Legislator Case Law & Legislation
291/2018 AI generated

291/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 291/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

291/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): IV) Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 496 §4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
resale price maintenance contractual consideration bidder at auction price indication purchase price pre-contractual rights and obligations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 291 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 291/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αναστασία Γιόγλη.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Τζούμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2007 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας-αποβιωσάσης Ε. χας Ν. Π., το γένος Δ. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 94/2014 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18/1/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 22-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικήτα Χριστόπουλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 18.1.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 94/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων (τακτικής διαδικασίας), με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος κατά της 87/2009 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, (με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 10.5.2007 αγωγή της αρχικής ενάγουσας στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η αναιρεσίβλητη). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1Κ.ΠολΔ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 1/2015 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Ιωαννίνων. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577§1 Κ.ΠολΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

II. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρον 138 ΑΚ "δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνον φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου "άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1.80, 51.3 και 1033 τον ΑΚ συνάγεται ότι σε καταχώρηση σε συμβολαιογραφικό έγγραφο μιας σύμβασης πώλησης και (εξαιτίας της) μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης των μερών ήταν εικονικές, γιατί οι βουλήσεις τους ήταν να μην υπάρχουν αμφότερες η μόνον η μία από τις αναλαμβανόμενες εκατέρωθεν υποχρεώσεις, τον μεν πωλητή για μεταβίβαση της κυριότητας και παράδοση τον πράγματος, τον δε αγοραστή για πληρωμή του τιμήματος, η σύμβαση πώλησης είναι λόγω εικονικότητας άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της.

Στο σχετικό περί εικονικότητας δικαιοπραξίας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο, ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 138 δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο του ίδιον άρθρον εικονικότητας, υπό την έννοια ότι οριοθετεί απλώς την έκταση και την ενέργεια της, αλλά έχει αυτοτέλεια, διότι στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που στηρίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας και πρέπει οντά να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο από το διάδικο, ο οποίος επικαλείται την ύπαρξη σχετικής εικονικότητας (Ολ ΑΠ 32/1998).

Όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας, είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 παρ. 1, 369 και 498 παρ.1 Α.Κ.), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτό το είδος και το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας ή ο τυχόν όρος (τρόπος) ή η αίρεση από την οποία τα μέρη εξαρτούν την ισχύ της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, αλλά οντά τα περιστατικά αποδεικνύονται, εφόσον αμφισβητούνται, με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα (Ολ ΑΠ 36/1993, ΑΠ 1751/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 503, 507 και 509 ΑΚ προκύπτει, ότι επί δωρεάς υπό τρόπο, ο οποίος μπορεί να συνίσταται και σε υποχρέωση του δωρεοδόχου για διατροφή , φροντίδα, περιποίηση και περίθαλψη τον δωρητή ή τρίτον, ο δωρητής ή ο κληρονόμος τον έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαίτια να εκτελέσει τον τρόπο, υπό τον οποίο έγινε η δωρεά, η ανάκληση δε της δωρεάς γίνεται με άτυπη (ακόμη και όταν το αντικείμενο της δωρεάς είναι ακίνητο) σχετική δήλωση τον δωρητή ή του κληρονόμου του, η οποία επιφέρει τα αποτελέσματά της από την περιέλευσή της στο δωρεοδόχο, εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και νόμιμος [ΑΠ 1455/2011, ΑΠ 327/2008].

Εξάλλου το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, με τη νομική παραδοχή ότι, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔικ, ο νομικός χαρακτηρισμός των επικαλούμενων περιστατικών, στα οποία θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων, κατά τρόπο σαφή πραγματικών περιστατικών, έστω και διαφορετική από εκείνη στην οποία προβαίνει ο ενάγων, χωρίς τούτο να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το αίτημα, ενώ δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση τον δικαστηρίου της ουσίας σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση, που το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράβαση κανόνα δίκαιον, κατά τη διάταξη, τον αριθμού 1.του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δίκαιον είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τον είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή τον δίκαιον, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία τον κανόνα δίκαιον είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Η ανεπάρκεια λοιπόν, των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται με την αγωγή τον ο ενάγων για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της προαναφερόμενης διάταξης, ως παράβαση κανόνα δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα η διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα να κρίνει ως αόριστη τη αγωγή αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής (δηλ η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής τον κανόνα) η ποιοτική αοριστία αυτής (δηλ η επίκληση απλώς των στοιχείων τον νόμον, χωρίς αναφορά περιστατικών) ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 τον άρθρον 559 τον ΚΠολΔικ, ενώ οι δικονομικές ελλείψεις που καθιστούν άκυρο η απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το ίδιο άρθρο 559 αριθμός 14 του ίδιου Κώδικα.

Αν λοιπόν, το δικαστήριο απορρίψει την αγωγή ως αόριστη μολονότι το δικόγραφο της, σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι ορισμένο και δεν προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης τον άρθρον 216 ΚΠολΔικ κηρύσσει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρον 559 ΚΠολΔικ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιον άρθρον 559 του ΚΠολΔικ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού, όπως εκείνη τον άρθρον 216 του ΚΠολΔικ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, η αρχική ενάγουσα Ε. χήρα Ν. Π., ισχυρίστηκε ότι: με τα αναφερόμενα, επτά τον αριθμό, προσύμφωνα φέρεται να υποσχέθηκε στον εναγόμενο την πώληση των ακινήτων της και τον χορήγησε την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα να συντάξει τα οριστικά συμβόλαια με αυτοσύμβαση.

Η πώληση, όμως, ήταν εικονική και οι δηλώσεις περί πώλησης των ακινήτων αυτών τόσο της ίδιας (ενάγουσας) όσο και τον εναγομένου που περιέχεται στα ανωτέρω συμβόλαια δεν έγιναν σοβαρά αλλά φαινομενικά, αφού οι διάδικοι ήθελαν να ισχύσουν οι ανωτέρα) συμβάσεις ως δωρεά υπό τρόπο. Ο εναγόμενος , ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση, όπως κατά λέξη εκτίθεται "......να με διατρέφει από της καταρτίσεως των προσυμφώνων και ως τον θάνατο μου, να επιμελείται τον προσώπου μου και της υγείας μου και να με περιθάλπει και φροντίζει, παρέχοντάς μου και κοντά του στέγη....", παρέβη τον όρο αυτόν μέχρι και τον Νοέμβριο του έτους 2006 και επέδειξε έναντι αυτής αχαριστία.

Εξαιτίας της υπαίτιας παράλειψης τον εναγομένου να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά και τον κινδύνου που προκλήθηκε για τη ζωή της, ανακάλεσε τις δωρεές, με την από 16-12-2006 εξώδικη δήλωσή, όπως αυτή διορθώθηκε με την από 23-2-2007 όμοια, που επιδόθηκαν στην εναγομένη στις 17-1 και 23-2-2007 αντιστοίχως.

Ζήτησε ακολούθως η ενάγουσα με την αγωγή της, να αναγνωρισθεί ότι τα εν λόγω προσύμφωνα και αντίστοιχες συμβάσεις πώλησης είναι άκυρες ως εικονικές, ότι κάτω από αυτές καλύπτονται έγκυρες δωρεές με τον ανωτέρω τρόπο, τις οποίες ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη, και ότι οι εν λόγω δωρεές μετά την για νόμιμο λόγο ανάκλησή τους, είναι ανίσχυρες.

