291/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated291/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, αναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.
Full text
Απόφαση 291 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 291/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου υποκατάστατου του Διπλωματούχου Πολιτικού Μηχανικού Α. Δ. Π., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βλαχογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Ν. Κ. του Γ., 3)Κ. Μ. του Α.. Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ψαρρό, που κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποιούμενη στον διπλωματούχο πολιτικό μηχανικό Α. Δ. Π., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 308/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 451/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 8/2/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, εάν απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως της συζητήσεως ένας εξ αυτών και πρόκειται περί αναγκαίας ομοδικίας, έχει δε ο απολειπόμενος ή μη μετέχων προσηκόντως της συζητήσεως αναιρεσείων ή αναιρεσίβλητος επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή έχει κλητευθεί νομίμως, θεωρείται αντιπροσωπευόμενος από τους άλλους ομοδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως της συζητήσεως.
Περαιτέρω, αναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.
Περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας κατά την εν λόγω διάταξη υφίσταται και επί κοινής εναγωγής ομορρύθμου εταιρίας και των μελών αυτής ατομικώς, καθ' όσον δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 329 και 919 αρ. 1 ΚΠολΔ, η μεταξύ ομορρύθμου εταιρίας και τρίτου εκδοθείσα απόφαση αφορώσα δικαιώματα ή υποχρεώσεις της εταιρίας αποτελεί δεδικασμένο και έναντι των μελών αυτής ως προς τα εν λόγω δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις και δύναται να χωρήσει εκτέλεση και κατά της ατομικής περιουσίας των μελών, τα οποία συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 249 παρ. 1 Ν. 4072/2012 ευθύνονται προσωπικώς εις ολόκληρον ως προς τις υποχρεώσεις της εταιρίας.
Εν προκειμένω, από την υπ' αριθμόν ….29/22 Φεβρουαρίου 2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Εφετείου Λαμίας Κ. Α.υ προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 8ης Φεβρουαρίου 2017 αιτήσεως αναιρέσεως έχει νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία, μέλη της οποίας είναι οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, καλουμένη να παραστεί κατά την ορισθείσα στην αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο. Κατά την εν λόγω δικάσιμο δεν παρέστη η εν λόγω αναιρεσίβλητη, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως.
Συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτής, θεωρουμένης όμως ως αντιπροσωπευομένης από τους κατά τα ανωτέρω αναγκαίους ομοδίκους αυτής δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επειδή, η υπό κρίση από 8ης Φεβρουαρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμόν 451/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία, κατά παραδοχή της από 12ης Μαρτίου 2013 εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, έγινε εν μέρει δεκτή, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμόν 308/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η από 25ης Νοεμβρίου 2010 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, αφορώσα διαφορά εξ αμοιβών, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, η σύμβαση, δια της οποίας ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης, φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως έργου. Συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, ο μηχανικός υπέχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε εργοδότης να καταβάλει την συμφωνηθείσα αμοιβή, την είσπραξη της οποίας δύναται να επιδιώξει δικαστικώς και το Τεχνικό Επιμελητήριο συμφώνως προς την διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953, προστεθείσα δια του άρθρου 15 παρ. 3 Ν. 2308/1995, κατά την οποία "Σε περίπτωση άρνησης, δυστροπίας ή καθυστέρησης κατάθεσης των αμοιβών μελετών ή επιβλέψεων από τον εργοδότη μπορεί και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη της οφειλόμενης αμοιβής, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου μέλους του Τ.Ε.Ε.
