρώ για φωτοβολταϊκό έργο, του οποίου η ισχύς ουδόλως προσδιορίζεται, καθώς και την προσκομιζόμενη από την ενάγουσα άνευ ημερομηνίας βεβαίωση του Κ.
Ι. περί καταβολής αμοιβής από 15.000 έως 25.000 ευρώ για την κατά το έτος 2007 εκπόνηση μελετών και υποβολή φακέλων προς υλοποίηση επενδύσεως με φωτοβολταϊκά, κόστους 500.000 ευρώ), κρίνει ότι η ειθισμένη και εύλογη αμοιβή της ενάγουσας για tην εκ μέρους της εκτέλεση tου ως άνω έργου πρέπει να προσδιοριστεί, με τιμές του 2007, στο συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται όλες οι εργασίες που απαιτήθηκαν:
α) για την έκδοση αδείας παραγωγής από τη ΡΑΕ, όπου εντάσσονται η Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και η τελική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), μετά των τροποποιήσεων τους, β) για την έκδοση αδείας εγκατάστασης και λειτουργίας από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης, γ) για τη σύνδεση με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικού ρεύματος και τη σύναψη συμβάσεως αγοραπωλησίας ηλεκτρικής ενέργειας με την "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ", καθώς και για την έκδοση αδείας από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, δ) για τη σύνταξη επιχειρηματικού σχεδίου και την υποβολή του φακέλου σε διάφορες Τράπεζες προς δανειοδότηση της επένδυσης, και τέλος, ε) για την υποβολή του επενδυτικού σχεδίου στο ΥΠΑΝ προς ένταξη της επένδυσης στον Αναπτυξιακό Νόμο και τη λήψη επιχορήγησης, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβασίμου του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι, για μεν την υπό στοιχείο δ' εργασία θα έπρεπε να της καταβληθεί ξεχωριστεί αμοιβή ποσού 30.000 ευρώ, όπως το τελευταίο περιορίστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της (αρχικώς ζητούσε 273.657 ευρώ) και για μεν την υπό στοιχείο ε εργασία είχε συμφωνηθεί μετά της αντιδίκου της ξεχωριστή αμοιβή, ύψους 750.000 ευρώ, ποσό που εν συνεχεία περιόρισε με τις έγγραφες προτάσεις της σε 157.522 ευρώ.
Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί του ευλόγου της αμοιβής των 300.000 ευρώ ουδόλως δύναται να ανατραπεί από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, άλλες εκ των οποίων περιλαμβάνονται στα τηρηθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου πρακτικά και άλλες στις εκ μέρους της προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες (καταθέσεις) ελέγχονται ως μη πειστικές και μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα, ούτε από τις προσκομιζόμενες από αυτήν (εναγομένη):
α) υπ' αριθμ. …/…-12-2013 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης της "Γ. Χ.Δ. και Σια ΕΕ" και β) από 2-9-2013 επιστολή του Σ. Κ., ηλεκτρολόγου μηχανικού - οικονομολόγου και μέλους του ΤΕΕ, όπου η δικαιουμένη από την ενάγουσα αμοιβή προσδιορίζεται στο ποσό των 50.000 ευρώ επί τη βάσει των ημερών απασχόλησής της, όπως οι τελευταίες αποτιμώνται οικονομικώς στο Ν. 3316/2005 "περί ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και υπηρεσιών και άλλες διατάξεις", δοθέντος ότι, τόσο ο Γ., όσο και ο Κ.
δεν έλαβαν υπόψη τους τα κάτωθι λίαν σημαντικά για την παρούσα υπόθεση στοιχεία: 1) Ότι εν προκειμένω, δεν πρόκειται για "δημόσια σύμβαση", αλλά για ένα ιδιωτικό έργο, όπου η διαπραγμάτευση της αμοιβής του μελετητή, που ανέλαβε συνάμα κι όλη την αδειοδοτική διαδικασία, καθώς και την υπαγωγή της επένδυσης στον Αναπτυξιακό Νόμο, γίνεται ελευθέρως μεταξύ των συμβαλλομένων με βάση τις συνήθειες και τις κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα (2007) επικρατούσες συνθήκες της εγχώριας αγοράς, 2) Ότι δεν επρόκειτο για ένα σύνηθες φωτοβολταϊκό έργο, άλλα για ένα έργο που ο τότε τύπος χαρακτήριζε ως το μεγαλύτερο φωτοβολταϊκό έργο στην Ελλάδα, και ένα από τα μεγαλύτερα στα Βαλκάνια, του οποίου το παραγόμενο ετησίως ρεύμα των 7.200.000 kwh θα μπορούσε να καλύψει 1.600 νοικοκυριά, με την αποκόμιση, βεβαίως, και του αναλόγου επιχειρηματικού κέρδους (βλ.