Με βάση το περιεχόμενο αυτό, η παραπάνω αγωγή ορθώς κρίθηκε επαρκώς ορισμένη με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον α) επαρκώς περιγράφονται τα ακίνητα, που μεταβιβάστηκαν, κατ' είδος, θέση και εμβαδόν. Η παράλειψη αναφοράς και των όμορων ιδιοκτητών στην συγκεκριμένη διαφορά δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, β) εκτίθενται περιστατικά για τη θεμελίωση της εικονικότητας των δηλώσεων βούλησης των διαδίκων , στα οποία , όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη , εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν σε γνώση της εικονικότητας, γ) δεν ήταν αναγκαία η παράθεση πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωση της αχαριστίας ως λόγου ανάκληση των δωρεών, γιατί η ανάκληση τους επιδιώκεται με αιτία την υπαίτια παράλειψη εκτέλεσης του τρόπου από τον εναγόμενο, δ) γίνεται ρητή επίκληση δήλης ημέρας για την εκτέλεση του τρόπου, η οποία είναι αυτή της μεταβίβασης των ακίνητων.

Επί πλέον δεν περιέχει η ένδικη αγωγή αντιφατικές βάσεις, παρά μόνο μία [βάση] και δη αυτή α) της ακυρότητας των προσυμφώνων και των συμβάσεων πώλησης ως εικονικών και της, υπό αυτές, κάλυψης συμβάσεων δωρεάς υπό τρόπο και β) της ανάκλησης των δωρεών υπό τρόπο εξαιτίας της υπαίτιας παράλειψης του εναγομένου να εκτελέσει τον τρόπο, με τα ως άνω αιτήματα.

Η αναφορά στην αγωγή περί "αχαριστίας" και ότι η ενάγουσα υπέγραψε τα προσύμφωνα χωρίς να διαβάσει, γίνεται διηγηματικά και δεν θεμελιώνει βάση, ούτε έχει αίτημα ακύρωσης των ως άνω συμβάσεων, με βάση τις διατάξεις περί πλάνης και απάτης αυτής. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και δεν περιλαμβάνει αντιφατικές βάσεις και αιτήματα και απέρριψε το συναφή περί του αντιθέτου λόγο έφεσης του εναγομένου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από οντά που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 138, 503, 507 ΑΚ. για τη θεμελίωση τους, τις οποίες και δεν παραβίασε. Ακόμη δεν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, ούτε έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 138 εδ. α ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας, αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση των δικαιοπρακτούντων είναι προσχηματική και δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.

Οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία δεν αποτελούν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, ενδεχομένως δε να αποτελέσουν επιχειρήματα τα οποία υποβοηθούν το δικαστήριο να συναγάγει το αποδεικτικό τον πόρισμα σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή .

Εξάλλου κατά το άρθρο 393 παρ. 2 ΚΠολΔικ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση τον με το άρθρο 38 Ν.39 94/2011, δεν επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη κατά τον περιεχομένου εγγράφου έστω και αν η αξία τον αντικείμενου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη τον ποσού των 5.900 ευρώ, κατά δε το άρθρο 164 ΑΚ ο οριζόμενος για την δικαιοπραξία από τον νόμο τύπος, απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της.

Η εικονικότητα όμως της δικαιοπραξίας και η ύπαρξη άλλης ισχυρής δικαιοπραξίας, που καλύπτεται κάτω από αυτήν, μπορεί να αποδειχθεί με τα επιτρεπόμεναs κατά τις διατάξεις τον ΚΠολΔικ., αποδεικτικά μέσα, διότι δεν πρόκειται για τροποποίηση της δικαιοπραξίας κατά το περιεχόμενο της που καθορίσθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, δεδομένου ότι η απόδειξη της εικονικότητας, δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, το οποίο αναγνωρίζεται όπως έχει εξωτερικώς, αλλά κατά του κύρους της περιεχόμενης σε αυτήν πράξης, η οποία έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων η παραγωγής διαφορετικών αποτελεσμάτων από την φαινόμενη δικαιοπραξία [AΠ 2260/2014, AΠ 342/2014] Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του , από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε την απόδειξη της εικονικότητας με μάρτυρες και με τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρονται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης τον άρθρον 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας τον ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ολ ΑΠ 1/1999, ολ ΑΠ 24/1992].

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχικώς ενάγουσα Ε.

χήρα Ν. Π., ηλικίας κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής 81 ετών [ήδη 85 ετών] , είναι πρώτη εξαδέλφη τον πατέρα τον εναγομένου. Είχε τελέσει γάμο σε μεγάλη ηλικία με τον Ν. Π., που αποβίωσε το 1984 και δεν απέκτησε τέκνα. Λόγω τον γεγονότος αυτού [έλλειψη τέκνων] είχε στενές σχέσεις με τους εξ αίματος συγγενείς της , ειδικότερα δε με τον εναγόμενο, με τον οποίο αντάλλασσαν επισκέψεις τόσο στην Αθήνα , όσο και στην Πρέβεζα, όπου η ενάγουσα διέμενε κυρίως την καλοκαιρινή περίοδο.

Ο εναγόμενος μάλιστα την εξυπηρετούσε όταν χρειαζόταν και της παρείχε πρόθυμα τις αναγκαίες φροντίδες. Προκειμένου δε η αρχικώς ενάγουσα να παράσχει κίνητρο στον εναγόμενο για φροντίδα και συνδρομή της, στις 19-7-2002 προέβη στην σύναψη των κατωτέρω προσυμφώνων τον Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ι. Ρ.: 1) του υπ' αριθμ.

…/2002 προσυμφώνου σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα φέρεται να ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο το δικαίωμα, της κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου ημιτελούς ανωγείου οικοδομής μετά του οικοπέδου της, εμβαδού 671,50 τ.μ. εντός της πόλης της … (Οδός …), αντί τιμήματος 15.000 ευρώ, 2) του υπ' αριθμ.

…/2002 προσυμφώνου δυνάμει του οποίου η ενάγουσα φέρεται να υπόσχεται να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο ένα αγροτικό ακίνητο, άρτιο και οικοδομήσιμο εμβαδού 4.141,1.8 τ.μ. στην περιοχή …, αντί τιμήματος 7.500 ευρώ, 3) του υπ' αριθμ. …/2002 προσυμφώνου με το οποίο η ενάγουσα φέρεται ότι υπόσχεται να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο ένα οικόπεδο εμβαδού 4.120,21 τ.μ.

στην ίδια ως άνω περιοχή, έναντι τιμήματος 7.500 ευρώ, 4) του υπ' αριθμ. …/2002 προσυμφώνου, με το οποίο η ενάγουσα φέρεται να υπόσχεται να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο ένα οικόπεδο, εμβαδού 4.137,96 τ.μ. στην αυτή θέση, έναντι τιμήματος 7.500 ευρώ, 5) του υπ' αριθμ. …/2002 προσυμφώνου, με το οποίο η ενάγουσα φέρεται ότι υπόσχεται να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο ένα οικόπεδο, εμβαδού 4.143,42.

