291/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 291 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated291/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 291 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 291 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 291/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. του Ε. - Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Σπυράτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μαρούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 26-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου τμήματος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-7-2014 κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 28/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 648 έως 657 ΚΠολΔ) απέρριψε τις από 11-3-2013 και 15-5-2013 εφέσεις των διαδίκων κατά της 6/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο με την ανωτέρω απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την από 10-6-2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Κατά δε το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΑΠ 701/2011). Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος 2008 - 2011 δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Δυνάμει σύμβασης μίσθωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγόμενης, ως εκμισθώτριας, και του ενάγοντα, ως μισθωτή, εκμισθώθηκε στον τελευταίο, στις 25-04-2000, καταρτισθέντος προς τούτο ιδιωτικού συμφωνητικού, κατάστημα επιφάνειας 28 τ.μ., εντός της ξενοδοχειακής μονάδας "...", προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πώλησης κοσμημάτων και ειδών λαϊκής τέχνης κατά τις θερινές περιόδους και δη από 07-05 ως και 08-10 εκάστου έτους. Η μίσθωση αυτή, διάρκειας 12 ετών, ως έχουσα το χαρακτήρα εμπορικής μίσθωσης, λύθηκε κατόπιν της κατεδάφισης του ως άνω μίσθιου τον Οκτώβριο του 2007, όπως διαπίστωσε και ο ενάγων όταν επισκέφθηκε το μίσθιο στις 23-10-2007. Ενόψει της κατεδάφισης αυτής ο ενάγων εμποδίστηκε στη χρήση του μισθίου, ενώ από την ίδια ενέργεια (κατεδάφιση) προκλήθηκε η καταστροφή εμπορευμάτων αξίας 893 ευρώ. Η δε εναγόμενη με την από 29-08-2007 επιστολή της, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 10-09-2007, ενημέρωνε τον ενάγοντα για την κατεδάφιση που θα επακολουθούσε, λόγω εκτεταμένων οικοδομικών εργασιών ανακαίνισης στην ξενοδοχειακή της μονάδα, ζητώντας του να απομακρύνει εμπορεύματα και εξοπλισμό από το ίδιο ως άνω μίσθιο.... Το επίδικο υποκατάστημα λειτουργούσε από το έτος 2000, από Μάιο έως Οκτώβριο, ενώ από το έτος 2001 έως και την προαναφερθείσα κατεδάφιση το έτος 2007, από μήνα Μάιο έως τέλη Σεπτεμβρίου και παρέμενε ανοικτό 7 ημέρες την εβδομάδα, επί 10 ώρες ημερησίως (από 09.00 έως 13.30 και από 17.00 έως 22.30). Ο ίδιος ο ενάγων εξυπηρετούσε μόνος τους πελάτες, χωρίς τη συνδρομή υπαλλήλου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για το έτος 2001, οι δαπάνες του ενάγοντα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 43.294,80 ευρώ (εκ των οποίων για την αγορά εμπορευμάτων 32.717,15 ευρώ, όπως προκύπτει μετά την απογραφή για το ίδιο έτος, και δαπάνες προμήθειας σε τράπεζα, μισθώματα, αμοιβή λογιστή και λοιπά λειτουργικά έξοδα 10.577,65 ευρώ), οι δε πωλήσεις του ανήλθαν στο ποσό των 51.875,91 ευρώ (βλ. αποδείξεις ταμειακής μηχανής με αριθμούς ... για το έτος 2001, σε έκαστη των οποίων αποτυπώνονται οι συνολικές εισπράξεις εκάστης ημέρας λειτουργίας), ως εκ τούτου το λειτουργικό του κέρδος ανήλθε στο ποσό των 8.581,11 ευρώ. Για το έτος 2002 οι δαπάνες του ενάγοντα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 26.941,43 ευρώ (εκ των οποίων για την αγορά εμπορευμάτων 15.786,69 ευρώ, όπως προκύπτει μετά την απογραφή για το ίδιο έτος, και δαπάνες προμήθειας σε τράπεζα, μισθώματα, αμοιβή λογιστή και λοιπά λειτουργικά έξοδα 11.154,74 ευρώ), οι δε πωλήσεις του ανήλθαν στο ποσό των 46.891,01 ευρώ (βλ. αποδείξεις ταμειακής μηχανής με αριθμούς ..., σε έκαστη των οποίων αποτυπώνονται οι συνολικές εισπράξεις εκάστης ημέρας λειτουργίας), ως εκ τούτου το λειτουργικό του κέρδος ανήλθε στο ποσό των 19.949,58 ευρώ. Για το έτος 2003 οι δαπάνες του ενάγοντα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 