291/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 499/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4535/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/10/2018 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated291/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παρείδε την διαφορά των, εκατέρωθεν απαιτήσεων την προτεραιότητα μεταξύ τους και ότι οι μεταβιβάσεις έλαβαν χώρα λίγους μήνες μετά την άσκηση αγωγής του α' εφεσιβλήτου (με την δική μου να έχει προηγηθεί κατά πολύ) συνεπώς στα πλαίσια σχεδιασμού του εν όψει της αντιδικίας. Παρέκαμψε επομένως ανεπίτρεπτα το θεσπιζόμενο από τον Νόμο τεκμήριο, που ισχύει σε παρόμοιες υποθέσεις.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 291 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 291/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Α., 2) Ε. Κ. του Χ., 3) Χ. συζύγου Χ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ματσιώτα και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Χατζηαντωνίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 499/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4535/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/10/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα απαιτούμενα, κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν ελλείπει σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως.
Συνίστανται δε οι πλημμέλειες της απόφασης και σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία ε...ώς προσδιορίζεται, όταν αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης, ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (ΚΠολΔ 522), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 20/2018, ΑΠ 367/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001 ΑΠ 374/2019), όπως, πλην άλλων, στο παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και στο παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 374/2019, ΑΠ 208/2018).
Με την ένδικη έφεσή του, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την εξαφάνιση της 499/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν είχε απορριφθεί η από 11-05-2011 αγωγή του, κατά των ήδη αναιρεσειόντων, περί διαρρήξεως των αναφερομένων σ' αυτή απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών, εκθέτοντας, σ' αυτό, επί λέξει, τα εξής: "...Η εκκαλουμένη απόφαση είδε το στοιχείο του δόλου όχι ως στοιχείο του αντικειμενικού περιεχομένου της πράξης της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων, αλλά ως ψυχολογική συνέπεια άσχετου γεγονότος του οποίου μάλιστα η βαρύτητα, αντικειμενικώς κρινόμενη δεν ήταν αυτή που προτάθηκε από τους εναγόμενους.
Παρείδε την διαφορά των, εκατέρωθεν απαιτήσεων την προτεραιότητα μεταξύ τους και ότι οι μεταβιβάσεις έλαβαν χώρα λίγους μήνες μετά την άσκηση αγωγής του α' εφεσιβλήτου (με την δική μου να έχει προηγηθεί κατά πολύ) συνεπώς στα πλαίσια σχεδιασμού του εν όψει της αντιδικίας. Παρέκαμψε επομένως ανεπίτρεπτα το θεσπιζόμενο από τον Νόμο τεκμήριο, που ισχύει σε παρόμοιες υποθέσεις.
Σημειώνω εδώ ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν στους κατά το νόμο διαδόχους του που με τον συγκεκριμένο τρόπο απλώς επιχειρήθηκε να αποφύγουν τις ευθύνες του μεταβιβάζοντος. Η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι υπήρχε οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν χωρίς πρόθεση βλάβης μου, δηλαδή χωρίς να γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση αυτή δεν θα μπορεί να καλύψει στο μέλλον τις απαιτήσεις μου.
Την κρίση αυτή στηρίζει πρώτον στην παραδοχή ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει με βεβαιότητα την έκβαση των εκκρεμών δικών και ότι είχε βασίμως την πεποίθηση ότι η έκβασή τους θα ήταν νικηφόρα γι' αυτόν. Περαιτέρω στην παραδοχή ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν λόγω προβλήματος υγείας του και με σκοπό να αποκαταστήσει την σύζυγο και τα παιδιά του οικονομικά.
Στις δύο αυτές περιστάσεις στήριξε κρίση περί μη ύπαρξης πρόθεσης και απέρριψε την αγωγή. Όμως οι δύο αυτές παραδοχές είναι εσφαλμένες. Α. Ο α' εναγόμενος ήταν σε θέση να γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλο την αλήθεια των εκατέρωθεν ισχυρισμών και την βασιμότητα των εκατέρωθεν αξιώσεων και να εκτιμήσει τον κίνδυνο για την περιουσία του με βάση αυτά.
Περαιτέρω η διαγνωσθείσα διαφορά των εκατέρωθεν αξιώσεων καθιστά φανερό ότι σε κάθε περίπτωση το τελικό συνολικό εξαγόμενο άθροισμά τους (συμψηφισμός) θα ήταν σε βάρος του. Β. Η μεταβίβαση δεν έγινε λόγω του προβλήματος υγείας του, το οποίο, τόσα χρόνια μετά, είναι φανερό ότι δεν είχε την βαρύτητα που του αποδίδεται, και αν ακόμα υπήρξε.