τ.μ. στην ίδια περιοχή, έναντι τιμήματος 7.500 ευρώ, 6) του υπ' αριθμ. …/2002 προσυμφώνου, με το οποίο η ενάγουσα φέρεται ότι υπόσχεται να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο ένα οικόπεδο, εμβαδού 4.167,60 τ.μ. στην ίδια περιοχή, έναντι τιμήματος 7.500 ευρώ και 7) του υπ' αριθμ. …/2002 προσυμφώνου, με το οποίο η ενάγουσα φέρεται ότι υπόσχεται να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εναγόμενο ένα οικόπεδο, εμβαδού 7.394,23 τ.μ.

στην παραπάνω περιοχή, έναντι τιμήματος 13.206 ευρώ. Στα προσύμφωνα αυτά εκτίθεται ότι το τίμημα για το κάθε ακίνητο καταβλήθηκε τοις μετρητοίς και εκτός γραφείου του ως άνω Συμβολαιογράφου. Επίσης με τα προσύμφωνα αυτά δόθηκε στον εναγόμενο η ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα εκ μέρους της ενάγουσας, δεδομένου ότι η πληρεξουσιότητα αυτή αφορούσε το συμφέρον του εναγομένου να συντάξει τα οριστικά συμβόλαια μεταβιβάσεως των ακίνητων με αυτοσύμβαση κατ' άρθρ. 235 Α.Κ.

Τέλος στα εν λόγω προσύμφωνα αναφέρεται ότι η ενάγουσα παρέδωσε κατά την ως άνω -ημερομηνία την "χρήσιν και εκμετάλλευσιν" των "πωλουμένων" ακινήτων στον εναγόμενο. Ο εναγόμενος αυτός με βάση την ως άνω πληρεξουσιότητα προέβη στην σύνταξη των οριστικών συμβολαίων, ήτοι των υπ' αριθμ. …/22-1-2004, …/11-2.-2003, …/11-12-2003, …/11-12-2003, …/11-12-2003, …/11-12-2003 και …/11-12- 2003 συμβολαίων -πωλήσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. - Γ. - Κ. - Μ., τα οποία έχουν μεταγράφει νόμιμα στα οικεία βιβλία τον Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας (τ.…, α.α …, τ.…, α.α …, τ.…, α.α …, τ.…, α.α..…, τ.…, α.α …, τ.…, α.α …και τ.…α.α …αντιστοίχως).

Προς υλοποίηση μάλιστα τον πιο πάνω σκοπού δηλ. της σύνταξης των ως άνω οριστικών συμβολαίων η ενάγουσα είχε δώσει προηγουμένως στον εναγόμενο και το υπ' αριθμ. …/30-7- 2002 γενικό και ειδικό πληρεξούσιο τον πιο πάνω Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ι. Ρ. με βάση το οποίο δόθηκε το δικαίωμα στον εναγόμενο λήψης από τις αρμόδιες αρχές όλων των απαραίτητων για την σύνταξη των οριστικών συμβολαίων, συντάξεων σχετικών υπεύθυνων δηλώσεων περί μη οφειλής φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας (Φ.Μ.Α.Π.), μη οφειλής τέλους ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) κ.λ.π.

Οι ανωτέρω δικαιοπραξίες που περιέχονται στα ως άνω προσύμφωνα όπως και η παρεχόμενη σε οντά εντολή και πληρεξουσιότητα της αρχικώς ενάγουσας προς τον εναγόμενο να συντάξει με αυτοσύμβαση αντίστοιχα οριστικά συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας των επιδίκων ακινήτων στον εαυτό του με αιτία την πώληση, όπως και οι δικαιοπραξίες πώλησης που περιέχονται στα ως άνω οριστικά συμβόλαια είναι εικονικές και επομένως άκυρες (άρθρ. 138 παρ. 1, 180 Α.Κ.) διότι δεν συν ομολογήθηκαν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, αφού δεν υπήρχε αληθινή βούληση ούτε της αρχικώς ενάγουσας να πωλήσει και μεταβιβάσει, ούτε τον εκκαλούντα - εναγομένου να αγοράσει τα ανωτέρω ακίνητα.

Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο θέλησαν οι συμβληθέντες στις ανωτέρω δικαιοπραξίες και καλύφθηκαν κάτω από τα εικονικά αυτά προσύμφωνα και οριστικά συμβόλαια πωλήσεως ήταν οι προαναφερθείσες συμφωνίες τους να μεταβιβάσει η εφεσίβλητη στον εκκαλούντα τα παραπάνω ακίνητά της χωρίς αντάλλαγμα με τον όρο της φροντίδας και περιθάλψεώς της και πιο συγκεκριμένα παροχής στέγης (συγκατοίκηση), διατροφής, καθαριότητας και ιατρικής περιθάλψεώς της από τον εκκαλούντα για όσο χρόνο θα ζούσε.

Τα πιο πάνω προσύμφωνα και οριστικά συμβόλαια συνιστούν προσύμφωνα και οριστικά συμβόλαια δωρεάς της αρχικώς ενάγουσας υπό τρόπο κατά την έννοια των άρθρων 496, 503 Α.Κ ήτοι μεταβίβαση με αιτία τη δωρεά, χωρίς δηλαδή αντάλλαγμα των ανωτέρω ακινήτων από την αρχική ενάγουσα στον εναγόμενο με τον όρο φροντίδας, περιποίησης και περίθαλψης της πρώτης από τον δεύτερο.

Οι ανωτέρω συμβληθέντες κατά τη σύνταξη των παραπάνω συμβολαίων συμφώνησαν αμοιβαίως ότι οι δικαιοπραξίες, που περιέχονται στα ως άνω προσύμφωνα και οριστικά συμβόλαια πώλησης δεν είναι σοβαρές και σπουδαίες, αλλά μόνο φαινομενικές, ήθελαν δε να καλύψουν κάτω από τις πωλήσεις αυτές δωρεές των ανωτέρω ακινήτων υπό τρόπον, ήθελαν δηλαδή μεταβίβαση των ακινήτων όχι λόγω πωλήσεως αλλά στην πραγματικότητα λόγω δωρεάς υπό τρόπον, ήτοι, χωρίς αντάλλαγμα με τον όρο ισοβίου φροντίδας, περιποίησης και περίθαλψης της αρχικώς εναγούσης από τον εναγόμενο.

Τα μέρη προτίμησαν τελικά οι μεταβιβάσεις των ως άνω ακινήτων να εμφανίζονται εικονικά ως πωλήσεις, για τις οποίες φέρεται να συμφωνείται η καταβολή τιμήματος, το οποίο βεβαίως ουδέποτε καταβλήθηκε ή αξιώθηκε από τον εναγόμενο για φορολογικούς και μόνο λόγους. Ενόψει τούτων και δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερθέντα οι παραπάνω εικονικές δικαιοπραξίες περιεβλήθησαν τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβλήθηκαν σε μεταγραφή, ενώ παραλλήλως συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις συνάψεώς τους, οι ανωτέρω κάτω από αυτές συμβάσεις των δωρεών υπό τρόπον είναι έγκυρες (άρθρ. 363, 496 επ., αρ. 1, 1198 ΑΚ.).

Για την εικονικότητα των ανωτέρω προσυμφώνων και οριστικών συμβολαίων πωλήσεως κάτω από τις οποίες α[υ]ποκρυπτόταν στην πραγματικότητα δωρεές εν ζωή κατέθεσαν τόσο ο μάρτυρας αποδείξεως ενώπιον τον πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και οι ενόρκως βεβαιώσαντες μάρτυρες της αρχικώς ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και η Σ.