ή της εταιρείας εκπονήσεως τεχνικών μελετών ή των εκάστοτε συνιστώμενων γραφείων ή συμπραττόντων γραφείων εκπονήσεως τεχνικών μελετών, στην οποία θα προσδιορίζεται και το σύνολο της δικαιούμενης αμοιβής". Η αμοιβή του μηχανικού δεν δύναται να υπολείπεται των υποχρεωτικώς εφαρμοζομένων σχετικώς κατωτάτων ορίων, τα οποία καθορίζονται δια των διατάξεων του Π.Δ. 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών δια σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν κλπ συγκοινωνιακών, υδραυλικών και κτηριακών έργων, ως και τοπογραφικών κτηματογραφικών και χαρτογραφικών εργασιών και σχετικών τεχνικών προδιαγραφών μελετών", εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 59 του από 17ης Ιουλίου 1923 Ν.Δ. "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών", ως έχει τροποποιηθεί δια του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 2726/1953.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 6 του ως άνω Π.Δ., όπως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 2 Π.Δ. 515/1989, αντιστοίχως, "Η αμοιβή Α για την εκπόνηση των μελετών των αναφερομένων στο άρθρ. 1 κατηγοριών έργων και εργασιών καθορίζεται κατά τμήματα και κεφάλαια του παρόντος με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:
α. Σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού (Σ) των μελετωμένων έργων που υπολογίζονται βάσει τύπου. β. Κατά μονάδα έργου (π.χ. χλμ οδού, στρέμμα επιφανείας κ.λπ.) με βάση τιμές μονάδας. γ. Κατ' αποκοπή ή ανάλογα με το χρόνο απασχόλησης. δ. Κατά ειδικό τρόπο που καθορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του παρόντος", "Ο προϋπολογισμός με τον οποίο υπολογίζεται η αμοιβή κάθε έργου είναι αυτός που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των κονδυλίων αυτού, όπως αυτός εγκρίνεται από τον Εργοδότη, σύμφωνα με αναλυτική προμέτρηση και με τις τιμές μονάδας εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων 'Εργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων 'Εργων αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών σύνταξης του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης που έχει ανατεθεί στον ίδιο μελετητή με την οικεία σύμβαση.
Σε περίπτωση μη ύπαρξης εγκεκριμένης ανάλυσης τιμών για ορισμένες εργασίες η τιμή των εργασιών αυτών υπολογίζεται με νέες τιμές που συντάσσει ο ανάδοχος, σύμφωνα με τις περί εκτελέσεως δημοσίων έργων διατάξεις και όπως αυτές οι τιμές θα εγκριθούν από τον Εργοδότη. Στον παραπάνω προϋπολογισμό, που δηλώνει το κόστος του έργου, δεν προστίθεται ποσοστό γενικών εξόδων και οφέλους εργολάβου ούτε και αφαιρείται τυχόν έκπτωση δημοπρασίας" και "Ειδικά για την έκδοση οικοδομικών αδειών, ο προϋπολογισμός εξάγεται είτε βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε σύμφωνα με τιμές μονάδος που καθορίζονται με υπουργική απόφαση, η οποία λαμβάνει υπόψη το κόστος κατασκευής όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων, (άρθρ. 41 του Νομ. 1249/1982 ΦΕΚ 43, όπως κάθε φορά ισχύει)".