χαρακτηριστικά το φύλλο της 20ης-5-2010 της εφημερίδος "ΚΕΡΔΟΣ", καθώς και τα αποσπάσματα από τις λοιπές προαναφερθείσες εφημερίδες), 3) Ότι το κόστος της επένδυσης ανήλθε στο πραγματικό ποσό των 17.500.000 ευρώ, το δε ύψος της ληφθείσας από το Ελληνικό Δημόσιο επιχορήγησης σε 5.847.219 ευρώ, μέρος της οποίας, που δεν κατέστη δυνατόν να διευκρινιστεί, αντιστοιχούσε και στα έξοδα της αδειοδότησης και τέλος, 4) Ότι για την υλοποίηση του αδειοδοτικού έργου η ενάγουσα συνάντησε πλείστες δυσκολίες και αντιξοότητες, μη οφειλόμενες σε δική της ολιγωρία και ανικανότητα όπως αβασίμως η εναγομένη διατείνεται, τις οποίες κατόρθωσε να ξεπεράσει, μολονότι το τότε θεσμικό πλαίσιο ήταν ατελές, γεγονός, που έγινε εκ των υστέρων αντιληπτό από την Πολιτεία και οδήγησε στην κατά το έτος 2010 έκδοση του Νόμου 3851/2010 (ΦΕΚ Α' 85/04.06.2010) περί "Επιτάχυνσης της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλες διατάξεις", δια του οποίου απλουστεύθηκαν και επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες αδειοδότησης των έργων παραγωγής ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειες.
Συνεπώς, εάν από την ανωτέρω εύλογη αμοιβή των 300.000 ευρώ αφαιρεθεί το ποσό των 50.000 + 18.807 ευρώ, το οποίο, καθ' ομολογία αμφοτέρων των διαδίκων, κατεβλήθη από την εναγομένη έναντι της αμοιβής της αντιδίκου της, απομένει υπόλοιπο ποσού 231.193 ευρώ, στην καταβολή του οποίου πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη και δη με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση, ενώ επιπλέον, πρέπει αυτή να υποχρεωθεί και στην καταβολή του αναλογούντος κατά το χρόνο είσπραξης της αμοιβής αυτής ΦΠΑ, ο οποίος νομίμως αξιώνεται από την ενάγουσα και άρθρο 69 παρ.
I περ. ε' ίου ΚΙ'ολΛ, απορριπτομένου ως κατ' ουσίαν αβασίμου του περί του αντιθέτου σχετικού λόγου: της υπό στοιχείο Η εφέσεως της εναγομένης, πλην όμως τόκοι επί του ποσού του ΦΠΑ θα καταλογιστούν από της καταβολής της παραπάνω αμοιβής, καθόσον προγενέστερα το κονδύλιο αυτό δεν καθίσταται απαιτητό, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα τα ανωτέρω, που αποδείχθηκαν και που δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, έπρεπε η από 10-10-2011 και υπ' αριθμ. καταθ. 40217/12-10-2011 αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 231.193 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, με το νόμιμο τόκο, του μεν ποσού των 231.193 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση, του δε ποσού του αναλογούντος ΦΠΑ από της καταβολής του ποσού της αμοιβής".
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως βάσιμη και κατ' ουσία και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το ποσό των 231.193 ευρώ, πλέον ΦΠΑ.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα το άρθρο 700 ΑΚ. Ειδικότερα: Το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι οι από 10-5-2010 και 25-5-2010 εξώδικες δηλώσεις του εργοδότη (αναιρεσείουσας) συνιστούν καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ, αφού, με βάση τις παραδοχές της απόφασης, το έργο που είχε αναλάβει να εκτελέσει η ενάγουσα ολοκληρώθηκε, καθώς εκδόθηκε στις 30-4-2010 η υπ' αριθμ.
…/…-4-2010 άδεια της Πολεοδομίας Δράμας. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, ως προς το σκέλος του με το οποίο προβάλλεται σφάλμα από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Επιδίκαση, κατά την έννοια του προαναφερθέντος αναιρετικού λόγου που συνιστά έκφανση της αρχής της διάθεσης, σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε σε "αίτημα", με διάταξή του ή αιτιολογία που έχει προσόντα διατακτικού, χωρίς όμως να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Ειδικότερα επιδίκαση περισσότερο του αιτηθέντος συντρέχει και στην περίπτωση που, παρά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει σαν να ήταν καταψηφιστική (ΑΠ 1013/2013, ΑΠ 708/2008), οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο κατά το μέρος με το οποίο το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καταψήφιση (ΟλΑΠ 9/2002, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 537/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της επιδίκασης πλέον του αιτηθέντος καθότι, με διάταξή της, την υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 231.193 ευρώ,, παρόλο που η τελευταία και ήδη αναιρεσίβλητη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (επί της οποίας εκδόθηκε η 16083/2010 παραπεμπτική απόφαση), με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης κατά τη συζήτηση και επαναλήφθηκε στις έγγραφες προτάσεις της, δήλωσε ότι τρέπει το αγωγικό αίτημα σε αναγνωριστικό στο σύνολό του.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό 16083/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (3ο φύλλο οπίσθια σελίδα) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της καταχωρηθείσα στα πρακτικά και με τις προτάσεις της δήλωσε ότι τρέπει το αγωγικό της αίτημα σε αναγνωριστικό στο σύνολό του, ενώ η επιχειρηθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ανάκληση της δήλωσης αυτής και επαναφορά του καταψηφιστικού αιτήματος ήταν απαράδεκτη.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να διαλάβει στο διατακτικό της απόφασής του διάταξη, με την οποία υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ανωτέρω ποσό, αντί να περιορισθεί στην αναγνώριση μόνο της υποχρέωσης καταβολής του, επιδίκασε περισσότερο του αιτηθέντος, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή των τέταρτου και πέμπτου από τους αριθμούς 9 και 1, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, πρέπει ν` αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων που έγιναν δεκτοί, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ` αυτήν (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ. ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο, σχετικό, αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1997/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