Τ., που εν τέλει κατέστη διάδικος. Οι εν λόγω καταθέσεις χωρίς να αναιρούνται από κάποιο άλλο πειστικό αποδεικτικό μέσο ενισχύονται α) κατ' αρχήν από το συγγενικό δεσμό του εναγομένου με την αρχικώς ενάγουσα, ο οποίος -ήταν τέκνο του πρώτου εξαδέρφου της, ενώ η ίδια ήταν μεγάλης ηλικίας χήρα, άτεκνη και είχε ανάγκη φροντίδας, περιποίησης και περίθαλψης.

Λόγω της κατάστασης της αυτής είχε ανάγκη τη συμπαράσταση συγγενικών της κυρίως προσώπων, β) από το ότι η αρχικώς ενάγουσα κατά το χρόνο σύναψης των ανωτέρω προσυμφώνων από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι είχε άμεση ανάγκη χρημάτων, γ) από το ότι η αρχικώς ενάγουσα δεν έλαβε κανένα τίμημα για την μεταβίβαση των ανωτέρω ακίνητων της στον εναγόμενο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν καταβλήθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου που συνέταξε τα προαναφερόμενα προσύμφωνα, αλλά εκτός του γραφείου του συμβολαιογράφου κατά ρητή δήλωση των συμβαλλομένων μερών, που όμως δεν επιρρωννύεται από κάποια έγγραφη περί τούτου απόδειξη.

Εξάλλου από το προσκομιζόμενο παραδεκτώς κατ' άρθρ. 529 ΚΠολΔ από την ήδη εφεσίβλητη τηρούμενο λογαριασμό της αρχικώς εναγούσης στην … με συνδικαιούχο τον εναγόμενο δεν προκύπτει ότι κατά το επίδικο διάστημα κατέθεσε στην εν λόγω Τράπεζα το συνολικό ποσό των 65.806 ευρώ. Ούτε πάλι προέκυψε ότι και ο εναγόμενος εκταμίευσε με ανάληψη από κάποιο τραπεζικό λογαριασμό το αντίστοιχο ποσό.

Άλλωστε στα προαναφερόμενα προσύμφωνα ως συνολικό τίμημα αναφέρεται το ως άνω ποσό των 65.806 ευρώ, ενώ με βάση την εκτίμηση της αντικειμενικής αξίας από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι προφανές ότι, ενόψει του ότι πρόκειται για το % εξ αδιαίρετου μιας κατοικίας εντός οικοπέδου, εμβαδού 671,50 τ.μ.

και μάλιστα μέσα στην … της …, αλλά και για έξι (6) ακίνητα, άρτια και οικοδομήσιμα, άνω των 4.οοο τ.μ. το καθένα σε προνομιακή περιοχή της … ("…") τόσο η αντικειμενική όσο και η πραγματική τους αξία είναι πενταπλάσια για το πρώτο ακίνητο και υπερδιπλάσια για τα υπόλοιπα ακίνητα. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, που είναι πεθερός του εναγομένου, όπως και τις καταθέσεις των μαρτύρων στις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο υπ' αριθμ.

…και …/23-1-2009 και …/26-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των Συμβολαιογράφων Αθηνών Ε. Σ. και Ιωαννίνων Ε. Σ. αντίστοιχα, αφού δεν ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα ή στοιχεία. Εξάλλου ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αρχικώς ενάγουσα είχε προβεί σε πώληση στον πατέρα της ήδη εφεσίβλητης Σ. Τ. κατά τον ίδιο περίπου χρόνο με αυτόν των επιδίκων μεταβιβάσεων, ακινήτου στη θέση "…", όπου βρίσκονται σχεδόν όλα τα επίδικα ακίνητα, εμβαδού 4.12.6,59 τ.μ.

έναντι τιμήματος 7.989,08 ευρώ, πώλησε δηλαδή ακίνητο ίσης σχεδόν επιφάνειας με τα ανωτέρω υπ' αριθμ. 2 έως και 6 επίδικα έναντι τιμήματος ίσου περίπου με αυτό που αναγράφεται στα επίδικα -προσύμφωνα δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Άλλωστε από τον υπ' αριθμ. …λογαριασμό που τηρούσε η αρχικώς ενάγουσα στην … προκύπτει ότι αυτή κατά τον χρόνο της πώλησης και μεταβίβασης του ως άνω ακινήτου στον ανωτέρω I.

Τ. κατέθεσε το ποσό των 29.355 ευρώ, που αποτελούσε το ποσό, που πράγματι της καταβλήθηκε από τον πω πάνω αγοραστή. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τέλος δεν αναιρείται από το γεγονός ότι τον Αύγουστο του 2002 χορηγήθηκε στον εναγόμενο στεγαστικό δάνειο από την Τράπεζα, όπου εργάζεται και δη ποσού 69.000 ευρώ (βλ σχετ.

βεβαίωση της ....). Και τούτο, διότι το γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει συνομολόγηση και καταβολή του τιμήματος πωλήσεως από τον εναγόμενο, αφού το ποσό του δανείου θα μπορούσε να διατεθεί οπουδήποτε αλλού. Τέλος το γεγονός ότι η αρχικώς ενάγουσα από το έτος 1975 μέχρι και το έτος 2001 είχε προβεί σε πωλήσεις ακίνητων της προς τρίτους δεν δύναται να αποτελέσει λογικό επιχείρημα για μη εικονικότητα των επιδίκων προσυμφώνων και οριστικών συμβολαίων πώλησης.

Μετά από αυτά το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι πρέπει να ανακληθεί η ως άνω υπ' αριθμ. 53/2011 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατά το μέρος της που διατάχθηκε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και επανεξέταση τον μάρτυρα Π. Ρ. καθώς και την εξέταση των ενόρκως βεβαιωσάντων Σ. Τ. και Κ. Γ. περί της καταβολής ή μη τον τιμήματος των 65.806 ευρώ εκ μέρους του εναγομένου προς την αρχικώς ενάγουσα, ενόψει τον ότι το γεγονός της πραγματικής η μη καταβολής τον συμφωνημένου τιμήματος δεν ασκεί επιρροή επί τον κύρους των καταρτισμένων προσυμφώνων και οριστικών συμβολαίων πώλησης, από δε την εκτίμηση των προσκομιζομένων, κατά τα ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων το Δικαστήριο άγεται σε ασφαλή κρίση και επίλυση της προκειμένης διαφοράς.

Περαιτέρω από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα μεταβίβασε τα ανωτέρω ακίνητα στον εναγόμενο λόγω δωρεάς υπό τρόπο ήτοι με τον όρο ισοβίου φροντίδας, περιθάλψεως και περιποίησης αυτής από τον εναγόμενο. Όμως ενώ, όπως προαναφέρθηκε αρχικώς και μέχρι το καλοκαίρι τουλάχιστον τον 2002 οι σχέσεις μεταξύ της αρχικώς εναγούσης και τον εναγομένου ήταν πολύ καλές από την σύνταξη των πιο πάνω προσυμφώνων (19.7.2002) και επέκεινα, ο εναγόμενος έπαυσε να επισκέπτεται την αρχικώς ενάγουσα στην Πρέβεζα, όπου διέμενε αδιαφορώντας για την φροντίδα και περίθαλψη της αν και είχε τη σχετική προς τούτο δυνατότητα.