46.350,50 ευρώ (εκ των οποίων για την αγορά εμπορευμάτων 39.303,34 ευρώ, όπως προκύπτει μετά την απογραφή για το ίδιο έτος, και δαπάνες προμήθειας σε τράπεζα, μισθώματα, αμοιβή λογιστή και λοιπά λειτουργικά έξοδα 7.047,16 ευρώ), οι δε πωλήσεις του ανήλθαν στο ποσό των 56.194,33 ευρώ (βλ. αποδείξεις ταμειακής μηχανής με αριθμούς ... για το έτος 2003, σε έκαστη των οποίων αποτυπώνονται οι συνολικές εισπράξεις εκάστης ημέρας λειτουργίας), ως εκ τούτου το λειτουργικό του κέρδος ανήλθε στο ποσό των 9.843,83 ευρώ. Για το έτος 2004 οι δαπάνες του ενάγοντα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 23.535,35 ευρώ (εκ των οποίων για την αγορά εμπορευμάτων 16.135,99 ευρώ, όπως προκύπτει μετά την απογραφή για το ίδιο έτος, και δαπάνες προμήθειας σε τράπεζα, μισθώματα, αμοιβή λογιστή και λοιπά λειτουργικά έξοδα 7.399,56 ευρώ), οι δε πωλήσεις του ανήλθαν στο ποσό των 39.346,28 ευρώ (βλ. αποδείξεις ταμειακής μηχανής με αριθμούς ... για το έτος 2004, σε έκαστη των οποίων αποτυπώνονται οι συνολικές εισπράξεις εκάστης ημέρας λειτουργίας), ως εκ τούτου το λειτουργικό του κέρδος ανήλθε στο ποσό των 15.810,73 ευρώ. Για το έτος 2005 οι δαπάνες του ενάγοντα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 21.205,68 ευρώ (εκ των οποίων για την αγορά εμπορευμάτων 14.351,39 ευρώ, όπως προκύπτει μετά την απογραφή για το ίδιο έτος, και δαπάνες προμήθειας σε τράπεζα, μισθώματα, αμοιβή λογιστή και λοιπά λειτουργικά έξοδα 6.854,29 ευρώ), οι δε πωλήσεις του ανήλθαν στο ποσό των 29.994,44 ευρώ (βλ. αποδείξεις ταμειακής μηχανής με αριθμούς 562-643 για το έτος 2005, σε έκαστη των οποίων αποτυπώνονται οι συνολικές εισπράξεις εκάστης ημέρας λειτουργίας), ως εκ τούτου το λειτουργικό του κέρδος ανήλθε στο ποσό των 8.788,76 ευρώ. Για το έτος 2006 οι δαπάνες του ενάγοντα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 49.880,79 ευρώ (εκ των οποίων για την αγορά εμπορευμάτων 41.818,67 ευρώ, όπως προκύπτει μετά την απογραφή για το ίδιο έτος, και δαπάνες προμήθειας σε τράπεζα, μισθώματα, αμοιβή λογιστή και λοιπά λειτουργικά έξοδα 8.062,12 ευρώ), οι δε πωλήσεις του ανήλθαν στο ποσό των 59.720,67 ευρώ (βλ. αποδείξεις ταμειακής μηχανής με αριθμούς ... για το έτος 2006, σε έκαστη των οποίων αποτυπώνονται οι συνολικές εισπράξεις εκάστης ημέρας λειτουργίας), ως εκ τούτου το λειτουργικό του κέρδος ανήλθε στο ποσό των 9.839,88 ευρώ. Για το έτος 2007 οι δαπάνες του ενάγοντα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 26.994,79 ευρώ (εκ των οποίων για την αγορά εμπορευμάτων 19.237,03 ευρώ, όπως προκύπτει μετά την απογραφή για το ίδιο έτος, και δαπάνες προμήθειας σε τράπεζα, μισθώματα, αμοιβή λογιστή και λοιπά λειτουργικά έξοδα 7.757,76 ευρώ), οι δε πωλήσεις του ανήλθαν στο ποσό των 33.716,12 ευρώ (βλ. αποδείξεις ταμειακής μηχανής με αριθμούς ... για το έτος 2007, σε έκαστη των οποίων αποτυπώνονται οι συνολικές εισπράξεις εκάστης ημέρας λειτουργίας), ως εκ τούτου το λειτουργικό του κέρδος ανήλθε στο ποσό των 6.721,34 ευρώ. Δηλαδή ο μέσος όρος ετήσιου κέρδους του ενάγοντα ανήλθε στο ποσό των 11.362,18 ευρώ... Ως εκ τούτου, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων και δη του προαναφερόμενου ετήσιου μέσου όρου λειτουργικού κέρδους του ενάγοντα (11.362,18 ευρώ), της πτωτικής πορείας των κερδών σε ποσοστό περί το 30% κατά το τελευταίο έτος (2007) λειτουργίας του επίδικου καταστήματος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχαν ληφθεί προπαρασκευαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της πτωτικής τάσης, ούτε ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε η εκ βάθρων ανακαίνιση της ξενοδοχειακής μονάδας της εναγόμενης (τα αποτελέσματα της οποίας, όπως προεκτέθηκε, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την πορεία του καταστήματος του ενάγοντα), αυτή η πτωτική τάση θα απεκαθίστατο, γίνεται δεκτό ότι τα κέρδη τα οποία απώλεσε ο ενάγων, από την κατεδάφιση του μισθίου, και τα οποία εύλογα και με πιθανότητα θα προσδοκούσε με βάση τα ανωτέρω στοιχεία ανέρχονται, κατά μέσο όρο, στο ποσό των 5.055 ευρώ για έκαστο των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011 και όχι στο ποσό των 10.000 ευρώ, όπως αντίθετα, αλλά αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.
