291/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 291 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated291/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 291 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 291 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
ΕΑΔΑΚ (εταιρίες επενδύσεων) που χρησιμοποιούν τη μητρική τους ασφαλιστική εταιρία ως αντιπροσώπου στα πλαίσια επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, όταν ο ασφαλιστικός σύμβουλός της τελευταίας διέπραξε απάτη, ευθύνονται αμφότερες οι αντιπροσωπευόμενες με 922 ΑΚ.
Αριθμός 291/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Κ. του Β. και 2. Ι. συζ. Ν. Κ. , κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τη πληρεξουσία δικηγόρο τους Κυριακή Γκότση - Μάγκουρα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Χρύσα Καρακοϊδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Απριλίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 457/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 922 του ΑΚ "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Κατά το άρθρο 926 εδ. α' του ΑΚ "αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις άδικες πράξεις του προστηθέντος, εις ολόκληρον με αυτόν, εφ' όσον τελέσθηκαν είτε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, η οποία του ανετέθη βάσει συμβάσεως (μίσθωσης εργασίας, εντολής κ.λ.π.), είτε επ' ευκαιρία ή και εξ αφορμής της υπηρεσίας, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής γενόμενες, εφόσον μεταξύ ζημιογόνου ενεργείας και υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια. Είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση πάντως ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων (και) του προστήσαντος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του Ν, 1969/1991, όπως ίσχυαν μετά το π.δ. 433/1993 και το ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού) και πριν την κατάργησή τους με τους Ν, 3263/2004 και 3371/2005, προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες, εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνιστάται για τον σκοπό αυτό. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου (1969/1991), προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξιο μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από τον θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι η τράπεζα. Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων. Τέλος, κατά την παρ. 4 του αρθ. 20 του ίδιου Νόμου 1969/1991, όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 3 του αρθρ. 3 του Π.Δ. 433/1993 και την παρ, 5 του άρθρου 113 του Ν. 2533/1997, η Α.Ε. διαχείρισης του αμοιβαίου κεφαλαίου μπορούσε να διαθέτει τα μερίδιά του (αμοιβαίου κεφαλαίου) και δια μέσου αντιπροσώπου της, που μπορούσε να είναι και ασφαλιστική εταιρεία. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης ανώνυμες εταιρείες διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, συσταθείσες ως θυγατρικές ασφαλιστικών ανωνύμων εταιρειών, με την ίδια μάλιστα βασική επωνυμία (πλην της προσθήκης του διακριτικού γνωρίσματος Α.Ε.Δ.Α.Κ.), μπορούσαν να χρησιμοποιούν ως αντιπρόσωπό τους ανά την ελληνική επικράτεια τη μητρική τους ασφαλιστική εταιρεία, η οποία χρησιμοποιούσε τα μετοχικά της κεφάλαια νια τη σύσταση ομώνυμου αμοιβαίου κεφαλαίου, η αντιπρόσωπος δε αυτή για την εκπλήρωση του έργου της αντιπροσώπευσης κατά την διάθεση των μεριδίων του ίδιου αμοιβαίου κεφαλαίου μπορούσε να χρησιμοποιεί στο πλαίσιο ιδιαίτερης συμβατικής σχέσης επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, το σύνολο ανά την επικράτεια του εμπορικού δικτύου της, περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών συμβούλων και πρακτόρων, παράλληλα και εκτός του νομοθετικού πλαισίου των διατάξεων του άρθρου 36 παρ. 24 του Ν. 2496/1997, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του νόμου 2170/1993 και του νόμου 1569/1985 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 και 8 παρ. 1 και 2 του π.