Legislator Case Law & Legislation
291/2009 AI generated

291/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 291/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Όλοι οι ως άνω αναιρεσείοντες πλην της υπό στοιχείο 133α Χ133-Α, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και κατέθεσαν προτάσεις. Η υπό στοιχείο 133α αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 133α αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 18/2/2007 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ' αριθ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ...... και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Χ133-Α1, τον οποίο εκπροσώπησε.

Legislator headnote

AI generated

291/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975 ορίζεται ότι "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρως αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Keywords

AI generated
acquired distinctiveness geographical market disadvantaged areas economic nexus restrictions based on price commercial zone
AI generated
84/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
1465/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
1430/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
760/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
1434/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 291 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 291/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Χ1, κατοίκου ......, 2) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Λαγκαδά", νομίμως εκπροσωπουμένου, έως και 176) Χ176, κατοίκων απάντων ...... .

Όλοι οι ως άνω αναιρεσείοντες πλην της υπό στοιχείο 133α Χ133-Α, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και κατέθεσαν προτάσεις. Η υπό στοιχείο 133α αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 133α αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 18/2/2007 όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ' αριθ. ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ...... και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Χ133-Α1, τον οποίο εκπροσώπησε.

Του αναιρεσιβλήτου-καθ'ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Απριλίου 1999 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης επί της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2004 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1881/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρθξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 15/1/2008 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 7/3/2006 έκθεσή του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Ανδρέα Μαρκάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή εν μέρει του τρίτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου που συνέταξε ο Ληξίαρχος ......, στις 18-2-2007 απεβίωσε η αναιρεσείουσα Χ133-Α, η οποία, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα πιστοποιητικά ...... του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ...... του Δημάρχου του Δήμου ......, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, χωρίς να αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, από το τέκνο της Χ133-Α1.

Επομένως, ο τελευταίος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης Χ133-Α, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη, δυνάμει του ...... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Χριστίνας Πόνη-Χαλκιοπούλου, νομίμως δήλωσε στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, το θάνατο της πιο πάνω αναιρεσείουσας και την εκούσια επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε, λόγω του θανάτου αυτής και έτσι παραδεκτώς προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.

II. Στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975 ορίζεται ότι "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρως αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στο ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), που ισχύει από 6.5.2001, με την προσθήκη δεύτερου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρ. 2 του ίδιου νόμου). Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ.

γ'), σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18.4.2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική, και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του (βλ. ΑΠ 402/2007, 1552/2005, 1395/1999). Η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν εωσότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται", έχει την έννοια, ότι μόνο όσα θέματα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων άφησε το Σύνταγμα να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη, μέχρι την έκδοση των σχετικών νόμων ρυθμίζονται από τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, και δεν αναφέρεται στα σχετικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση θέματα, τα οποία ρυθμίζονται αμέσως από το άρθρο 17 του Συντάγματος και ισχύουν από το χρόνο εφαρμογής του ίδιου του Συντάγματος (ΟλΑΠ 1332/1985 και 18/1988).

Επομένως, και το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, που λαμβάνεται υπόψη για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σε περίπτωση που η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, το οποίο ρυθμίζεται αμέσως με την πιο πάνω, διάταξη του εδαφ.

γ' της παραγρ. 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001, ισχύει από τότε που αυτή τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από 18.4.2001 και όχι από, την κατά τα άνω, προσαρμογή του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) στη διάταξη αυτή, δηλαδή από 1.1.2002. Ενόψει των προεκτεθέντων, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδαφ. α' και β' του τελευταίου αυτού ν. 2882/2001, που ορίζει ότι "απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού.

Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος", δεν έχει εφαρμογή επί του πιο πάνω θέματος, που ρυθμίζεται από τη νέα διάταξη της παρ. 2 εδ.

γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001. Κατ' ακολουθία, λοιπόν, των προεκτεθέντων, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, κηρυχθείσης μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου ενώπιον του αρμόδιου εφετείου γίνεται υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για την πραγματική αξία του ακινήτου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η σχετική αίτηση έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του εδ.

