Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision due to lack of legal basis and failure to consider evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding property ownership disputes. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents and lacked a legal basis in its reasoning. The court rejected these claims, finding the appellate court had properly evaluated all evidence and provided sufficient justification in its ruling.
Legislator headnote
AI generatedArt. 550, 559, 576, 335, 338, 339, 340, 346 K.P.D.; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision lacks a legal basis due to insufficient factual findings or if the court has already considered all evidence presented by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 291 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 291/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. συζύγου Δ. Λ., το γένος Ν. Μ., κατοίκου…, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στριμπέρη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 22-10-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 30-9-2000 ανακοίνωση δίκης-κλήση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2000, 29/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 274/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/6/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος, ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Από την ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Α. Δ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με τις πράξεις κατάθεσης, ορισμού του αρμόδιου προς εκδίκασή της τμήματος και ορισμού δικασίμου, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με πρόσκληση να παραστεί κατά την προσδιορισμένη δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο και τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της συνεδρίασης, ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, επομένως η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ.- Κατά την έννοια της διάταξης του αριθ. 19 άρθρ. 550 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε μεταξύ άλλων, κατ' ορθή εκτίμηση, και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου: Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) απέκτησε την κυριότητα με τους περιγραφόμενους παράγωγο (κληρονομική διαδοχή από αληθή κύριο) και πρωτότυπο τρόπους (έκτακτη χρησικτησία με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της) αγροτικού ακινήτου έκτασης δέκα περίπου στρεμμάτων με εκατόν σαράντα ελαιόδενδρα, που βρίσκεται στη θέση "...ι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ναυπλιέων, όπως απεικονίζεται στο από Ιουνίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Μ.
Κ. με στοιχεία 18-4-34-6-29-31-32-10-33-12-14-15-16-18-4 και στο από Ιουλίου 2003 τεχνικό υπόμνημα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Π-Ρ-Σ-Α. Νοτιοδυτικά του ακινήτου της ενάγουσας εκτείνεται έκταση διαφορετικής υφής και μορφολογίας, η οποία έχει ως νότιο όριο τον εκεί διερχόμενο αγροτικό δρόμο.
Ειδικότερα, ενώ ο αγρός της ενάγουσας είναι επιμελώς καλλιεργημένος με σειρές καρποφόρων δένδρων (ελαιοδένδρων κυρίως-αχλαδεών και αμυγδαλεών) η έκταση αυτή καλύπτεται από δασική βλάστηση (κυρίως πουρνάρια και αφάνες) και όλη η μορφολογία (πετρώδες έδαφος) και εικόνα της σαφέστατα μαρτυρεί ότι ουδέποτε καλλιεργήθηκε....Η έκταση αυτή είναι δασική, λόγω της υφής του εδάφους δεν έχει καλλιεργηθεί τουλάχιστον από το έτος 1976 και βρίσκεται εκτός των επικαλουμένων από την ενάγουσα τίτλων.
Το ακίνητο της ενάγουσας περιφράχτηκε περίπου το έτος 1969, δηλαδή μόλις περιήλθε για πρώτη φορά στην κυριότητα, νομή και κατοχή της, με χαμηλού ύψους περίφραξη από αγκαθωτό σύρμα και σιδερένιους πασσάλους. Η αρχική αυτή περίφραξη περιελάμβανε μόνο το ακίνητό της, όχι δε και την νοτιοδυτικώς αυτού έκταση με τη δασική βλάστηση.
Μάλιστα στη νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου της, που συνορεύει με την εν λόγω έκταση, είχε τοποθετήσει παλέτες, προκειμένου να αποκλείσει την πρόσβαση των ζώων του "μισακάρη" Β., που είχε στο ακίνητό της, στη δασική έκταση. Το ότι η δασική έκταση δεν περιλαμβανόταν στην αρχική περίφραξη του ακινήτου της ενάγουσας, η οποία τη θεωρούσε δημόσια δασική έκταση, το παραδέχθηκε και ο σύζυγός της κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ο εναγόμενος έχει αγροτική ιδιοκτησία που βρίσκεται νοτιοδυτικά του αγρού της ενάγουσας και σε απόσταση 600 περίπου μέτρων. Για να την αξιοποιήσει με τη φύτευση δένδρων και ανοικοδόμηση οικίας, συμφώνησε με τον Π. Α. να του χορηγεί νερό από τη γεώτρησή του και για το σκοπό αυτό το έτος 1982 διαμόρφωσε χώρο, που βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο της περιγραφείσας δασικής έκτασης, εμβαδού 190 τ.μ.