δ. 298/1986 "περί των, ασφαλιστικών συμβούλων και συντονιστών και παραγωγών ασφαλίσεων", οι οποίες στο σύνολό τους δεν απέκλειαν τη λειτουργία της παράλληλης αυτής σχέσης ασφαλιστικού συμβούλου συνδεομένου με σύμβαση έργου με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και παραγωγούς συνεργασίας στην εκμετάλλευση του ενδιαφέροντος των επενδυτών νια την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Περιεχόμενο της ανατεθείσας στον αντιπρόσωπο του αντιπροσώπου υπηρεσίας, στο πλαίσιο της πιο πάνω σχέσης επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, δεν μπορούσε να είναι η σύναψη συμβάσεων μεταβίβασης μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου στους επενδυτές, καθόσον τέτοια δυνατότητα δεν παρεχόταν από το νόμο (άρθρο 20 παρ. 4 Ν.1969/91), ούτε στον ίδιο τον αντιπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης, το δε αντικείμενο της μεταξύ τους συναπτόμενης σύμβασης περιοριζόταν στη διαμεσολάβηση του αντιπροσώπου για διάθεση των μεριδίων, δηλαδή στην ενημέρωση του επενδυτή, την παροχή σ'αυτόν επενδυτικών συμβουλών και την διαβίβαση της εντολής του στην εταιρεία διαχείρισης προς εκτέλεσή της και κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης από αυτή αφού κατά το άρθρο 21 Ν, 1969/91, η αποδοχή αιτήσεων συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφαλαίο αποφασιζόταν από την α.ε. διαχειρίσεως, σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου. Πάντως, σε περίπτωση που ο ασφαλιστικός σύμβουλος, με την ιδιότητα εκείνη του αντιπροσώπου της θυγατρικής της εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, ζημιώσει υπαίτια και παράνομα τον επενδυτή, παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις του κατά τη λήψη και διαβίβαση της εντολής του για αγορά μεριδίου αμοιβαίου κεφαλαίου, παράγεται αδικοπρακτική ευθύνη του, η οποία βαρύνει κατ' άρθρο 922 ΑΚ, και τους δύο αντιπροσωπευομένους, ακόμη και αν η ζημιογόνος ενέργεια του πρώτου συνίσταται στην από αυτόν παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος αγοράς μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου που κατέβαλε σ' αυτόν ο επενδυτής, αντί στον θεματοφύλακα του άρθρου 30 παρ. 1 Ν. 1969/91, αφού στην περίπτωση αυτή ο αντιπρόσωπος καταχράται την υπηρεσία του υπερβαίνοντας τα καθήκοντα του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ρητή απαγόρευση εκ του νόμου της είσπραξης τιμήματος διαθέσεως μεριδίων για λογαριασμό της εταιρείας διαχείρισης, η κατάχρηση δε αυτή δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς τη συμβατική ανάθεση σ' αυτόν της ευθύνης διάθεσης των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1584). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η δεύτερη εναγομένη - β' εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERTRUST Ανώνυμη Εταιρεία ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", για τη διάθεση μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων "INTERAMERICAN" είχε προστήσει ως αντιπρόσωπό της τον Ν. Α., διευθυντή γραφείου του Ομίλου εταιρειών "INTERAMERICAN", τον οποίο είχε εφοδιάσει με έντυπα αιτήσεων συμμετοχής που συμπληρώνονταν από τους υποψηφίους επενδυτές. Τα έντυπα αυτά περιείχαν τους τρόπους καταβολής του αντιτίμου για την απόκτηση μεριδίου, ενώ αυτός δεν είχε το δικαίωμα να εισπράξει χρήματα από τους επενδυτές. Ειδικότερα, στις έντυπες αιτήσεις προβλέπονταν ως τρόπος καταβολής του αγοραζόμενου μεριδίου: α) κατάθεση στο λογαριασμό του αντίστοιχου αμοιβαίου κεφαλαίου, β) επιταγή σε διαταγή "INTERTRUST ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ", ενώ με μικρά γράμματα αναγράφονταν: "Δεν επιτρέπεται η παράδοση μετρητών ή αξιογράφων σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πλην των Τραπεζών και των Money Centers, που αναφέρονται όπισθεν. Η εταιρεία δεν αναγνωρίζει και δεν κάνει δεκτή αίτηση για την οποία δεν έχουν τηρηθεί οι παραπάνω διατυπώσεις". Οι ενάγοντες από το έτος 1995 είχαν επενδύσει διάφορα μικροποσά σε αμοιβαία κεφάλαια INTERAMERICAN, που διαφημίζονταν για την υψηλή και ασφαλή τους απόδοση. Έτσι και στις αρχές Σεπτεμβρίου 1999 ο πρώτος ενάγων Ν. Κ., συνταξιούχος του ΟΓΑ, επισκέφθηκε τον Ν. Α. στο γραφείο του, ο οποίος τον έπεισε για την αποδοτικότητα των επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια INTERAMERICAN, οι οποίες έφθαναν μέχρι και 86% ετησίως, οπότε οι ενάγοντες αποφάσισαν να επενδύσουν στο πρόγραμμα αυτό. Στις 8-9-1999, ο πρώτος ενάγων, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της δεύτερης ενάγουσας Ι. Κ., συζύγου του, ως εντολοδόχος αυτής κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των 6.000.000 δρχ. με τη ρητή εντολή να το επενδύσει για λογαριασμό του αλλά και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης σε αμοιβαία κεφάλαια της "INTERAMERICAN ΔΥΝΑΜΙΚΟ". Μάλιστα προς το σκοπό αυτό ο πρώτος συμπλήρωσε και παρέδωσε στον ανωτέρω διευθυντή την με αριθμό 4984/10-9-1999 έντυπη αίτηση αγοράς