Γ. Εξ άλλου η μεταβίβαση αφορά το σύνολο σχεδόν της εμφανούς περιουσίας του και έγινε προς μέλη της οικογένειάς τους που ούτως ή άλλως σε αυτά θα κατέληγε. Η σκοπιμότητα είναι προφανής, και το σχετικό τεκμήριο που προβλέπει ο νόμος δεν ανταποδείχθηκε. Επισημαίνεται δε ότι τα μετρητά, με την ευκολία μετακίνησης και απόκρυψης, την ισχύουσα νομοθεσία περί τραπεζικού απορρήτου κλπ.
δεν μπορούν να θεωρηθούν "εμφανές" περιουσιακό στοιχείο. Τέλος οι εταιρικές συμμετοχές, αφενός μεν δεν υπήρχαν πλέον (η συμμετοχή στο ξενοδοχείο) αφετέρου δε ως σύνολο δεν είχαν ούτε την αξία, ούτε την ευχέρεια ρευστοποίησης που θα ικανοποιούσε τις αξιώσεις μου...". Όλες, όμως, οι ως άνω αιτιάσεις, που προβάλλονται, με το δικόγραφο της ένδικης έφεσης, κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία ε...ώς προσδιορίζεται, αφού αναφέρεται, σ' αυτό, ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, απορριπτικό της ένδικης αγωγής, που είχε ως αίτημα τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των αναφερομένων σ' αυτή (αγωγή), απαλλοτριωτικών, δικαιοπραξιών, χωρίς να είναι αναγκαία η, περαιτέρω, εξειδίκευση των σφαλμάτων, περί την εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον το εφετείο, μετά από συνεκτίμηση της υπόθεσης, ως συνόλου, στην ουσία, κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης απόφασης.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη, προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν ε...εί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο, που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης, κατά το χρόνο, που προβαίνει σ' αυτή, γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει να μην ε...εί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος, για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι, κατά το χρόνο αυτόν, αφερέγγυος (ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1284/2011, ΑΠ 1937/2006, ΑΠ 1189/2003, ΑΠ 858/2002).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανε...είς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, απ' αυτή λόγος, αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανε...ής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανε...είς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 1852/2007, ΑΠ 907/2006, ΑΠ 851/2005).
Δεν αποτελούν δε "ζητήματα" οι αιτιολογίες, σχετικά με την αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή αντιφάσεις, σχετικά με τη νομική ή επί των αποδείξεων επειχειρηματολογία των διαδίκων ή τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των κρίσιμων περιστατικών (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1764/2007, ΑΠ 1419/2007, ΑΠ 1906/2006 ΑΠ 346/2006, ΑΠ 481/2005, ΑΠ 376/2004, ΑΠ 163/2004), ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 46/2012, ΑΠ 104/2012, ΑΠ 724/2011).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του, αναιρετικώς ενδιαφέροντος, μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης αυτού, και των εγγράφων, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν ο εκκαλών και οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη των εφεσίβλητων είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος είναι σύγαμπροι και διατηρούσαν επί σειρά ετών στενή οικογενειακή και φιλική σχέση. Επιπλέον μετά τον Οκτώβριο του έτους 1987 ανέπτυξαν και επαγγελματική σχέση καθώς ο ενάγων, ο οποίος δραστηριοποιείτο, τότε, επιχειρηματικά στον χρηματιστηριακό τομέα, ανέλαβε να επενδύσει για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου διάφορα χρηματικά ποσά στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τα οποία αποκέρδαινε ο τελευταίος από την εμπορική του δραστηριότητα (εκμετάλλευση ξενοδοχείου).
Λόγω δε της ικανοποιητικής και για τους δυο συνεργασίας τους, το έτος 1999 αποφάσισαν (κατόπιν πρότασης του ενάγοντος) να προβούν (από κοινού με άλλα πρόσωπα) στη σύσταση χρηματιστηριακής εταιρείας με ποσοστό συμμετοχής 25% ο ενάγων και 10% ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει και μέρος της συμμετοχής του ενάγοντος και ενός ακόμη μετόχου, του Ι.
Σ., στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, που αντιστοιχούσε στο συνολικό ποσό των 66.666.000 δραχμών, διότι οι τελευταίοι θα εισέφεραν στην εταιρεία την πελατεία, που ήδη είχαν, καθώς και την εμπειρία και τις γνώσεις τους στις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Έτσι, το Μάιο του έτους 2000 συνέστησαν την ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "...
Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ." με μετοχικό κεφάλαιο που ανήλθε, τελικά, στο ποσό των 2.200.000.000 δραχμών. Ο πρώτος εναγόμενος σκόπευε να καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος του ποσού των 220.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στο ποσοστό συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο της παραπάνω εταιρείας και του ποσού των 66.666.000 δραχμών, από την εκποίηση του χαρτοφυλακίου των μετοχών του, που διαχειριζόταν ο ενάγων.
Όμως, λόγω της πτώσης των τιμών των μετοχών του Χρηματιστηρίου Αθηνών, η αξία του χαρτοφυλακίου του μειώθηκε σημαντικά και, προκειμένου να ανταποκριθεί στις ως άνω υποχρεώσεις του, έλαβε από τον ενάγοντα άτοκο δάνειο ποσού 177.526.921 δραχμών, με τη συμφωνία ότι θα το αποπλήρωνε εντός του έτους 2001. Επειδή, δε μπόρεσε να το αποπληρώσει στο μεγαλύτερο μέρος του, ανερχόμενο στο ποσό των 137.526.921 δραχμών, ήτοι 403.600,65 ευρώ, ο ενάγων άσκησε σε βάρος του την με αριθ.
κατ. 4100/2004 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που του επέδωσε στις 25-6-2004 και με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είχε υποχρέωση να του καταβάλει για την παραπάνω αιτία το ποσό των 439.226 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος άσκησε σε βάρος του ενάγοντος την με αριθ.
κατ. 11971/2005 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενος ότι ο ενάγων είχε υπεξαιρέσει μέρος από τα ποσά, που του είχε παραδώσει προς επένδυση, ζητούσε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 401.074 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ποσό που είχε υπεξαιρέσει και τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί από την αδικοπρακτική του συμπεριφορά (ενάγοντος) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Οι αγωγές αυτές συνεκδικάσθηκαν και με την υπ' αριθ. 1679/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η αγωγή του ενάγοντος και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του πρώτου εναγομένου. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση και οι δυο ως άνω διάδικοι και με την υπ' αριθ. 458/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη, ήδη, αμετάκλητη, εξαφανίστηκε η παραπάνω απόφαση και, αφού έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ενάγοντος, αναγνωρίσθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των 403.600,65 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή και η αγωγή του πρώτου εναγόμενου και υποχρεώθηκε ο ενάγων να του καταβάλει το ποσό των 91.041 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επιβλήθηκε δε σε βάρος του πρώτου εναγομένου δικαστική δαπάνη ποσού 12.000 ευρώ και σε βάρος του ενάγοντος δικαστική δαπάνη ποσού 3.500 ευρώ.
Κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής και μετά από συμψηφισμό των ως άνω απαιτήσεων του πρώτου εναγομένου σε βάρος του, η επιδικασθείσα κατά τα προαναφερόμενα απαίτηση του ενάγοντος σε βάρος του τελευταίου ανήλθε στο ποσό των 555.228,02 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο γέννησης της απαίτησης του ενάγοντος σε βάρος του ο πρώτος εναγόμενος είχε την ακόλουθη ακίνητη περιουσία: 1) Την πλήρη κυριότητα ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου εκτάσεως 410 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της Κοινότητας Απολλωνίας της νήσου Σίφνου και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της Κοινότητας αυτής, επί του οποίου ευρίσκεται μία διώροφη οικοδομή (κατοικία), η οποία ανεγέρθη δυνάμει της υπ' αρ.
….1994 οικοδομικής αδείας της πολεοδομίας Μήλου και η οποία αποτελείται από υπόγειο επιφάνειας 70 τ.μ., πρώτο όροφο επιφάνειας 70,50 τ.μ. και δεύτερο όροφο επιφάνειας 70,50 τ.μ., 2) Την πλήρη κυριότητα των κάτωθι αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε πολυκατοικία αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο (πυλωτή), πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο όροφο και δώμα, που κείται στο ...
επί της οδού ..., που κατασκευάσθηκε δυνάμει της υπ' αρ. .../1989 οικοδομικής αδείας της Πολεοδομίας Αγίας Παρασκευής, και ειδικότερα: α) του υπό στοιχεία ΕΙ διαμερίσματος του πέμπτου πάνω από την πυλωτή ορόφου εκτάσεως 113 τ.μ. (αποτελούμενο από λίβινγκ ρούμ, κουζίνα, τραπεζαρία, δύο υπνοδωμάτια, έτερο υπνοδωμάτιο ή γραφείο, λουτρό και w.c), με τέσσερις βεράντες και με τον σε αυτό ανήκοντα κατ' αποκλειστική χρήση υπό στοιχεία Ρ-10 χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου πυλωτής, β) της υπό στοιχεία Υ-10 αποθήκης του υπογείου εκτάσεως 5 τ.μ.