Κατ' εξουσιοδότηση δε της τελευταίας αυτής διατάξεως, εξεδόθησαν, αρχικώς, η απόφαση 7870/5724/17.11.1989 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων 'Εργων (Φ.Ε.Κ. Β' 863/1989) και, ακολούθως, η αντικαταστατήσασα αυτήν απόφαση 81304/6083/1989 του ιδίου Υπουργού (Φ.Ε.Κ. Β' 886/1989), δια της οποίας εθεσπίσθη σύστημα καθορισμού των τιμών μονάδος επιφανείας των οικοδομικών έργων, το οποίο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τρόπο υπολογισμού της "τιμής αφετηρίας" (ΤΑ) ως προς έκαστο περιφερειακό διαμέρισμα της Χώρας επί τη βάσει στοιχείων των πινάκων τιμών του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών και διαφόρων συντελεστών (άρθρο 1 παρ. 1) και ορίζει ότι προς σύνταξη του προϋπολογισμού των ιδιωτικών οικοδομικών έργων οι διάφοροι συντελεστές εφαρμόζονται επί του αριθμητικού μέσου όρου των τιμών αφετηρίας ανά περιφερειακό διαμέρισμα - "ενιαίας τιμής αφετηρίας" (ΕΤΑ) (άρθρο 4 παρ. 1), βάσει της οποίας υπολογίζεται η τιμή μονάδος επιφανείας των κατοικιών, καταστημάτων, γραφείων κλπ.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, εάν η ανατεθείσα μελέτη αφορά στην έκδοση οικοδομικής αδείας, η νόμιμη αμοιβή του μηχανικού υπολογίζεται διαζευκτικώς βάσει είτε του ως άνω οριζομένου κατά το άρθρο 3 παρ. 1 Π.Δ. 696/1974 αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε προϋπολογισμού εξαγομένου βάσει της προαναφερομένης 81304/6083/1989 Υπουργικής Αποφάσεως (συμβατικού), μεταξύ δε των εν λόγω τρόπων υπολογισμού δυνατόν να υφίσταται σημαντική διαφορά ως προς το ύψος της προκυπτούσης αμοιβής του μηχανικού.
Αφ' ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία "Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό", συνάγεται ότι η περαιτέρω ανάθεση από το εξουσιοδοτούμενο όργανο της κατ' εξουσιοδότηση κανονιστικής αρμοδιότητος αυτού σε έτερο διοικητικό όργανο (υπεξουσιοδότηση) δεν επιτρέπεται εκτός εάν προβλέπεται από ειδική διάταξη του εξουσιοδοτικού νόμου ή αφορά ρύθμιση επουσιωδών θεμάτων ή θεμάτων τοπικού ενδιαφέροντος λεπτομερειακού χαρακτήρος ή θεμάτων εσωτερικής φύσεως υπό την προϋπόθεση ότι το πλαίσιο της ρυθμίσεως των εν λόγω θεμάτων καθορίζεται κατά βάση από την κανονιστική πράξη.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας (Δ' Τμήμα), με την υπ' αριθμόν 2506/2000 απόφαση, εξετάζον παρεμπιπτόντως την νομιμότητα της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 6 Π.Δ. 696/1974 και της βάσει αυτής κατά τα ανωτέρω εκδοθείσης υπ' αριθμόν 81304/6083/1989 αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων 'Εργων, απεφάνθη κατά πλειοψηφίαν ότι η εν λόγω διάταξη "κατά το μέρος που επιτρέπει τον καθορισμό με υπουργική απόφαση τιμών μονάδων επί τη βάσει του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων καθώς και άλλων μη προσδιοριζομένων παραγόντων" συνιστά ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση και ότι συνεπώς η βάσει αυτής εκδοθείσα προαναφερομένη υπουργική απόφαση στερείται νομίμου ερείσματος.
Ωσαύτως, με την υπ' αριθμόν 2507/2000 απόφαση, το Συμβούλιο της Επικρατείας (Δ' Τμήμα), δικάζον επί αιτήσεως ακυρώσεως της υπ' αριθμόν 80461/2000 αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων 'Εργων, με την οποία είχε παραταθεί η ισχύς της προαναφερομένης υπ' αριθμόν 81304/6083/1989 υπουργικής αποφάσεως, απεφάνθη κατά πλειοψηφίαν, ότι, ομοίως, τόσον η υπ' αριθμόν 81304/6083/1989 απόφαση όσον και η προσβαλλομένη υπ' αριθμόν 80461/2000 απόφαση, ως εκδοθείσες δυνάμει μη επιτρεπτής υπεξουσιοδοτήσεως, στερούνται νομίμου ερείσματος, όμως απέρριψε την αίτηση ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αιτούντος επαγγελματικού σωματείου δεχόμενο ότι θα έπρεπε μεν να ακυρωθεί η προσβαλλομένη απόφαση, "η κρίση, όμως, αυτή του Δικαστηρίου θα είχε ως αποτέλεσμα ο καθορισμός των αμοιβών για την έκδοση οικοδομικών αδειών να μην είναι καθόλου πια εφικτός, βάσει συμβατικού προϋπολογισμού, ούτε καν με βάση την ιδιαίτερα χαμηλή, κατά το αιτούν σωματείο, ΕΤΑ των 15000 δραχμών, παρά μόνο βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού.