Ο εναγόμενος συνέχισε να επιδεικνύει αδιαφορία για την περίθαλψη της αρχικώς εναγούσης ακόμη και όταν αυτή είχε ανάγκη για την συμπαράσταση τον λόγω των διαφόρων προβλημάτων υγείας, που αντιμετώπιζε με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να ζητήσει βοήθεια τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα της Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία ανέλαβε τη φροντίδα της.

Στην αδιαφορία του εναγομένου προς την αρχικώς ενάγουσα και η παράλειψη περίθαλψης της απ' αυτόν και μάλιστα εξακολουθητικά συνετέλεσε και η διαπίστωση αυτού ότι το επί της οδού …και …ακίνητο (κυριότητα του 1/4 εξ αδιαιρέτου μιας κατοικίας εντός οικοπέδου, εμβαδού 671,50 τ.μ. εντός της πόλης της …) ήταν χαρακτηρισμένο "πράσινο" και ρυμοτομείται εξ ολοκλήρου.

Εξ αφορμής δε αυτού ζήτησε εξηγήσεις από την αρχικώς ενάγουσα. Άλλωστε όταν στις 29-12-2003 βεβαιώθηκε από την αρμόδια Υπηρεσία του Δήμου … για την πραγματική και νομική κατάσταση του εν λόγω ακινήτου (βλ σχετ. την υπ' αριθμ. πρωτ. …/29-12-2003 βεβαίωση της Διευθύντριας της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου …), ζήτησε για την εξασφάλιση του τιμήματος που δήθεν είχε καταβάλει, την εγγραφή υποθήκης, η οποία εγγράφηκε την ίδια ημέρα επί του πιο πάνω ακινήτου, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ.

…/29.12.2003 πιστοποιητικό του αναπληρωτή Υποθηκοφύλακα … . Πλην όμως μολονότι γνώριζε ότι υφίσταται το πιο πάνω ελάττωμα προχώρησε ένα μήνα μετά στη σύνταξη και υπογραφή του υπ' αριθμ. …/22-1-2004 οριστικού συμβολαίου ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. - Γ. Κ. - Μ.. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο εναγόμενος δεν τήρησε υπαιτίως τον ανωτέρω όρο υπό τον οποίο έγιναν οι καλυπτόμενες στα ανωτέρω προσύμφωνα και οριστικά συμβόλαια δωρεές των προαναφερομένων ακινήτων, καθόσον δεν φρόντιζε και δεν περιέθαλπε την αρχική ενάγουσα καίτοι η τελευταία λόγω της κατάστασης της υγείας και της ηλικίας της είχε ανάγκη την εν λόγω φροντίδα και περιποίηση.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η μη εκτέλεση του τρόπου υπό τον οποίο έγιναν οι δωρεές δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά η αρχικώς ενάγουσα από τον Ιανουάριο του 2004 διέκοψε μονομερώς και οριστικώς κάθε επικοινωνία με τον ίδιο, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Λόγω της συμπεριφοράς του αυτής, καθόσον ο εναγόμενος φάνηκε αχάριστος από βαρύ παράπτωμα τον έναντι της δωρήτριας επιδεικνύοντας αγνωμοσύνη και αδιαφορία προς αυτήν και παραβαίνοντας τον τρόπο υπό τον οποίο είχαν συσταθεί οι προς αυτόν δωρεές η αρχικώς ενάγουσα προέβη αρχικά σε ανάκληση τον υπ' αριθμ.

…/30 7-2002 πληρεξουσίου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …/12-1-2004 πράξη ανάκλησης τον συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ι. Ρ., που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 14-1-2.004 (βλ την σχετική σημείωση τον δικαστικού επιμελητή Χ. Π. επί της υπ' αριθμ. …/12-1-2004 πράξης ανάκλησης). Στη συνέχεια και επειδή ο δωρεοδόχος εξακολουθούσε να αδιαφορεί παντελώς για την φροντίδα και περίθαλψή της η αρχικώς ενάγουσα με την από 16-12-2006 εξώδικη δήλωση ανακλήσεως δωρεών, που κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 17-1-2007, όπως η δήλωση αυτή συμπληρώθηκε με την από 1-2-2007 εξώδικη δήλωση, που κοινοποιήθηκε στον ίδιο στις 23-2-2007 (βλ.

σχετ. υπ' αριθμ. …/23-2-2007 έκθεση επιδόσεως τον δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ.) ανεκάλεσε τις γενόμενες προς τον εναγόμενο δωρεές. Τέλος δήλωση ανάκλησης των ως άνω δωρεών επανέλαβε και με την υπό κρίση αγωγή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο , απέρριψε, κατ' ουσία, την έφεση τον αναιρεσείοντος κατά της απόφασης τον πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγική αξίωση της αρχικώς ενάγουσας Με τις εκτεθείσες παραδοχές τον, οι οποίες πληρούν το πραγματικό της διάταξης τον άρθρον 507 ΑΚ και όχι αυτής του άρθρου 505 του ίδιου Κώδικα το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις εν λόγω διατάξεις, αφού εφάρμοσε αυτή που έπρεπε, δηλαδή την πρώτη από αυτές.

Ακόμη διέλαβε στην απόφασή τον επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα α) της ακυρότητας λόγω εικονικότητας των συμβάσεων, προσυμφώνων και οριστικών συμβολαίων πώλησης ακινήτων, που καταρτίστηκαν μεταξύ του αναιρεσειόντος και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, β) της εγκυρότητας των καλυπτόμενων κάτω από αυτές έγκυρων δικαιοπραξιών (δωρεών υπό τρόπο), γ) της εγκυρότητας της ανάκλησης των δωρεών, για το λόγο, που αναφέρεται, δηλαδή της υπαίτιας παραβίασης του τρόπου υπό τον οποίο έγιναν οι δωρεές και δ) του χρόνου, από τον οποίο είχε υποχρέωση ο αναιρεσείων να εκπληρώσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγιναν οι δωρεές και ειδικότερα από την υπογραφή και του τελευταίου οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου.

Ειδικότερα δεχόμενο το Εφετείο ότι κάτω από τα εικονικά προσύμφωνα και οριστικά συμβόλαια πώλησης ακίνητων υποκρυπτόταν έγκυρες δωρεές υπό τρόπο , δεν παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις για το λόγο ότι δεν τηρήθηκε για τον τρόπο ο συμβολαιογραφικός τύπος, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης, για την εγκυρότητα του σχετικού όρου δεν είναι αναγκαίο να προκύπτει αυτός από το συμβόλαιο.

Εξάλλου το Εφετείο δεν στήριξε την ουσιαστική του κρίση περί εικονικότητας μόνο στο γεγονός της μη καταβολής οποιοδήποτε χρηματικού ποσού ως τιμήματος , αλλά έλαβε υπόψη και το γεγονός αυτό, συνεκτιμώντας το με τις λοιπές αποδείξεις ως πραγματικό επιχείρημα προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος ότι οι δηλώσεις βούλησης των μερών που συμβλήθηκαν περί πώλησης των ακινήτων, δεν έγινε σπουδαίως αλλά κατά το φαινόμενο και μόνο.

Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης "Λόγω της συμπεριφοράς του αυτής, καθόσον ο εναγόμενος φάνηκε αχάριστος από βαρύ παράπτωμά του έναντι της δωρήτριας επιδεικνύοντας αγνωμοσύνη και αδιαφορία προς αυτήν και παραβαίνοντας τον τρόπο υπό τον οποίο είχαν συσταθεί οι προς αυτόν δωρεές........" είναι πλεοναστικές και προς ενίσχυση της παραδοχής της μη τήρησης του τρόπου υπό τον οποίο έγιναν οι δωρεές και δεν είναι αντιφατικές.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Η εικονική δικαιοπραξία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ). Η εν λόγω ακυρότητα αφορά τη δημόσια τάξη. Γι' αυτό ακριβώς η παραίτηση απ' αυτήν είναι ανίσχυρη και η ακυρότητα της δικαιοπραξίας δεν θεραπεύεται, εάν μεταγενεστέρως εκλείψει ο λόγος ακυρότητας με αναγνώριση από τα συμβληθέντα μέρη η με συμβιβασμό [ΑΠ 1005/2010, ΑΠ 1276/2008].

Εξ άλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔικ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο, αόριστο αλυσιτελή ή απαράδεκτο, γιατί στις περιπτώσεις αυτές ο ισχυρισμός δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης [ολΑΠ 2/1989, ΑΠ 792/2015, ΑΠ 43/2015].

Περαιτέρω, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει" κατά το άρθρο 562. παρ. 2 ΚΠολΔικ, ο ισχυρισμός επί του οποίου αυτός στηρίζεται, έστω και αν δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της σχετικής προτάσεως, εκτός αν πρόκειται:

α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προβολής τους (ολΑΠ 15/2000).

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο το περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο προσθέτουν λόγων (άρθρο 520 ΚΠολΔ) μπορεί να γίνει. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο , κατά το τέταρτο μέρος του και τον τρίτο, κατά το πρώτο του μέρος, λόγους αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως δεν έλαβε υπόψη και αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν [ΚΠολΔ ικ 559 αριθ. 8 και 11] και συγκεκριμένα α) την ομολογία της εναγομένης που συνάγεται από το δικόγραφο της αγωγής, για ανυπαρξία εικονικότητας ως προς τις δηλώσεις βούλησης στα ως άνω προσύμφωνα και στις συμβάσεις πώλησης των ακίνητων, όπου επικαλείται ότι εξαπατήθηκε εκθέτοντας ότι δεν είχε διαβάσει τα προσύμφωνα, υπέγραψε γιατί ο αναιρεσείων ενήργησε με δόλιο και πονηρό σκοπό και "με είχε βάλλει στον ύπνο" και β) τον ισχυρισμό, που παραδεκτά είχε προτείνει, ότι η αναιρεσίβλητη είχε σιωπηρώς αναγνωρίσει τις συμβάσεις πώλησης των ακινήτων με τα συμβόλαια που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη ως έγκυρες και σε κάθε περίπτωση είχε παραιτηθεί σιωπηρώς από το δικαίωμα επίκλησης της ακυρότητας αυτών λόγω εικονικότητας , καθόσον στην …/12-1-2014 πράξη του συμβολαιογράφου Πρέβεζας I.

Ρ., για την ανάκληση των πληρεξουσίων "ουδείς λόγος περί εικονικότητας και άκυρων συμβάσεων πώλησης γίνεται.......προκύπτει επίσης ξεκάθαρη και σαφής ομολογία της αρχικής ενάγουσας για το έγκυρο, ισχυρό και σοβαρό της δήλωσης βούλησης για την κατάρτιση προσυμφώνων πώλησης.......". Οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος που αφορούν την ομολογία της αναιρεσίβλητης με την αγωγή, είναι απαράδεκτοι, γιατί δεν γίνεται επίκληση ότι προβλήθηκαν παραδεκτά στο Εφετείο με λόγο έφεσης.

Ούτε από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος, που είχε ηττηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκύπτει ότι αυτός πρόβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας με λόγο έφεσης τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του. Ο, περαιτέρω, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος , δεν ήταν νόμιμος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της νομικής σκέψης.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο παρέλειψε να αξιολογήσει και να απαντήσει στον εν λόγω μη νόμιμο ισχυρισμό , δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 551 αριθμός 8 ΚΠολΔικ.

Κατά την έννοια τον άρθρον 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση τον εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενο τον κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, όχι δε και όταν το δικαστήριο εκτίμησε απλώς το περιεχόμενο τον εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση (ΟλΑΠ 1/99).

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς περιεχόμενο τον εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο και δεν παρατίθεται κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο τον ή δεν προκύπτει έστω και έμμεσα ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη τον οποίον χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ποιά ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης [ΑΠ 1654/2005].

Με τον τρίτο , κατά το πρώτο, επίσης, σκέλος τον, λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τον υπέπεσε στην πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης, γιατί, με το να δεχθεί ότι "......η αρχικώς ενάγουσα προέβη αρχικά σε ανάκληση τον υπ' αριθμ. …/30-7-2002. πληρεξουσίου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.

…/12-1-2004 πράξη ανάκλησης τον συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ι. Ρ., που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 14-1-2004 (βλ. την σχετική σημείωση τον δικαστικού επιμελητή Χ. Π. επί της υπ' αριθμ. …/12.-1.-2004 πράξης ανάκλησης)", παραμόρφωσε την εν λόγω πράξη ανάκλησης, αφού με αυτή η αρχική ενάγουσα ανακάλεσε όλα τα ειδικά πληρεξούσια που του είχε χορηγήσει και όχι αυτό μόνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος , ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου που επικαλείται και δεν εξηγείται ποιά επίδραση είχε η εν λόγω "παραμόρφωση" στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 503 παρ. 1, 507 και 510 ΑΚ συνάγεται ότι επί δωρεάς υπό τρόπο, η οποία μπορεί να καλύπτεται και υπό εικονική πώληση και της οποίας ο τρόπος μπορεί να συνίσταται και στην υποχρέωση του δωρεοδόχου για διατροφή και περιποίηση του δωρητή, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, σε περίπτωση υπαίτιας παράλειψης εκτέλεσης του τρόπου από τον δωρεοδόχο, να ανακαλέσει τη δωρεά, με σχετική προς τον δωρεοδόχο άτυπη δήλωση του, εντός προθεσμίας ενός έτους αφότου πληροφορήθηκε τον λόγο της ανάκλησης.

Πρόκειται για αποσβεστική προθεσμία, η οποία, σε περίπτωση αθέτησης της ορισθείσας, ως αντικείμενο του τρόπου, υποχρέωσης του δωρεοδόχου προς διατροφή και περιποίηση του δωρητή, δεν αρχίζει, ενόσω εξακολουθεί η παράβαση από τον δωρεοδόχο της εν λόγω υποχρέωσης του [AΠ 327/2008, ΑΠ 1043/2000]. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση ως αποδειχθέντα, ακόμα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Κατά το χρόνο που έγιναν οι δηλώσεις αυτές δεν είχε ακόμη παρέλθει η αποκλειστική προθεσμία του ενός έτους από τη στιγμή που αυτή έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης , αφού στην περίπτωση της παράλειψης οφειλόμενης περίθαλψης και περιποίησης η αποσβεστική προθεσμία δεν αρχίζει όσο συνεχίζεται η παράλειψη και στην προκειμένη περίπτωση, η παράλειψη του εναγομένου για περίθαλψη της αρχικώς ενάγουσας διαρκούσε τουλάχιστον μέχρι το χρόνο ανάκλησης, οπότε δεν είχε ακόμη αρχίσει η ανωτέρω προθεσμία".