μεριδίου "ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΑΜΟΙΒΑΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", την οποία υπέγραψαν και οι δύο. Το ποσό αυτό ο Ν. Α. δεν επένδυσε στην εκπροσωπουμένη από αυτόν β' εναγομένη και το επεξαίρεσε. Για την πράξη του αυτή σε βάρος των εναγόντων και άλλων επενδυτών (Α. Κ., Α. Ο.) καταδικάστηκε σε κάθειρξη οκτώ (8) ετών με την 348-349/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Για την αδικοπραξία αυτή του προστηθέντος αντιπροσώπου (άρθρα 914 ΑΚ, 375 ΠK) ευθύνεται η προστήσασα αυτόν δευτέρα εναγομένη, καθόσον εκείνος ενήργησε επ' ευκαιρία της ιδιότητας του αντιπροσώπου στη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και αντίθετα προς τις εντολές της ως προς τον τρόπο καταβολής της αξίας της αγοράς των μεριδίων που ήταν γνωστός σ' αυτόν και τον απέκρυψε, μεταξύ δε της απατηλής συμπεριφοράς του και του υπεξαιρεθέντος ποσού των 6.000.000 δρχ. υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η υπεξαίρεση αυτή δεν θα γινόταν χωρίς την ιδιότητα του προστηθέντος αντιπροσώπου στη διάθεση των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου. Εξάλλου, μεταξύ του Ν. Α. και της πρώτης εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" δεν υπήρχε σχέση προστήσεως λόγω της ιδιότητας της πρώτου ως διευθυντού του υποκαταστήματος … της πρώτης, καθόσον η δραστηριότητα του Ν. Α. στη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων δεν εντάσσεται στο πεδίο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της πρώτης εναγομένης αλλά της δεύτερης εναγομένης, που είχε τη διαχείριση των αμοιβαίων κεφαλαίων, ούτε δημιουργείται τέτοια σχέση από το γεγονός ότι και οι δύο εναγόμενες εταιρείες είναι θυγατρικές του Ομίλου Εταιρειών της INTERAMERICAN". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσειόντων και ως προς την αναιρεσίβλητη, απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 922 του Α.Κ. και 20 παρ. 4 του ν.1969/1991, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 3 παρ. 3 π.δ.433/1993 και 113 παρ. 5 του ν.2533/1997, καθ' όσον διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη μη ύπαρξη σχέσης προστήσεως μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του υπεξαιρέτη του δοθέντος από τους αναιρεσείοντες προς επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια INTERAMERIKAN ποσού των 6.000.000 δραχμών, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η δεύτερη εναγόμενη και ήδη μη διάδικος ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία "INTERTRUST Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" είχε προστήσει ως αντιπρόσωπό της τον Ν. Α., διευθυντή γραφείου του Ομίλου εταιριών INTERAMERIKAN, για τη διάθεση μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων INTERAMERIKAN, έχοντας εφοδιάσει αυτόν και με έντυπα αιτήσεων συμμετοχής των επενδυτών, ένα από τα οποία υπέγραψαν και οι αιτούντες όταν, στις 8.9.1999, του κατέβαλαν το ποσό των 6.000.000 δραχμών προς επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια, χωρίς να έχει δικαίωμα είσπραξής του και το ιδιοποιήθηκε παράνομα και ότι αμφότερες οι εναγόμενες ήταν θυγατρικές του Ομίλου εταιριών INTERAMERIKAN, δεν καθίσταται σαφές, ποια ήταν η εκδότρια των ομολόγων INTERAMERIKAN και ποιά η σχέση της αναιρεσίβλητης, ως μέλος του Ομίλου των εταιριών INTERAMERIKAN με την ανήκουσα στον ίδιο Όμιλο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία INTERTRUST και με τον διευθυντή γραφείου του Ομίλου Ν. Α., προστηθέντα από την τελευταία ως προς τα διατιθέμενα από αυτόν μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, προκειμένου να μπορεί να κριθεί αν υπήρχε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της δεύτερης εναγομένης, στα πλαίσια συμμετοχής τους στον Όμιλο εταιριών INTERAMERIKAN, όπως και μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του Ν. Α. - διευθυντή του γραφείου του Ομίλου, σχέση μεταπληρεξουσιότητας (διαδοχικής αντιπροσώπευσης για το σκοπό ανεύρεσης επενδυτών προς διάθεση σ'αυτούς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από τον τελευταίο, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί, αν και χωρίς τη συμβατική ανάθεση προς αυτόν της ευθύνης διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που δεν περιλάμβανε το δικαίωμα είσπραξης τιμήματος, θα μπορούσε να εκδηλωθεί η αδικοπρακτική συμπεριφορά του. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 457/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