Ο περιορισμός όμως αυτός επιλογής θα ήταν επιζήμιος για τα συμφέροντα των μελών του αιτούντος σωματείου". Αντιθέτως, κατά την άποψη της μειοψηφίας των ως άνω αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, "η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 του ως άνω Π.Δ/τος, κατά το μέρος που προβλέπει την έκδοση υπουργικής αποφάσεως για τον καθορισμό τιμών μονάδος, δεν περιέχει ανεπίτρεπτη εξουσιοδότηση διότι αναφέρεται σε ρύθμιση λεπτομερειακού θέματος, αφού τη βασική ρύθμιση θεσπίζει η ίδια αυτή διάταξη (ότι για τον καθορισμό τιμών μονάδος λαμβάνεται υπόψη το κόστος κατασκευής, όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων)".
Ομοίως, το Ε' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με το υπ' αριθμόν 624/1989 πρακτικό επεξεργασίας του σχεδίου του Π.Δ. 696/1974, έκρινε ομοφώνως ότι η παρ. 6 του άρθρου 3 "κατά το μέρος που αναθέτει, προκειμένου περί οικοδομικών αδειών, τον καθορισμό του προϋπολογισμού του έργου σε υπουργική απόφαση με βάση το κόστος κατασκευής, όπως αυτό εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων, περιέχει θεμιτή υπεξουσιοδότηση, γιατί αφορά σε θέματα τεχνικά και λεπτομερειακά".
Ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθμόν 279/2016 απόφαση του Β1 Τμήματος, επικύρωσε την αναιρεσιβληθείσα εφετειακή απόφαση, με την οποία, κατόπιν ερμηνείας της οικείας συμβάσεως, είχε κριθεί εφαρμοστέος ο συμβατικός προϋπολογισμός του άρθρου 3 παρ. 6 Π.Δ. 696/1974, χωρίς όμως να αποφανθεί ειδικώς εάν η υπ' αριθμόν 81304/6083/1989 υπουργική απόφαση, η οποία δεν έχει ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, έχει εκδοθεί δυνάμει θεμιτής υπεξουσιοδοτήσεως ή εάν ο συμβατικός προϋπολογισμός δύναται να εφαρμόζεται ανεξαρτήτως νομίμου ή μη ερείσματος της εν λόγω αποφάσεως, ως έχει γίνει δεκτό με την προαναφερομένη υπ' αριθμόν 2507/2000 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 Ν. 1756/1988, όπως η τελευταία έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 2331/1995, προκύπτει ότι δύναται το δικάζον την αίτηση αναιρέσεως Τμήμα να παραπέμψει ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας ωρισμένους ή όλους τους λόγους αναιρέσεως, εάν κρίνει ότι γεννώνται ζητήματα γενικωτέρου ενδιαφέροντος ή ότι είναι αναγκαίο τούτο χάριν της ενότητος της νομολογίας.
Εν προκειμένω, με την από 25ης Νοεμβρίου 2010 αγωγή, επί της οποίας έχει εκδοθεί η εκκληθείσα υπ' αριθμόν 308/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το αναιρεσείον εζήτησε να υποχρεωθούν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρος έκαστος, να καταβάλουν το συνολικό ποσόν των 199077,92 ευρώ πλέον ΦΠΑ ως νόμιμη αμοιβή, εξαγομένη βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, του υποκαθισταμένου μηχανικού Α.