β' της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ή και πριν από τη θέση σε ισχύ της διατάξεως του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001. Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία ορίζει ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών της διεθνούς δικαίου όρους ...". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών.

Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό. Άλλωστε, η νέα ρύθμιση του εδ.

γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001 έχει εισαχθεί προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι, "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.

γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος του 2001, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πιο κάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Το Ελληνικό Δημόσιο, με την από 6-5-1998 αίτηση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων με την 1124308/8768/0010/23.12.1997 Κ.Υ.Α.

των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Η αίτηση αυτή συζητήθηκε στις 29-9-1998 και εκδόθηκε η 28844/1998 απόφαση. Οι αναιρεσείοντες, με την από 24-5-1999 αίτηση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και με τις από 2-5-2000 προτάσεις-παρέμβαση-ανταίτηση ζήτησαν τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριοθέντων ακινήτων τους, η οποία συνεκδικαζόμενη με αντίστοιχη αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, συζητήθηκε στις 8-10-2001, οπότε εκδόθηκε η 3012/2001, μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Η υπόθεση επανήλθε για περαιτέρω συζήτηση στις 17.11.2003, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία προσδιόρισε το χρόνο που έλαβε υπόψη για την πραγματική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων την 8-10-2001, που έλαβε χώρα η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, "δοθέντος ότι από της συζητήσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της αιτήσεως (29-9-1998) για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος του έτους".

Η κρίση αυτή του Εφετείου ως προς το σκοπητέο χρόνο, που έλαβε υπόψη για την πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων, είναι ορθή. Και τούτο διότι, ενόψει του ότι η πρώτη συζήτηση των αιτήσεων των αναιρεσειόντων για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως έγινε στις 8-10-2001, ήτοι μετά την παρέλευση ενός και πλέον έτους από τη γενόμενη στις 29-9-1998 συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου για τον προσωρινό προσδιορισμό και η τελευταία συζήτηση των αιτήσεων, κατά την οποία, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιορίστηκε οριστικώς η αποζημίωση, έλαβε χώρα στις 17-11-2003, ήτοι υπό την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων του Συντάγματος του 2001, κρίσιμος είναι ο χρόνος της πρώτης συζήτησης ενώπιον του Εφετείου, ήτοι η 8-10-2001, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του εδαφίου γ' της παραγράφου 2 του τελευταίου αυτού άρθρου του Συντάγματος του 2001,η οποία έχει εφαρμογή ανεξαρτήτως του ότι η αίτηση είχε ασκηθεί προτού να τεθεί σε ισχύ η διάταξη αυτή, καθώς και η ως άνω διάταξη του εδαφίου β της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτή (απόφαση) η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παράβασης δηλαδή της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, επειδή δεν καθόρισε την οριστική αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων με κρίσιμο χρόνο τη μετ' απόδειξη δικάσιμο της 17.11.2003, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί αυτής ειμή για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά δικαιώματα, όπως είναι και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του προσώπου, υπάρχει έλλειψη σεβασμού της περιουσίας και όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίστανται πλήρως.

Συνεπώς, στην περίπτωση που λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού μετά των συστατικών του, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το από την πρώτη των άνω διατάξεων αναγνωριζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και διασφαλίζεται εντεύθεν ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει τόσον την εκ της απομειώσεως της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, όσο και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 31/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν στις αιτιολογίες της δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε, όχι δε και όταν έχει ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την ασκηθείσα στο Εφετείο αίτησή τους ζήτησαν, εκτός των άλλων, τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης στο ύψος που αναφέρεται, για τα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των απαλλοτριουμένων ιδιοκτησιών τους, επικαλούμενοι σημαντική μείωση της αξίας τους ή αχρήστευση αυτών.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι εκ των ανωτέρω ακινήτων υφίστανται μείωση της αξίας τους τα απομένοντα τμήματα υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ... απαλλοτριούμενων ακινήτων, την οποία καθόρισε σε συγκεκριμένο για καθένα ποσοστό. Αντίθετα, ουδέν διέλαβε ειδικώς περί ιδιαίτερης αποζημίωσης των λοιπών ακινήτων, ήτοι των υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...και ..., αρκεσθέν στο τέλος της απόφασής του στη γενική παραδοχή ότι πέραν των ως άνω καθορισθέντων ποσών για την αποζημίωση των δικαιούχων, δεν απεδείχθη άλλη ζημία αυτών από την απαλλοτρίωση και συνεπώς τα λοιπά αιτούμενα ποσά πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμα.

Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση απορρίπτοντας το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των τελευταίων αυτών ακινήτων, με μόνη την παραπάνω γενικόλογη παραδοχή και χωρίς να αναφέρεται χωριστά σε καθένα ή ονομαστικά σε αυτά, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ένεκα των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ύπαρξης ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι κατά το αντίστοιχο μέρος του ουσιαστικά βάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια και σε σχέση με τα ακίνητα, που προσδιόρισε αποζημίωση για μείωση της αξίας τους, επειδή, κατά τα εκτιθέμενα, προσδιόρισε αυτή σε τιμές-ποσοστά πολύ μικρότερα της πραγματικής μείωσης, που υφίστανται, χωρίς να αιτιολογήσει ειδικά για ποιο λόγο καθόρισε τις αναφερόμενες σ' αυτή τιμές, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της απόφασης.

Περαιτέρω, το Εφετείο σε σχέση με την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων δέχθηκε ότι αυτά "κείνται πλησίον της ......, από 10 έως 14,5 χλμ και του ...... από 5,5 έως 10 χλμ., εκατέρωθεν της εθνικής οδού ......-...... και ......-......, ως και των επαρχιακών οδών ......-...... ή ......-...... και δίπλα από τους οικισμούς ......

και ...... . Στην ευρύτερη, αλλά και στην επίδικη περιοχή έχουν εγκατασταθεί αρκετές βιομηχανικές, βιοτεχνικές και εμπορικές επιχειρήσεις και έχουν ανεγερθεί και αρκετές κατοικίες. Από τα επίδικα, όσα μεν έχουν πρόσωπο επί των ως άνω εθνικών ή επαρχιακών οδών έχουν ζήτηση για ανέγερση κτιρίων για βιοτεχνική ή εμπορική εκμετάλλευση, ενώ τα υπόλοιπα χρησιμοποιούνται κυρίως ως αγροί από τους γεωργούς της περιοχής.

Σε κάθε όμως περίπτωση, η επίδικη περιοχή ανεξαρτήτως της χρήσεώς της, παρουσιάζει από ετών ανάπτυξη, εξυπηρετείται δε με δίκτυα ΔΕΗ, ΟΤΕ, ύδρευσης και συγκοινωνίας". Ακολούθως, εκτιμώντας βάσει των αναφερόμενων αποδεικτικών στοιχείων την αξία συγκεκριμένων ακινήτων σε διάφορα ποσά ανά τ.μ., κατέληξε ότι η αξία όλων των λοιπών επιδίκων ακινήτων, τα οποία δεν ευρίσκονται πλησίον εθνικής ή επαρχιακής οδού, ούτε σε ζώνη οικισμού και χρησιμοποιούνται για γεωργική εκμετάλλευση, στα οποία, κατά το αναιρετήριο, περιλαμβάνονται και τα με αριθμ.

ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., .., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ... ακίνητα, ανήρχετο σε τρία (3) ευρώ ανά τετρ. μέτρο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σε σχέση με την αξία των συγκεκριμένων ακινήτων. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ύπαρξης ασαφών, αορίστων, ανεπαρκών και μη ειδικών αιτιολογιών επειδή: 1) θα έπρεπε να ερευνήσει για κάθε ακίνητο χωριστά αν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες γενικές πολεοδομικές διατάξεις, σύμφωνα με όσα ισχύουν δυνάμει του Π.Δ.