και γ) της υπό στοιχεία Υ-11 αποθήκης του υπογείου εκτάσεως 5 τ.μ.,3). Την πλήρη κυριότητα του υπό στοιχεία 1-1 διαμερίσματος του ισογείου ορόφου μίας πολυκατοικίας που βρίσκεται στο ... επί της οδού ..., αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο, δύο υπέρ του ισογείου ορόφους και δώμα, η οποία πολυκατοικία ανεγέρθη το έτος 1969.
Το διαμέρισμα αυτό είναι εκτάσεως 106,60 τ.μ. και αποτελείται από χωλ, τέσσερα δωμάτια, διάδρομο, w.c. οφίς, λουτρό και μαγειρείο,4) Την ψιλή κυριότητα ποσοστού 40% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εκτάσεως 990 τ.μ. επί του οποίου έχει ανεγερθεί ένα ξενοδοχείο (που λειτουργεί νόμιμα κατόπιν άδειας του Ε.Ο.Τ. με τον τίτλο "..."), το οποίο αποτελείται από υπόγειο και ισόγειο επιφάνειας 320,10 τ.μ.
εκάστου εξ αυτών, τρεις ορόφους άνωθεν του ισογείου επιφάνειας 305,10 τ.μ. εκάστου εξ αυτών και δώμα εκτάσεως 28,10 τ.μ. Το ανωτέρω οικόπεδο μετά του ξενοδοχείου βρίσκεται στον Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής επί της οδού ... Η επικαρπία του ανωτέρω ποσοστού επί του ξενοδοχείου, άνηκε στον πατέρα του πρώτου εναγομένου, Α.
Κ., 5) Την πλήρη κυριότητα ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου εκτάσεως - κατά τον τίτλο κτήσης - 312,99 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση "..." εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αγίας Παρασκευής Αττικής στο με αριθμό ... Ο.Τ. και επί της διασταυρώσεως των οδών ..., 6) Την πλήρη κυριότητα ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου εκτάσεως 160 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αγίας Παρασκευής Αττικής και επί της οδού ...
με αριθ. ΚΑΕΚ ..., 7) Την πλήρη κυριότητα ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου τεσσάρων αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών ευρισκομένων επί μίας πολυκατοικίας αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο που έχει ανεγερθεί σε ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αγίας Παρασκευής Αττικής, επί της οδού ...
και συγκεκριμένα: α) της οριζόντιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας του υπογείου εκτάσεως 91,82 τ.μ., αποτελούμενης από έναν ενιαίο χώρο με κλίμακα ανόδου προς τον ισόγειο όροφο, του οποίου ένα τμήμα καταλαμβάνεται από λεβητοστάσιο, β) της οριζόντιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας του ισογείου (διαμέρισμα) εκτάσεως 92,62 τ.μ., αποτελούμενης από τρία κύρια δωμάτια και wc, γ) της οριζόντιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου (διαμέρισμα) εκτάσεως 106,67 τ.μ.
αποτελούμενης από τέσσερα δωμάτια, χώλ, κουζίνα, οφίς και wc και δ) της οριζόντιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας του δευτέρου ορόφου (διαμέρισμα) εκτάσεως 90,01 τ.μ., αποτελούμενο από τρία κύρια δωμάτια, λουτρό, κουζίνα και οφίς. Από τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες, αυτές του υπογείου, ισογείου και α' ορόφου ανεγέρθησαν το έτος 1975 και αυτή του β' ορόφου το έτος 1980.
Μετά την άσκηση της προαναφερόμενης με αριθ. κατ. 4100/2004 αγωγής του ενάγοντος σε βάρος του, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας του στους λοιπούς εναγόμενους, που είναι η σύζυγος (τέταρτη εναγομένη) και τα δυο τέκνα του (δεύτερη και τρίτος των εναγομένων). Ειδικότερα:
Α) δυνάμει του υπ' αρ. .../15.05.2006 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ., το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σίφνου με αριθμό καταχώρησης .../02.10.2006, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ευρισκόμενου στην ... οικοπέδου μετά της επ' αυτού οικοδομής (κατοικίας) στην δεύτερη εναγομένη θυγατέρα του, Ε.