Με την κρίση αυτή, περί του ότι η ανάκληση της δωρεάς έγινε εντός της ετήσιας αποσβεστικής προθεσμίας , που ορίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΑΚ, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την εν λόγω διάταξη και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εμπρόθεσμης ανάκλησης των ενδίκων δωρεών.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι α) με την ως άνω εξακολουθητική συμπεριφορά τον μέχρι 16-12-2006 ο αναιρεσείων αθέτησε την υποχρέωση που είχε συμφωνηθεί υπό τρόπο, β) η αναιρεσίβλητη ανακάλεσε τις δωρεές στις 17-1-2007 με την επίδοση της αναφερόμενης στην προηγούμενη σκέψη εξώδικης δήλωσης ανάκλησης των δωρεών, δηλαδή εντός της ετήσιας αποκλειστικής προθεσμίας, αφότου έλαβε γνώση, στις 16-12-2006, της τελευταίας αθέτησης των υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος.

Αλυσιτελώς δε ο αναιρεσείων επικαλείται για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περί εκπρόθεσμης δήλωσης της ανάκλησης των δωρεών, ως χρόνο γνώσης από την αρχική ενάγουσα του λόγου ανάκλησης των δωρεών, τον χρόνο ανάκλησης από αυτή των ειδικών πληρεξουσίων προς εκείνον, δηλαδή την 12-1-2004, αφού η συμπεριφορά, του που είχε ως συνέπεια την αθέτηση των υποχρεώσεών του, ήταν εξακολουθητική μέχρι τις 16-12-2006, χρόνος που αποτελεί την αληθή αφετηρία της ενιαύσιας προθεσμίας για την ανάκληση των δωρεών.

Επομένως ο συναφής τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι αβάσιμος.

Επί ανάκλησης της συμφωνηθείσας δωρεάς υπό τρόπο και ειδικότερα υπό τον όρο της διατροφής, φροντίδας, περιποίησης και περίθαλψης του δωρητή, απόκειται στο δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και αποδείξει προς απαλλαγή του είτε ότι εκπλήρωσε τον τρόπο , είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει αυτός ευθύνη.

Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τα άρθρα 336 και 342 ΑΚ, τεκμαίρεται το πταίσμα της μη εκπλήρωσης λόγω του συμβατικού χαρακτήρα της εκ του τρόπου ενοχής και γι αυτό το βάρος της απόδειξης της ανυπαίτιας μη εκπλήρωσης φέρει ο δωρεοδόχος (ΑΠ 164/2009). Εξάλλου ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά" χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του v. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρον 341 Κ.ΠολΔικ.

για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔικ) σε όλες τις υποθέσεις (και κατά τις ειδικές διαδικασίες κατ' άρθρο 591 § 1 του ΚΠολΔικ.) με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή και μόνο στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο [946/2015, AΠ 273/2011]. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔικ, διότι απέρριψε, χωρίς να διατάξει απόδειξη, τον ισχυρισμό του, τον οποίο παραδεκτά είχε προτείνει με την έφεσή του, ότι η μη εκτέλεση του τρόπου δεν οφείλεται σε δική τον υπαιτιότητα.

Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθ.561. παρ. 2 ΚΠολΔικ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, τις υπ' 504, 505, 506/8-9-2008 ένορκες βεβαιώσεις , που συντάχθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας από τη Συμβολαιογράφο Πρέβεζας Σ.

Π., μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου [βλ. υπ' αριθμ. …/3-9-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ι. Ζ.], από τις υπ' αριθμ. …, …/23-1-2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων του εναγομένου, που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Αθηνών Ε. Σ. μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας, από την υπ' αριθμ.

…/26-2-2009 ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε επίσης του εναγομένου από την Συμβολαιογράφο Ιωαννίνων Ε. Σ., μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας [βλ. υπ' αριθμ. …και …/19-1-2009 εκθέσεις επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Χ. Φ. και υπ' αριθμ. …/19-1-2009 και …/23-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων Δ.

Σ.], τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα [άρθρ. 444 αριθ. 3ΚΠολΔικ] και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται".

Κατά το άρθρο 512 ΑΚ "δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν". Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, μη υποκείμενες σε ανάκληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως προς τα ελατήρια της βούλησης του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από κοινωνική υποχρέωση.

Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ' αυτή από τους συμβαλλομένους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από το περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη, και σε στοιχεία ευρισκόμενα έξω από τη σύμβαση, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα.

Ο από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 512 του ΑΚ ισχυρισμός του εναγομένου δωρεοδόχου, συνιστά καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος δωρητή που έχει έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 505 του ίδιου Κώδικα και πρέπει να προτείνεται προσηκόντως και να επαναφέρεται νομίμως ενώπιον τον δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ΑΠ 2054/2014, ΑΠ 1832/2011, ΑΠ 1399/2010].

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, πέραν των όσων εκτίθενται σε προηγούμενη σκέψη , απορρίφθηκε και ο λόγος έφεσης τον αναιρεσείοντος ότι οι ένδικες δωρεές έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και από λόγους ευπρέπειας της αρχικής ενάγουσας - δωρήτριας , με τις ακόλουθες παραδοχές: "....Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο επικουρικά προβαλλόμενος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης περί δωρεών από ιδιαίτερο καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν λόγοι ιδιαίτερου καθήκοντος ή ευπρέπειας.

Άλλωστε το χρονικό διάστημα που κατά τα προεκτεθέντα ο εναγόμενος πριν από την κατάρτιση των επίδικων δικαιοπραξιών δωρεάς εξυπηρετούσε και παρείχε στην αρχική ενάγουσα κάθε φροντίδα ήταν σχετικά μικρό, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογούνται δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη τον άρθρου 512.

ΑΚ ευθέως ή εκ πλαγίου, διέλαβε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση, όπως το συνολικό περιεχόμενο της εκτίθεται σε προηγούμενη σκέψη και με βάση το οποίο συμπερασματικά απορρίφθηκε η ένσταση τον αναιρεσείοντος, α) η συγγενική σχέση των διαδίκων, β) η παροχή -υπηρεσιών και φροντίδων στην ενάγουσα για μικρό χρονικό διάστημα πριν τις ένδικες δωρεές, γ) κίνητρο της αρχικής ενάγουσας για τις δωρεές ήταν να επιτύχει τη διαρκή συνδρομή τον αναιρεσείοντος εξαιτίας της μεγάλης ηλικίας και της έλλειψης συζύγου και τέκνων.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔικ είναι αβάσιμος, κατά δε το μέρος αυτού που, υπό την επίκληση των ίδιων λόγων αναίρεσης, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος [ΚΠολΔικ 561 παρ. 10].