της 24/31.5.85 (ΦΕΚ 270 Δ), 2) αναφέρει ότι δεν ευρίσκονται πλησίον εθνικής ή επαρχιακής οδού, ούτε σε ζώνη οικισμού, χωρίς να προσδιορίζει την ακριβή απόσταση που απέχει κάθε ακίνητο από τα σημεία αυτά και 3) δεν αναφέρεται σε κάθε ακίνητο χωριστά αν αυτό έχει πρόσοψη σε αγροτική ή άλλη οδό ή άλλη διασταυρούμενη με το εθνικό ή επαρχιακό δίκτυο ή δημοτική οδό εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως κλπ.

είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, εφόσον η πληττόμενη απόφαση δέχτηκε πως τα ως άνω ακίνητα δεν ευρίσκονται πλησίον εθνικής ή επαρχιακής οδού και ούτε σε ζώνη οικισμού και χρησιμοποιούνται για γεωργική εκμετάλλευση, δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητά της να διαλαμβάνονται αιτιολογίες ως προς τα ως άνω στοιχεία.

Τέλος, το Εφετείο σε σχέση με την αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής: " ... 1) Όσον αφορά τα ακίνητα με αριθμούς ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ..., ευρίσκονται στο αρχικό τμήμα της επίδικης εκτάσεως και εφάπτονται ή έχουν άμεση πρόσβαση στην εθνική οδό ......-...... και ......-...... . Το εν λόγω τμήμα εκτείνεται από την αρχή της επίδικης εκτάσεως μέχρι τον κόμβο ......, δηλαδή σε απόσταση 10-11,5 χιλιομέτρων από την πλατεία ......

της ...... και παρουσιάζει αυξημένη κυκλοφοριακή κίνηση, καθώς και εντονότερη βιομηχανική, βιοτεχνική και εμπορική δραστηριότητα σε σύγκριση με την υπόλοιπη επίδικη περιοχή. Έτσι, η αξία των ως άνω ακινήτων ανήρχετο κατά τον κρίσιμο χρόνο (8-10-2001) σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ ανά τ.μ. 2) Η αξία των υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., τα οποία ευρίσκονται στο ίδιο με τα προηγούμενα ακίνητα τμήμα, αλλά δεν εφάπτονται της εθνικής οδού ανήρχετο σε εκατόν είκοσι (120) ευρώ ανά τετρ.

μέτρο. 3) Η αξία των υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ......, ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...και ... ακινήτων, τα οποία ευρίσκονται μετά τον κόμβο ...... και εφάπτονται της εθνικής οδού ......-...... ή των επαρχιακών οδών ......-...... και ......-......, οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλη κυκλοφοριακή κίνηση και έντονη βιομηχανική, βιοτεχνική και εμπορική δραστηριότητα, ανήρχετο σε εκατό (100) ευρώ ανά τετρ.

μέτρο. 4) Η αξία των υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... ακινήτων, τα οποία ευρίσκονται μεταξύ των εθνικών οδών ......-...... και ......-......, καθώς και της επαρχιακής οδού ......-......, χωρίς όμως να έχουν πρόσωπο σε αυτές και σε περιοχή η οποία είναι πλησίον των οικισμών ...... και ......, μέσα ή πολύ κοντά στη ζώνη των 500 μέτρων από τα όρια των οικισμών, ανήρχετο σε ενενήντα πέντε (95) ευρώ ανά τετρ.

μέτρο. 5) Η αξία των υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και ... ακινήτων, τα οποία δεν έχουν πρόσωπο επί της εθνικής οδού ......-...... ή επί των επαρχιακών οδών ......-...... και ......-......, αλλά ευρίσκονται κοντά σε αυτές, ανήρχετο σε ογδόντα (80) ευρώ ανά τετρ. μέτρο. 6) Η αξία των υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...ακινήτων, τα οποία ευρίσκονται στην περιοχή, η οποία εκτείνεται από την επαρχιακή οδό ......-......

μέχρι την υπό κατασκευή κάθετη οδό Π 31, πίσω από τα ακίνητα της αμέσως προηγούμενης κατηγορίας και προσφέρονται για εγκατάσταση βιομηχανικών ή βιοτεχνικών μονάδων, ανήρχετο σε πενήντα (50) ευρώ ανά τετρ. μέτρο. 7) Η αξία των υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... ακινήτων, τα οποία ευρίσκονται μεταξύ των επαρχιακών οδών ......-......