Π., ο οποίος κατήρτισε τις συμφωνηθείσες μεταξύ αυτού και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ομορρύθμου εταιρίας τεχνικές μελέτες προς έκδοση οικοδομικής αδείας ανεγέρσεως ξενοδοχείου. Το Μονομελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί καθ' ολοκληρίαν την αγωγή, έκρινε ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων εταιρία είχε αναθέσει στον υποκαθιστάμενο μηχανικό την κατάρτιση μόνον της αρχιτεκτονικής μελέτης και όχι και των άλλων μελετών, τις οποίες εξ ιδίας πρωτοβουλίας, χωρίς να έχει σχετική εντολή, κατήρτισε ο υποκαθιστάμενος μηχανικός, ενώ, ως προς την οφειλομένη αμοιβή αυτού, εδέχθη τα εξής: "το ποσόν που οφείλεται στον υποκαθιστάμενο πολιτικό μηχανικό Π.
Α., βάσει της κατώτερης νόμιμης αμοιβής του ανέρχεται στο ποσό των 7.696,92 ευρώ μόνο για την ανατεθείσα και εκπονηθείσα αρχιτεκτονική μελέτη για την πανσιόν που θα ανήγειραν οι εναγόμενοι στη θέση ... μελέτη που όπως αναφέρθηκε ήταν απαραίτητη προκειμένου οι εναγόμενοι να λάβουν την επιδότηση επί της αγοράς του οικοπέδου 10% με βάση τον αναπτυξιακό νόμο, όταν η μελέτη αυτή για την ανέγερση του ξενοδοχείου θα κατατίθετο όπως και έγινε στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (EOT).
Η αμοιβή δε αυτή αντιστοιχεί σύμφωνα με τις τιμές μονάδας που καθορίζονται από την υπουργική απόφαση ΥΑ81304/1989, που λαμβάνει υπόψη το κόστος κατασκευής όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων και όχι βάσει του αναλυτικού προσδιορισμού που καταχρηστικά εναντίων των χρηστών συναλλακτικών ηθών και τις αρχές της καλής πίστης ζητά ο ενάγων, (ήτοι αμοιβή (28.807,71) ευρώ για τις αρχιτεκτονικές μόνο μελέτες), γενομένης έτσι δεκτής ένστασης περί καταχρηστικότητας του άρθρου 281 ΑΚ, που προέβαλαν οι εναγόμενοι ως προς τον τρόπο αμοιβής του ενάγοντος βάσει του αναλυτικού προσδιορισμού".
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 6 Π.Δ. 696/1974, δεχόμενο ως τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του υποκαθισταμένου μηχανικού τον συμβατικό προϋπολογισμό βάσει της στερουμένης νομίμου ερείσματος υπ' αριθμόν 81304/6083/1989 υπουργικής αποφάσεως, ενώ νόμιμος τρόπος υπολογισμού της εν λόγω αμοιβής είναι μόνον βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού.
Ως προς τον εν λόγω λόγο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ανακύπτει, εν όψει των ανωτέρω, το ζήτημα εάν η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 Π.Δ. 696/1974 καθ' ο μέρος επιτρέπει τον καθορισμό με υπουργική απόφαση τιμών μονάδων επί τη βάσει του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, συνιστά θεμιτή υπεξουσιοδότηση και εάν, σε αρνητική περίπτωση, ο συμβατικός προϋπολογισμός δύναται να εφαρμόζεται ανεξαρτήτως νομίμου ή μη ερείσματος της εκδοθείσης δυνάμει της εν λόγω υπεξουσιοδοτήσεως υπ' αριθμόν 81304/6083/1989 υπουργικής αποφάσεως, η οποία δεν έχει ακυρωθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το εν λόγω ζήτημα τυγχάνει γενικωτέρου ενδιαφέροντος, καθ' όσον αφορά σημαντικό αριθμό εκκρεμουσών υποθέσεων.
Συνεπώς, συμφώνως προς τα ανωτέρω, πρέπει ο ως άνω λόγος να παραπεμφθεί ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου, να αναβληθεί δε η συζήτηση των λοιπών λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους οποίους το Τμήμα επιφυλάσσεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει ενώπιον της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου τον λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως περί παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων των άρθρων 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 6 Π.Δ. 696/1974. Και Αναβάλλει την συζήτηση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