Κ.. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../25.05.2006 συμβολαίου δωρεάς της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σίφνου με αριθμό καταχώρησης .../02.10.2006, δώρισε την επικαρπία του ως άνω ακινήτου στην σύζυγο του, τέταρτη εναγομένη, Χ. Κ.. Το ανωτέρω ακίνητο (οικόπεδο μετά της κατοικίας) είχε αντικειμενική αξία κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της υπό κρίση αγωγής 167.624,56 ευρώ και εμπορική αξία 200.000 ευρώ.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η εμπορική αξία του ακινήτου αυτού υπερβαίνει το ποσό των 500.000 ευρώ και, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, προσκομίζουν αγγελίες πώλησης διαφόρων ακινήτων, που βρίσκονται στο νησί της Σίφνου, με αναφορά (στις αγγελίες) των επιμέρους χαρακτηριστικών των ακινήτων αυτών και φωτογραφίες που τα απεικονίζουν.
Πέραν του γεγονότος ότι οι τιμές πώλησης, που αναφέρονται στις ως άνω αγγελίες, δεν είναι βέβαιο ότι αφορούν την εμπορική αξία των ακινήτων αυτών, αφού, συνήθως, οι τιμές αυτές αποτελούν τη βάση για την έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ των πωλητών και των ενδιαφερόμενων αγοραστών, οι εναγόμενοι δεν προσκομίζουν φωτογραφίες του επίδικου ακινήτου, ώστε να προκύψει, κατά το δυνατόν, η ποιότητα κατασκευής του, η θέση και η θέα αυτού και να κριθεί ότι (όπως ισχυρίζονται) προσομοιάζει στα βασικά χαρακτηριστικά του με τα ακίνητα που αναφέρονται στις παραπάνω αγγελίες, ούτε εκτίμηση από κάποιον εκτιμητή ακινήτου, που να αφορά το συγκεκριμένο ακίνητο, με αποτέλεσμα να μην αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός τους (εναγομένων) ότι η εμπορική αξία του ακινήτου αυτού είναι τόσο μεγαλύτερη της αντικειμενικής αξίας του, Β) Δυνάμει του υπ' αρ. .../25.05.2006 συμβολαίου γονικής παροχής - δωρεάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Γ., το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλανδρίου με αριθμό καταχώρησης .../06.03.2007 μεταβίβασε: α) λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα των ευρισκόμενων στο ... επί της οδού ... οριζόντιων ιδιοκτησιών (υπό στοιχεία ΕΙ διαμέρισμα, Ρ-10 θέση πάρκινγκ στην πυλωτή, Υ-10 και Υ-11 αποθήκες), που του ανήκαν κατά πλήρη κυριότητα, στην δεύτερη εναγομένη κόρη του και β) λόγω δωρεάς την επικαρπία των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών στην σύζυγο του, τέταρτη εναγομένη.
Οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της υπό κρίση αγωγής είχαν αντικειμενική αξία 171.131,40 ευρώ (164.448,90 ευρώ το διαμέρισμα + 4.702,50 ευρώ η θέση πάρκινγκ + 990 ευρώ Χ 2 οι δύο αποθήκες) και εμπορική αξία 215.000 ευρώ (200.000 ευρώ το διαμέρισμα + 10.000 ευρώ η θέση πάρκινγκ + 5.000 ευρώ οι δύο αποθήκες), Γ) δυνάμει του υπ' αριθμ. ...15.05.2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Γ., το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγ. Παρασκευής με αριθμό καταχώρησης .../07.05.2007, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα ποσοστού 24% του προαναφερόμενου οικοπέδου μετά του ξενοδοχείου στον τρίτο εναγόμενο υιό του και δυνάμει του υπ' αρ. .../15.05.2006 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγ.
Παρασκευής με αριθμό καταχώρησης .../07.05.2007 την ψιλή κυριότητα ποσοστού 16% του ίδιου ακινήτου στην δεύτερη εναγομένη θυγατέρα του. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού, κατά το ποσοστό που ανήκε στον πρώτο εναγόμενο, κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της υπό κρίση αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 452.588,40 ευρώ και η εμπορική στο ποσό του 1.600.000 ευρώ, ενόψει του ότι το έτος 2009 είχε αποβιώσει ο πατέρας του πρώτου εναγομένου - επικαρπωτής, Δ) Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...15.05.2006 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Γ., το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγ. Παρασκευής με αριθμό καταχώρησης .../07.05.2007, μεταβίβασε στον υιό του, τρίτο εναγόμενο: α) την ψιλή κυριότητα ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου εκτάσεως 312,99 τ.μ., που βρίσκεται στον Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής στη διασταύρωση των οδών ..., παρακρατώντας συγχρόνως για τον εαυτό του την επικαρπία, β) την ψιλή κυριότητα ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου, που βρίσκεται στον Δήμο Αγίας Παρασκευής επί της οδού ..., παρακρατώντας συγχρόνως για τον εαυτό του την επικαρπία και γ) την ψιλή κυριότητα ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου των προαναφερόμενων τεσσάρων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, που βρίσκονται στην οικοδομή που κείται στον Δήμο Αγίας Παρασκευής επί της οδού ..., παρακρατώντας συγχρόνως για τον εαυτό του την επικαρπία.
Κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της υπό κρίση αγωγής: α) η αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητας του ως άνω ποσοστού του οικοπέδου εκτάσεως 312,99 τ.μ. ανερχόταν στο ποσό των 36.273,92 ευρώ και η εμπορική του αξία σε 45.000 ευρώ (υπολογιζόμενης και της ηλικίας του πρώτου εναγομένου επικαρπωτή, ο οποίος είναι γεννηθείς το έτος 1950), β) η αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητας του ως άνω ποσοστού του οικοπέδου εκτάσεως 160 τ.μ.
ανερχόταν στο ποσό των 23.393,58 ευρώ και η εμπορική της αξία σε 30.000 ευρώ και γ) η αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητας των ανωτέρω ποσοστών επί των τεσσάρων οριζόντιων ιδιοκτησιών, που βρίσκονται στην οικοδομή που κείται στον Δήμο Αγίας Παρασκευής επί της οδού ..., ανερχόταν στο ποσό 9.718,23 ευρώ, για το ποσοστό επί της ιδιοκτησίας του υπογείου, σε 14.704,35 ευρώ, για το ποσοστό επί του διαμερίσματος του ισογείου, σε 19.757,42 ευρώ, για το ποσοστό επί του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και σε 16.671,65 ευρώ, για το ποσοστό επί του διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου, ενώ η εμπορική τους αξία ήταν όμοια με την αντικειμενική λόγω της παλαιότητας των διαμερισμάτων.
Μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις ο πρώτος εναγόμενος διαθέτει τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία: α) την επικαρπία ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου εκτάσεως 312,99 τ.μ. που βρίσκεται στον Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής επί της διασταύρωσης των οδών ..., αντικειμενικής αξίας 15.545,96 ευρώ, β) την επικαρπία ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου εκτάσεως 160 τ.μ., που βρίσκεται στον Δήμο Αγίας Παρασκευής επί της οδού ....
αντικειμενικής αξίας 7.018,07 ευρώ, γ) την επικαρπία ποσοστού 33,33% εξ αδιαιρέτου επί των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών (ενός υπογείου και τριών διαμερισμάτων), που βρίσκονται στην οικοδομή που κείται στον Δήμο Αγίας Παρασκευής επί της οδού ...., αντικειμενικής αξίας 4.164,95 ευρώ για το ποσοστό επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου, 6.301,87 ευρώ για το ποσοστό επί του διαμερίσματος του ισογείου, 8.467,46 ευρώ για το ποσοστό επί του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και 7.145,00 ευρώ για το ποσοστό επί του διαμερίσματος του δεύτερου ορόφου και δ) την πλήρη κυριότητα της αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας υπό στοιχεία I - 1, εκτάσεως 106,60 τ.μ., του ισογείου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο ...
επί της οδού ..., αντικειμενικής αξίας 99.729,63 ευρώ, η οποία ταυτίζεται με την εμπορική της αξία λόγω της παλαιότητάς της (45 ετών) και ενόψει του ότι δεν έχει ανακαινισθεί. Όσον αφορά την εμπορική αξία των ποσοστών επικαρπίας του πρώτου εναγομένου επί των ως άνω υπό στοιχεία α, β και γ ακινήτων, αυτή δεν είναι μεγαλύτερη της αντικειμενικής τους, διότι έχουν πολύ μικρή εμπορευσιμότητα, καθώς, ενόψει της ύπαρξης και άλλων συγκυρίων στα ακίνητα αυτά, καθίσταται πολύ δύσκολη η οικονομική αξιοποίησή τους.
Κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, που είναι εν προκειμένω ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η αφερεγγυότητα του πρώτου εναγομένου, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία, εκτός από τα προαναφερόμενα ακίνητα, που παρέμειναν στην κυριότητά του μετά τις ως άνω μεταβιβάσεις, συνολικής αξίας 148.372,94 ευρώ, ούτε, άλλωστε, οι εναγόμενοι προβάλλουν τέτοιο ισχυρισμό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι, από τον πρώτο εναγόμενο προς τα μέλη της οικογενείας του, προσβαλλόμενες με την υπό κρίση αγωγή μεταβιβάσεις (που αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχεία Α και Β και αφορούν το ακίνητο που κείται στη νήσο Σίφνο και τα ακίνητα που βρίσκονται στην πολυκατοικία που κείται στο ... επί της οδού ...) έγιναν με σκοπό βλάβης του ενάγοντος και προκειμένου να αποστερηθεί αυτός της δυνατότητας να ικανοποιήσει την σε βάρος του (πρώτου εναγομένου) απαίτησή του στο σύνολο της, η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί μέχρι σήμερα, αφού ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε κατά το χρόνο που προέβη στις ως άνω μεταβιβάσεις:
α) την ύπαρξη της οφειλής του προς τον ενάγοντα από την σύσταση της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας και β) ότι, μετά τις εν λόγω μεταβιβάσεις, ο ενάγων δεν θα μπορούσε να εξεύρει άλλα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία για την ικανοποίηση του συνόλου της απαιτήσεώς του. Οι εναγόμενοι προβάλλουν το ισχυρισμό ότι ο πρώτος από αυτούς δεν είχε πρόθεση βλάβης του ενάγοντος, όταν προέβαινε στις επίδικες μεταβιβάσεις, διότι, πλην της ως άνω ακίνητης περιουσίας του, είχε τότε και άλλα περιουσιακά στοιχεία και ειδικότερα τραπεζικές καταθέσεις, επενδυτικά προϊόντα και εταιρικά μερίδια σε διάφορες εταιρείες, που αναλυτικά αναφέρουν, συνολικής αξίας 1.036.580 ευρώ, από τα οποία θα μπορούσε (ο ενάγων) να ικανοποιήσει τις, σε βάρος του πρώτου εναγομένου, απαιτήσεις του.
Η ύπαρξη των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων κατά το χρόνο των ένδικων μεταβιβάσεων δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι ο πρώτος εναγόμενος κατ' εκείνο το χρόνο δεν είχε πρόθεση βλάβης του ενάγοντος, καθώς: α) τα επενδυτικά προϊόντα και τα εταιρικά μερίδια, που κατείχε, ήταν επισφαλή περιουσιακά στοιχεία, υπό την έννοια ότι δεν ήταν βέβαιη η ύπαρξη και η αξία τους και στο απώτερο μέλλον, όταν θα βεβαιωνόταν δικαστικά η ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης του ενάγοντος σε βάρος του (πρώτου εναγομένου), γεγονός το οποίο γνώριζε ο τελευταίος και αποδεχόταν και β) δεν αιτιολογείται από τον τελευταίο για ποιο λόγο δεν υφίσταντο τα παραπάνω περιουσιακά του στοιχεία, επισφαλή και μη (ήτοι τραπεζικές καταθέσεις) κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, ώστε, σε περίπτωση που η απώλειά τους οφειλόταν σε εντελώς απρόβλεπτο και μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητά του (πρώτου εναγομένου) λόγο, να μπορούσε το Δικαστήριο να οδηγηθεί στην κρίση ότι, πράγματι, κατά το χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων δεν είχε πρόθεση βλάβης του ενάγοντος.
Το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν προέβη στην πώληση των παραπάνω ακινήτων του σε τρίτους δεν μπορεί, όπως ισχυρίζεται, να ανατρέψει τη συνδρομή του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπό του, ενόψει των λόγων που προεκτέθηκαν...". Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε την ένδικη αγωγή του και κήρυξε τη διάρρηξη των επίμαχων, απαλλοτριωτικών, δικαιοπραξιών.
Επομένως, το Εφετείο, που με τις παραπάνω σκέψεις του, δέχθηκε ότι: α) Η ένδικη απαίτηση του δανειστή, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά του οφειλέτη του, ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ανερχομένη στο ανωτέρω ποσό (555.228,02 ευρώ) προέκυψε μετά από συμψηφισμό αντιθέτων απαιτήσεών τους και ήταν γεννημένη κατά τους χρόνους των ενδίκων απαλλοτριώσεων.
β) Οι απαλλοτριώσεις αυτές έγιναν με πρόθεση βλάβης του αναιρεσίβλητου, δανειστή και ο πρώτος ήδη αναιρεσείων, οφειλέτης, κατά τους ανωτέρω χρόνους της καταρτίσεώς τους, γνώριζε πως έτσι θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει να μην ε...εί για την ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου, δανειστή του.