και ......-...... και πίσω από τα ακίνητα της ως άνω υπό στοιχείο 5 κατηγορίας και σε περιοχή, η οποία προσφέρεται για εγκατάσταση βιοτεχνικών ή βιομηχανικών μονάδων, ανήρχετο σε πενήντα (50) ευρώ ανά τετρ. μέτρο. 8) Η αξία των υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... ακινήτων, τα οποία ευρίσκονται μεταξύ της εθνικής οδού ......-......

και της επαρχιακής οδού ......-......, δεν έχουν πρόσωπο σε αυτές και κείνται μέσα στη ζώνη των 500 μέτρων από τα όρια του οικισμού ......, ανήρχετο σε ενενήντα πέντε (95) ευρώ ανά τετρ. μέτρο. 9) Η αξία των υπ' αριθμ. ΚΠ ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... ακινήτων, τα οποία ευρίσκονται μεταξύ της εθνικής οδού ......-...... και της επαρχιακής οδού ......-......

και πίσω από τα ακίνητα της αμέσως προηγούμενης κατηγορίας μέσα στη ζώνη των 500 μέτρων από τα όρια του οικισμού ...... και σε περιοχή η οποία προσφέρεται για την εγκατάσταση βιοτεχνικών ή βιομηχανικών μονάδων, ανήρχετο σε πενήντα πέντε (55) ευρώ ανά τετρ. μέτρο ...". Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την προσδιορισθείσα αξία των απαλλοτριούμενων.

Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια περί ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, επειδή έπρεπε να αναφερθεί σε κάθε ακίνητο χωριστά, καθόσον ούτε τα στοιχεία που έλαβε υπόψη λόγω της γενικότητάς τους, ούτε τα χαρακτηριστικά στοιχεία που προσδίδει η απόφαση σε κάθε μία των εννέα κατηγοριών, ήσαν ικανά να διαφοροποιήσουν την τιμή αποζημιώσεως των επίδικων ακινήτων και περαιτέρω ότι όλα τα ακίνητα των 9 κατηγοριών έπρεπε να τα κατατάξει στην πρώτη κατηγορία που αποζημιώνεται με 150 ευρώ το τ.μ.

ή έστω στη δεύτερη, που αποζημιώνεται με 120 ευρώ το τ.μ., δεδομένου ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφαση χαρακτηριστικά, δεν διαφέρουν αυτά σε τίποτα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που υπό την επίκληση της άνω διάταξης πλήττει την περί πραγμάτων αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (561 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

IV. Από την επισκόπηση της από 24.5.1999 αίτησης, περί το Εφετείο, των αναιρεσειόντων, δεν προκύπτει ειδικό αίτημα αυτών να αναγνωρισθεί ότι δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ή σε αυτοαποζημίωση, όσον αφορά τα απαλλοτριούμενα ακίνητά τους. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη οριστική απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας ως απαράδεκτο σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων, ως λειτουργικά αναρμόδιο να το εξετάσει, είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως στηριζόμενος, αφού ούτε ειδικό, σχετικό αίτημα, διάφορο του αιτήματός των για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων περιέχεται στην αίτηση, ούτε η ανωτέρω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει σχετικές παραδοχές.

V. Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνο ως προς τους αναιρεσείοντες, που φέρονται ως εικαζόμενοι δικαιούχοι της αποζημίωσηςτων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, που προαναφέρθηκαν, για τα οποία έχει κριθεί βάσιμος ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος της αναίρεσης και μόνο ως προς το κεφάλαιό της, που αφορά τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων αυτών, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Δημόσιο στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης των ανωτέρω αναιρεσειόντων και όλοι οι άλλοι ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, την 503/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και συγκεκριμένα μόνο ως προς τους αναιρεσείοντες, και το κεφάλαιό της, που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το μεν αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων ως προς τους οποίους προαναφέρθηκε η απόφαση, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ, τους δε άλλους αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