περίπου (επίδικου), όπου κατασκεύασε οικίσκο και εγκατέστησε εκεί μηχανήματα άντλησης νερού και σωλήνες για διοχέτευση του νερού στην ιδιοκτησία του. Μάλιστα το έτος 1985 τροφοδότησε το αντλιοστάσιο με ηλεκτρικό ρεύμα. Η ενάγουσα γνώριζε τις παραπάνω ενέργειες του εναγόμενου και τα επόμενα δέκα χρόνια δεν πρόβαλε οποιοδήποτε δικαίωμα στο χώρο όπου λειτουργούσε το αντλιοστάσιο.
Για πρώτη φορά με την από 16-6-1995 αίτησή της προς τη Δασική Υπηρεσία Ναυπλίου ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος τη μεταξύ τους συγγενική σχέση, τοποθέτησε το αντλιοστάσιο στο βορειοδυτικό τμήμα του αγρού της, έκτασης δέκα στρεμμάτων, ότι ο ίδιος προβαίνει σε καταγγελίες πως το τμήμα αυτό είναι δήθεν δημόσια δασική έκταση, έχοντας σκοπό να το καταπατήσει, και μάλιστα ζήτησε με την ίδια αίτηση να της χορηγηθεί βεβαίωση ότι το τμήμα εκείνο είναι άσχετο με δασική έκταση αλλά περιλαμβάνεται στον αγρό της, όμως τέτοια βεβαίωση δεν της χορηγήθηκε.
Στη συνέχεια η ενάγουσα κατασκεύασε νέα περίφραξη στην ιδιοκτησία της, την οποία επεξέτεινε προς το νοτιοδυτικό μέρος και κατέλαβε τμήμα της δασικής έκτασης, όχι όμως και το επίδικο εδαφικό τμήμα, στο οποίο είναι εγκαταστημένα το αντλιοστάσιο και οι σωλήνες......Από όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι προφανές ότι ο επίδικος χώρος, στον οποίο έχει εγκαταστήσει ο εναγόμενος το αντλιοστάσιο και τους σωλήνες διοχέτευσης του νερού, είναι έκταση που βρίσκεται εκτός της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τους τίτλους που επικαλέστηκε.
Στο επίδικο εδαφικό τμήμα ουδέποτε άσκησε διακατοχικές υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου, τόσο η ενάγουσα όσο και οι δικαιοπάροχοί της. Η κατάθεση του συζύγου της στο ακροατήριο.....είναι σαφής και δηλωτική αφενός μεν του ότι το επίδικο δεν το θεωρούσε αυτός και η σύζυγός του ιδιοκτησία της τελευταίας, αφετέρου δε του ότι το θεωρούσαν δημόσια δασική έκταση, εκδοχή που φαίνεται ως πιθανότερη.
Άλλωστε (συνεχίζει η απόφαση) ο σύζυγος της ενάγουσας κατέθεσε επίσης ότι μπορεί (ο εναγόμενος) να μετακινήσει το αντλιοστάσιο, αφού ζητήσει άδεια από το Δημόσιο, κάτι που δεν θα συνέβαινε αν η έκταση δεν ήταν δημόσια δασική. Άλλωστε, για να μπορεί να γίνει δεκτή αντίθετη άποψη, θα έπρεπε να δοθεί μία πειστική απάντηση στο λογικό ερώτημα:
γιατί την έκταση που διανοίχτηκε με αίτηση του εναγομένου ο ιδιωτικός αγροτικός δρόμος ζητήθηκε και δόθηκε άδεια από το Δασαρχείο Ναυπλίου, επειδή ήταν δημόσια δασική, η εφαπτόμενη στο δρόμο αυτό έκταση, στην οποία βρίσκεται και το επίδικο και έχει την ίδια εδαφική υφή, βλάστηση και μορφολογία δεν είναι δημόσια δασική έκταση;
Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το μεν Δασαρχείο Ναυπλίου με το 1606/3-4-2001 έγγραφό του έκρινε ότι από άποψη δασικής νομοθεσίας δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν εμπράγματα δικαιώματα του δημοσίου στην επίδικη έκταση, αφετέρου δε από το ότι το Δικαστικό γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στο Ναύπλιο με την 2214/10-5-2001 απόφασή του έκρινε ότι για τον ίδιο λόγο (έλλειψη στοιχείων) δεν πρέπει να παρέμβει το Ελληνικό Δημόσιο στην παρούσα δίκη...Τέλος δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε μετά από 16 και πλέον έτη, αφότου ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε στο επίδικο και ενώ με βάση το αντλιοστάσιο αυτό έχει ήδη διαμορφώσει μία αξιόλογη περιουσία από κατασκευασθείσα οικία, στην οποία από ετών διαμένει και έναν καλλιεργημένο αγρό.