Η, περαιτέρω, αιτίαση από τον αριθμό 10 του άρθρον 559 ΚΠολΔικ ότι για την ως άνω ένστασή του δεν διατάχθηκαν αποδείξεις, είναι απορριπτέα, γιατί, αυτή, όπως αναφέρεται σε προηγούμενη σκέψη, το αποδεικτικό πόρισμα για την, κατ' ουσία, απόρριψη της διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις, που ειδικά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 τον ΑΚ η άσκηση τον δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός τον δικαιώματος. Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη τον αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί ολικώς ή εν μέρει τον δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης τον δικαιώματος.

Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά τον δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση τον δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση τον, κατά τις περί δίκαιον και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση τον δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά τον. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις τον υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά τον δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση τον δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος τον δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του [ολ ΑΠ 7/2002, ολ ΑΠ 8/2001, ΑΠ 106/201, ΑΠ 642/2012, ΑΠ 1913/2008].

Εξάλλου κατά τη διάταξη τον άρθρον 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης σε ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τον ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση τον νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθεμένα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει τον πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Ακόμη κατά την έννοια του αριθμ 19 του ίδιου άρθρον, ανεπαρκής αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομικής βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δίκαιου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρον 559 ΚΠολΔικ πλημμέλειες σχετικά με την απόρριψη τον συναφούς λόγου έφεσης κατά της απόφασης τον πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, ομοίως, είχε απορρίψει την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση τον.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, σχετικά με την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τέλος ο εναγόμενος, με δήλωση του ενώπιον του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου και αναφορά στις προτάσεις του, πρότεινε επικουρικά τον ισχυρισμό της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, επικαλούμενος προς τούτο, ότι:

α) τα προσύμφωνα πώλησης καταρτίσθηκαν και υπογράφηκαν ενώπιον του προσωπικού συμβολαιογράφου της αρχικώς ενάγουσας, αφού έλαβε εκτός γραφείου το σύνολο του τιμήματος και της αναγνώσθηκαν όλα τα προσύμφωνα, β) ότι επί τεσσεράμισι χρόνια, αφού προηγουμένως είχε ενημερωθεί από τον προσωπικό της συμβολαιογράφο ότι αυτός είχε προβεί στις μεταγραφές των οριστικών συμβολαίων πώλησης, στην εγγραφή υποθήκης για την εξασφάλιση του τιμήματος που είχε εξοφλήσει αναγνώριζε την εγκυρότητα των πωλήσεων και γ) ότι άλλως ή μη εκτέλεση του τρόπου υπό τον οποίο έγιναν οι δωρεές οφείλονται στην αρχικώς ανάγουσα, η οποία από τον Ιανουάριο του 2004 διέκοψε μονομερώς και οριστικώς, προφανώς υποκινούμενη από τρίτα πρόσωπα κάθε επικοινωνία με τον ίδιο.

Όμως από τα περιστατικά αυτά, εκείνα που αναφέρονται στην εκπλήρωση από τον εναγόμενο του τρόπου, υπό τον οποίο έγιναν οι δωρεές, αποτελούν άρνηση της αγωγής και περί αυτών έγινε λόγος ανωτέρω. Υπό τα λοιπά δε περιστατικά η άσκηση της αγωγής δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως ο ανωτέρω ισχυρισμός του εναγομένου, που ερείδεται στην διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. πρέπει να απορριφθεί". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφαση του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Δεν στέρησε δε την απόφασή του νομίμου βάσης, σ' ότι αφορά την απόρριψη ως κατ' ουσία αβασίμου της εν λόγω ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος από τον πρώτο αναιρεσείοντα, αφού με επάρκεια και σαφήνεια διέλαβε στην απόφαση αυτή όλα τα περιστατικά, τα οποία κατά νόμο αποκλείουν την εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία και δεν παραβίασε εκ πλαγίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ίδιας διάταξης.

Συνεπώς ο έκτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι αβάσιμος.

Οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔικ ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών.

Άρα δεν ιδρύονται οι ίδιες αυτές πλημμέλειες επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας [ΑΠ 1713/2014, ΑΠ 14/2014]. Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο "με την κρίση του επί όλων των λόγων της έφεσης μου , ακόμη και εκείνων που είχαν απορριφθεί με οριστική διάταξη ως αβάσιμοι στην ουσία τους, ήτοι του πρώτου, τρίτου, τέταρτου και δέκατου των λόγων έφεσης μου με την με αριθμό 53/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με διαφορετική σύνθεση, την οποία συμπροσβάλλω με την παρούσα και για τους ανωτέρω λόγους...... .και την ανάκληση μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του της με αριθ. 53/2011 μη οριστικής απόφασης του, με την οποία περαιτέρω είχε διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ενώπιον του για να δώσουν διευκρινήσεις σχετικά με τους ισχυρισμούς τους και την επανεξέταση στο ακροατήριο τον μάρτυρά μου Π.

Ρ. και την εξέταση στο ακροατήριο των ενόρκων[ς] βεβαιωσάντων Σ. Τ. του Γ. [ήδη καθ' ής] του Κ. Γ. για να δώσουν διευκρινήσεις επί των καταθέσεών τους κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασής του, παρά την παρουσία τους κατά τον χρόνο συζήτησης στο ακροατήριο του δικαστηρίου προς εξέτασή τους και παροχή διευκρινήσεων , υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και τούτο γιατί έκρινε ήδη κριθέντες λόγους κατά παράβαση των σχετικών δικονομικών διατάξεων των άρθρων 308, 309 ΚΠολΔικ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 245, 411, 529, 535 ΚΠολΔικ και στέρησε την απόφαση της νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ιδρύεται μόνο για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών , όπως οι παραπάνω, του ο αναιρεσείων επικαλείται και ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν.

ΙΙΙ. Επειδή ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι η εφεσίβλητη, μετά το θάνατο της αρχικής ενάγουσας υπεισήλθε στο εφετείο στη θέση της και συνεχίζει τη δίκη, ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της δυνάμει δημόσιας διαθήκης, η οποία είναι πλαστή, η πλαστότητά της αποκαλύφθηκε την 22-12-2015 και ο αναιρεσείων άσκησε την από 22-9-2016 αγωγή για αναγνώριση της πλαστότητας της διαθήκης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας η οποία απορρίφθηκε και εκκρεμεί έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, και συνεπώς η αναιρεσίβλητη απαραδέκτως παραστάθηκε στο εφετείο στη θέση της αρχικής ενάγουσας.

Με βάση τα παραπάνω ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης με αυτεπάγγελτη έρευνα λόγων αναίρεσης εκ των αριθμ. 1, 14, 16, 17, 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, και επικουρικά την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής του σχετικά με την ακυρότητα της δημόσιας διαθήκης.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, και τα συνδεόμενα με αυτούς αιτήματα πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτα. Και τούτο, διότι οι προτάσεις του αναιρεσείοντος δεν κατατέθηκαν είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολ.Δ., αλλά μετά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 798/2002), όταν μάλιστα ο αναιρεσείων έχει πληροφορηθεί την επικαλούμενη ακυρότητα και πλαστότητα της διαθήκης ήδη από 22-12-2015, όπως ο ίδιος εκθέτει.

IV) Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 496 §4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-1-2015 και με αριθμ. καταθ. 23/2016 αίτηση αναίρεσης της 94/2014 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