Και, γ) επήλθε βλάβη στον τελευταίο (αναιρεσίβλητο), από το γεγονός ότι η υπόλοιπη περιουσία, που απέμεινε στον πρώτο αναιρεσείοντα, οφειλέτη του, μετά τις επίμαχες δικαιοπραξίες και η οποία υπήρχε κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, απαρτιζομένη από ακίνητα, συνολικής, αξίας 148.372,94 ευρώ, δεν αρκούσε προς ικανοποίηση της ένδικης απαίτησης του ήδη αναιρεσιβλήτου, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 939 ΑΚ και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, προκειμένου να καταλήξει στο, ως άνω, αποδεικτικό της πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, διέλαβε σ' αυτή (προσβαλλομένη) σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες και τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, ήταν αναγκαία για την εφαρμογή του.
Δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, το Εφετείο να υπολογίσει και τους τόκους, που αναλογούσαν σε κάθε μία, από τις αντίθετες απαιτήσεις, που αποτέλεσαν αντικείμενο του συμβιβασμού, στο πλαίσιο του οποίου ο πρώτος αναιρεσείων και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος συμφώνησαν ότι η επίμαχη απαίτηση του τελευταίου κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό των 555.228,02 ευρώ.
Ούτε και ήταν αναγκαίο να αναφέρεται το πως προέκυψαν οι αντικειμενικές και εμπορικές αξίες των ακινήτων, που μεταβιβάσθηκαν, με τις επίμαχες, απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες, αφού το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, κατέληξε στο, σαφές, αποδεικτικό πόρισμα ότι οι αξίες αυτές (αντικειμενικές και εμπορικές), είναι οι αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του.
Η περαιτέρω δε σκέψη του Εφετείου, ότι το γεγονός της ύπαρξης, κατά τους χρόνους καταρτίσεως των ενδίκων δικαιοπραξιών και άλλης περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος, οφειλέτη, αποτελούμενης από τραπεζικές καταθέσεις, επενδυτικά προϊόντα και εταιρικά μερίδια διαφόρων εταιρειών, συνολικής, αξίας 1.036.580 ευρώ "...δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση ότι ο πρώτος εναγόμενος κατ' εκείνο το χρόνο δεν είχε πρόθεση βλάβης του ενάγοντος, καθώς:
α) τα επενδυτικά προϊόντα και τα εταιρικά μερίδια, που κατείχε, ήταν επισφαλή περιουσιακά στοιχεία, υπό την έννοια ότι δεν ήταν βέβαιη η ύπαρξη και η αξία τους και στο απώτερο μέλλον, όταν θα βεβαιωνόταν δικαστικά η ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης του ενάγοντος σε βάρος του (πρώτου εναγομένου), γεγονός το οποίο γνώριζε ο τελευταίος και αποδεχόταν και β) δεν αιτιολογείται από τον τελευταίο για ποιο λόγο δεν υφίσταντο τα παραπάνω περιουσιακά του στοιχεία, επισφαλή και μη (ήτοι τραπεζικές καταθέσεις) κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της υπό κρίση αγωγής, ώστε, σε περίπτωση που η απώλειά τους οφειλόταν σε εντελώς απρόβλεπτο και μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητά του (πρώτου εναγομένου) λόγο, να μπορούσε το Δικαστήριο να οδηγηθεί στην κρίση ότι, πράγματι, κατά το χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων δεν είχε πρόθεση βλάβης του ενάγοντος...", διατυπώθηκε, στην προσβαλλομένη απόφασή του, κατά την πορεία του δικανικού του συλλογισμού, ως επιχείρημα υπέρ της κύριας αιτιολογίας του και προς απόκρουση του προβληθέντος αρνητικού αγωγικού ισχυρισμού, των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων, περί έλλειψης, κατά τους χρόνους σύναψης των ενδίκων δικαιοπραξιών, της πρόθεσης του πρώτου αυτών να βλάψει τον ήδη αναιρεσίβλητο, δανειστή του.
Επομένως, οι δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου, ως άνω άρθρου, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις τους, με τις οποίες υπό το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Κατ' ακολουθίαν, των ανωτέρω, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι), τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, για τη συναγωγή του ως άνω (σαφούς) αποδεικτικού του πορίσματος.
V. Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού του αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-10-2018 αίτηση αναίρεσης της 4535/201 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