Συνεπώς, ο ενάγων ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 20.220 ευρώ (5.055 ευρώ για έκαστο των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011), ποσό το οποίο αντιστοιχεί στα κέρδη που θα αποκόμιζε με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν μεσολαβούσε η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης, με τη κατεδάφιση του μισθίου και την κατ’ αποτέλεσμα στέρηση της χρήσης του τελευταίου... Επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, υπέστη, πλην της οικονομικής του ζημίας και ψυχική ταλαιπωρία, με τη μορφή της ηθικής βλάβης. Για το λόγο αυτό, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, του πταίσματος της εναγόμενης, της έκτασης της προκληθείσας ζημίας, σε συνδυασμό με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, ύψους 5.000 ευρώ, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του υπερβάλλοντος αιτούμενου χρηματικού ποσού.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια παραπάνω ορθώς εφήρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκατέρωθεν εκκαλούντες κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και αμφότερες οι υπό κρίση εφέσεις στο σύνολό τους...".
Εν προκειμένω με το πρώτο τμήμα των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι κατά την πιθανολόγηση των διαφυγόντων κερδών του έτους 2007 δεν έλαβε υπόψη του τους ουσιώδεις ισχυρισμούς που παραδεκτώς είχε προτείνει: α) ότι η κατά ποσοστό 30% μείωση των κερδών οφείλονταν στην μειωμένη διάρκεια λειτουργίας του Ξενοδοχείου κατά 25 ημέρες, δηλαδή 103 ημέρες έναντι των 126 ημερών των προηγούμενων 2002 έως 2006 και την μετά την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων το έτος 2004 αύξηση και βελτίωση των πελατών για το επίδικο διάστημα και β) ότι τα πιθαναλογούμενα κέρδη των επόμενων ετών δηλαδή από 2008 έως 2011 θα ήταν μεγαλύτερα. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του αριθ. 8β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι πραγματικούς ισχυρισμούς προς ενδυνάμωση των απόψεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως προς τα αιτούμενα από αυτόν διαφυγόντα κέρδη των επίδικων ετών 2008, 2009, 2010 και 2011 και δεν έχουν αυτοτέλεια. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι από τον αριθ. 8β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά πρώτο τμήμα τους είναι απαράδεκτοι και πρέπει ν’ απορριφθούν. Τέλος, η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι η μείωση των διαφυγόντων κερδών οφείλονταν στην μη λήψη προπαρασκευαστικών μέτρων δεν ιδρύει τον εκ του αριθ. 8 παρ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης διότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου, που αντλήθηκε από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν έχει αυτοτέλεια. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς το τμήμα αυτό είναι απαράδεκτος και πρέπει ν’ απορριφθεί. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει την νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοσθέντων εδώ κανόνων των άρθρων 297, 298 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια.