Εφόσον λοιπόν αποδείχτηκε αφενός μεν ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία της ενάγουσας όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω και διαμορφώνεται με βάση τους νόμιμους τίτλους που επικαλέστηκε και αφετέρου ότι στο επίδικο εδαφικό τμήμα ουδέποτε άσκησε διακατοχικές υλικές πράξεις με διάνοια κυρίου τόσο αυτή όσο και οι δικαιοπάροχοί της, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές και το αποδεικτικό του πόρισμα το Εφετείο, δέχτηκε ως και κατ' ουσία βάσιμη την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ανυπαρξίας κυριότητας της αναιρεσείουσας στην επίδικη έκταση που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Ωστόσο, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' ορθή εκτίμηση, αιτιάσεις από τον αριθ. 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ για ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που φέρεται ότι προκύπτουν από τις ακόλουθες παραδοχές της: α) ''ότι κατά την πιθανότερη εκδοχή το επίδικο εθεωρείτο από την ενάγουσα και το σύζυγό της δημόσια δασική έκταση, β) ότι η προηγούμενη παραδοχή αντιφάσκει με εκείνη που δέχεται ότι το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του (Δασαρχείο και Νομικό Συμβούλιο) αποφάνθηκε ότι για την επίδικη έκταση δεν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν εμπράγματα δικαιώματα του δημοσίου σ' αυτή (και όχι ότι δεν είναι δασική που διαλαμβάνεται στην αιτίαση), και να δικαιολογούν την παρέμβασή του στη δίκη, γ) ότι η παραδοχή κατά την οποία η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχοί της ουδέποτε άσκησαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου στην επίδικη έκταση αντιφάσκει με εκείνη που δέχεται ότι έχει να καλλιεργηθεί τουλάχιστον από το 1976, επιπλέον δε είναι ασαφής και ανεπαρκής αφού δεν εκτίθεται ποιες είναι οι πράξεις αυτές που έπρεπε να ασκηθούν και δεν ασκήθηκαν, δ) ότι το ερώτημα που φαίνεται να διατυπώνεται στην απόφαση περί του χαρακτήρα της επίδικης, όπως και της συνεχόμενης μεγαλύτερης έκτασης, ως δημόσιας δασικής, είναι έωλο και ε) ότι η παραδοχή περί της καθυστερημένης αντίδρασης της ενάγουσας μετά 16 έτη αφότου ο εναγόμενος εγκαταστάθηκε στο επίδικο, δεν ασκεί επιρροή στη δίκη αυτή, αλλά θα μπορούσε να στηρίξει ένσταση του τελευταίου από το άρθρο 281 ΑΚ κατά της ένδικης αγωγής.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού κρίσιμη ήταν η παραδοχή του Εφετείου περί ανυπαρξίας δικαιώματος της αναιρεσείουσας στην επίδικη έκταση, που, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε, δεν περιλαμβανόταν στους επικαλούμενους τίτλους της, ούτε αποδεικνυόταν άσκηση διακατοχικών επ' αυτής πράξεων από την ίδια και τους δικαιοπαρόχους τους.
Αντίθετα οι προβαλλόμενες αιτιάσεις είτε πλήττουν παραδοχές της απόφασης που τέθηκαν χωρίς να είναι απαραίτητες και άρα πλεοναστικές, όπως εκείνες περί της "πιθανότερης εκδοχής" και πιθανής ιδιοκτησίας του Δημοσίου στην επίδικη έκταση, είτε πλήττουν αποδεικτικά επιχειρήματα του Εφετείου, όπως η διατύπωση του ρητορικού ερωτήματος και η αναφερόμενη καθυστερημένη άσκηση της αγωγής, είτε τέλος επικαλούνται ανεπάρκεια στηριζόμενες σε έλλειψη μη αναγκαίων παραδοχών, όπως π.χ.
ότι δήθεν δεν καθορίζεται στην απόφαση ποιες διακατοχικές πράξεις έπρεπε να είχαν ασκηθεί από την ενάγουσα στο επίδικο και δεν ασκήθηκαν.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμ. 11 περ.
γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, για παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου και απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας που είχε γίνει δεκτή στον πρώτο βαθμό, χωρίς να λάβει υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα ενώπιόν του και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) την με αριθ. 12/1988 οικοδομική άδεια της όμορης ιδιοκτησίας Δ. Τ., β) την ΑΞ 3513/1987 πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεως της Δ/σης Δασών και το συνοδευτικό αυτής τοπογραφικό διάγραμμα, γ) την ΑΞ 2559/1990 πράξη της Δ/σης Δασών περί χαρακτηρισμού έκτασης στην ευρύτερη περιοχή ..., δ) την παραπάνω πράξη και ε) την με αριθ. 7029/1999 απάντηση της Δ/σης Δασών Αργολίδας σε σχετική αίτηση της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης όπου υπάρχει ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Ιουνίου 2004 αίτηση της Ο. συζ. Δ. Λ. για αναίρεση της 274/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