Εν προκειμένω αναφέρονται όλα τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία των ετήσιων κερδών τόσο των παρελθόντων ετών όσο και των επίδικων ετών 2008, 2009, 2010 και 2011 με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις. Ειδικότερα δεν επαναλαμβάνεται αφηρημένα το ετήσιο κέρδος που φέρεται συνολικά ως διαφυγόν κέρδος αλλά μνημονεύονται με λεπτομέρεια και εξειδίκευση συγκεκριμένα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα καθώς και τις ειδικές περιστάσεις, δεν περιορίζεται δηλαδή σε ένα απλό αριθμητικό προσδιορισμό των διαφυγόντων κερδών κατά το ετήσιο σύνολό τους αλλά παρατίθενται τα στοιχεία, τα οποία σύμφωνα με τα ανωτέρω καθιστούν πιθανή την πραγματοποίησή τους και τα οποία ανέρχονται για κάθε έτος κατά μέσο όρο στο ποσό των 5.000 ευρώ, αφού παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση για κάθε ένα από τα επίδικα έτη οι αποδείξεις της ταμειακής μηχανής σε κάθε μία των οποίων αποτυπώνονται οι συνολικές εισπράξεις, οι επιμέρους εισπράξεις εκάστης ημέρας λειτουργίας, οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες κάθε έτους για την αγορά εμπορευμάτων, οι δαπάνες προμήθειας σε Τράπεζα, μισθώματα, αμοιβή λογιστή, τα οποία, σύμφωνα με τα ανωτέρω, καθιστούν πιθανή την πραγματοποίηση των εν λόγω ετήσιων διαφυγόντων κερδών. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έσφαλε, όσα δε υποστηρίζονται με το τρίτο και το πέμπτο τμήμα των πρώτου και δεύτερου λόγων, αντιστοίχως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμα.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το τρίτο τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο προς απόδειξη της συνηθισμένης πορείας των πραγμάτων, αναφορικά με τις ημέρες λειτουργίας του μίσθιου καταστήματος και συγκεκριμένα: α) την κατάθεση της μάρτυρος της εναγόμενης αλλά και του δικού του μάρτυρα, β) έγγραφα συμβάσεων, τα οποία δεν κατονομάζει και γ) εννέα (9) φωτογραφίες του μίσθιου καταστήματος, αναφορικά με τον τρόπο κατασκευής του. Από την βεβαίωση όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, προκύπτει ανενδοιάστως ότι το Εφετείο έλαβε τα ανωτέρω υπό στοιχεία α’ και γ’ αποδεικτικά μέσα και επομένως ο λόγος αυτός ως προς τις αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμος. Αντίθετα ως προς το υπό στοιχείο β’ αποδεικτικό μέσο (συμβάσεις) ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζει, ειδικότερα, τις εν λόγω συμβάσεις ως προς τα πρόσωπα των συμβαλλομένων καθώς και τον τόπο - χρόνο κατάρτισης και το περιεχόμενο αυτών.
Ο αναιρεσείων με το τέταρτο τμήμα του δευτέρου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο αναφορικά με την πιθανολόγηση των διαφυγόντων κερδών του επίδικου χρονικού διαστήματος εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ και συγκεκριμένα δεν πιθανολόγησε τα διαφυγόντα κέρδη με τα δεδομένα κατά το χρόνο της επέλευσης της ζημίας. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η υφιστάμενη αύξηση του αριθμού κλινών της εναγόμενης αλλά και η αύξηση της περιόδου λειτουργίας του ξενοδοχείου από πέντε σε έξι μήνες μετά την επίδικη ανακαίνιση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για την επαύξηση των κερδών, που θα μπορούσε να αναμένει ο ενάγων, διότι τα περιστατικά αυτά δεν συνδέονται αιτιωδώς με τα αιτούμενα κονδύλια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, διότι τα διαφυγόντα κέρδη που θα αποκτούσε ο ζημιωθείς ενάγων - αναιρεσείων στο μέλλον υπολογίζονται με τα κριτήρια του χρόνου κατά τον οποίο θα επέρχονταν, τα οποία όμως θα επέρχονταν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση, αφού η κατεδάφιση του μίσθιου καταστήματος δεν συνιστά συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε όσα πιο πάνω αναφέρονται και επιδίκασε στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα το αναφερόμενο σ’ αυτή ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, εξαιτίας της σε βάρος του τελεσθείσας από την εναγόμενη - αναιρεσίβλητη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς (αυτοδικίας), λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα, το πταίσμα της εναγομένης, την έκταση της προκληθείσας οικονομικής ζημίας σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση των μερών. Ο αναιρεσείων με τον τρίτο από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 932 ΑΚ και 25 του Συντάγματος προβάλλει, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν την επίμαχη χρηματική ικανοποίηση, αλλά όχι το ελάχιστο ύψος αυτής, ενώ με την επιδίκαση μόνον του ως άνω ποσού των 5.000 ευρώ της χρηματικής ικανοποιήσεως παραβιάσθηκε η ανωτέρω συνταγματικώς κατοχυρωμένη δικαιϊκή αρχή της αναλογικότητας. Με τις ανωτέρω κρίσεις και τις παραδοχές το Εφετείο με επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος στο ποσό των 5.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς), του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις (Ολ.ΑΠ 9/2015). Επομένως, ο τρίτος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Κατόπιν τούτων, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2014 αίτηση για αναίρεση της 28/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