Legislator Case Law & Legislation
290/2025 AI generated

Supreme Court annuls second appeal judgment and remands case for substantive trial under new hearing rules.

Case Number 290/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the second-instance judgment of the Piraeus Court of Appeal and remanded the case for substantive trial. The court held that after a second appeal, the Supreme Court must conduct a new substantive hearing rather than immediately deciding the merits. This procedural requirement mandates a fresh hearing within the same chamber following the annulment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580(3)(c) and 581(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must conduct a new substantive hearing after annulling a second-instance judgment, requiring a fresh hearing within the same chamber.

Keywords

AI generated
second appeal annulment substantive trial remand new hearing requirement Supreme Court procedure civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 580(3)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 581(1) of the Code of Civil Procedure
Article 581(2) of the Code of Civil Procedure
Article 570(2) of the Code of Civil Procedure
Article 524(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 520(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 290 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 290/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: εταιρείας με την επωνυμία "S. A. S. Co. LTD", που εδρεύει στη ………. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ρ. του Μ., 2) Φ. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Ε. Μ. του Α., 4) εταιρείας με την επωνυμία "D. G. AS", πρώην "D. N. V. AS", που εδρεύει στη ….και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) εταιρείας με την επωνυμία "D. G. ΕΛΛΑΣ Α.Ε. Υ. Τ. Κ. Π.", πρώην "D. N. V. Υ. Τ. Κ. Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στον …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) O. N., κατοίκου ….., 7) Ι. Τ., κατοίκου ..., 8) Α. Π., κατοίκου ..., 9) Ι. Α., κατοίκου ..., 10) Α. Π., κατοίκου ..., 11) Γ. Κ., κατοίκου ..., 12) Λ. Ι., κατοίκου ... και 13) εταιρείας με την επωνυμία "N. M. S.A.", που εδρεύει στη …., αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την εταιρεία "R. M. S.A." και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 4η έως και 12ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Δημήτριο Τσικρικά και Γεώργιο Ζούρο. Οι 1ος και 3ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ οι 2ος και 13η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παυλή, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι 1ος και 3ος αναιρεσίβλητοι απεβίωσαν και κληρονομήθηκαν, ο μεν πρώτος από τον 4ο καθού η κλήση Ο. Ρ., ο δε τρίτος από τους 1η, 2ο και 3ο καθών η κλήση Ε. Μ., Α. Μ. και Β. Μ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-7-2008 και 4-2-2009 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και την από 17-12-2008 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 13ης αναιρεσίβλητης - εταιρείας με την επωνυμία "N. M. S.A.", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 1011/2013 μη οριστική και 111/2018 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των 111/2018 και 1011/2013 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1295/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε τις 1) 1011/2013 και 2) 111/2018 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη και παρέπεμψε την υπόθεση κατά τα αυτά μέρη προς περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 479/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-12-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η μετ' αναίρεση εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 479/2021 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (ναυτικό τμήμα), το οποίο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-3-2011 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 305/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, μετά την αναίρεση, με την υπ' αριθμ. 1295/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, των προγενέστερων υπ' αριθμ. 1011/2013 και 111/2018, μη οριστικής και οριστικής, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, δικάζοντας την πιο πάνω έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω (υπ' αριθμ. 305/2011) απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμες τις δύο από 31-7-2008 και 4-2-2009 αγωγές της, στρεφόμενες η πρώτη κατά των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και η δεύτερη κατά των λοιπών (4-12) αναιρεσιβλήτων, αφού απέρριψε, με οριστική διάταξη της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 1011/2013 μη οριστικής απόφασης, την ερειδόμενη στις διατάξεις του νόμου περί καταναλωτών (άρθρο 8 του ν. 2251/1994) βάση της (δεύτερης) από 4-2-2009 αγωγής ως απαραδέκτως προταθείσα το πρώτον με τις προτάσεις, στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 111/2018 οριστική απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα, που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Νομικό δε ζήτημα είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο, το οποίο προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση (ΑΠ 489/2020, ΑΠ 1708/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.

Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 816/2019, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 871/2017, ΑΠ 1465/2017), ή όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος, που έδωσε λαβή για την αναίρεση (ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1816/2017). Έτσι, σε περίπτωση που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη από τον Άρειο Πάγο, το δικαστήριο της παραπομπής μπορεί να την απορρίψει ως ουσιαστικά βάσιμη.

Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ` αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ασάφειας, ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 204/2023, ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 109/2006, 194/2004).

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 923/2017, ΑΠ 201/2009). Η αναίρεση τελεσίδικης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο (αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι ολική και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 επ.

ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου, με συνέπεια οι διάδικοι να επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτήν εξ υπαρχής, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (580 παρ., 4, 581 παρ.2 ΚΠολΔ) και στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος (άρθρο 522).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την 1295/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η προγενέστερη υπ' αριθμ. 111/2018 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-3-2011 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 305/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμες τις δύο αγωγές της. Η ως άνω εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε, κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πρώτου λόγου της από 3-4-2018 αίτησης αναίρεσης, δηλαδή για έλλειψη νόμιμης βάσης και δη λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς την έλλειψη αμέλειας των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), εκδοθείσας στη συνέχεια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, εφόσον η προηγούμενη εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε για τον παραπάνω λόγο, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς την αναιρετική και, επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, αμφότεροι κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 18 του άρθρου 559 KΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.

Ανεξαρτήτως αυτών, όμως, με την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αναλυτικά παρακάτω εκτιθέμενου περιεχομένου της, περιέλαβε αιτιολογίες που αναφέρονται και στις διατυπωθείσες ελλείψεις στην αιτιολογία της αναιρεθείσας αρχικής αποφάσεως, χωρίς τις επισημανθείσες με αυτή αντιφάσεις, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, ως προς την επικουρική βάση των αγωγών της αναιρεσείουσας, πραγματικά περιστατικά περί μη ύπαρξης αμέλειας των αναιρεσιβλήτων και δη, μεταξύ άλλων, ότι κατά την επίδικη πώληση οι τρεις πρώτοι των εναγομένων επέδειξαν την συμπεριφορά που θα επιδείκνυε ο μέσος καλόπιστος συναλλασόμενος στην ναυτιλιακή αγορά και την επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, σύμφωνα με την διαμορφωμένη διεθνώς συναλλακτική πρακτική και συνήθειες, ότι η διαπιστωθείσα το έτος 2007 φθορά στο ένδικο πλοίο, που δημιουργήθηκε μετά την μετασκευή του έτους 2005, δεν ήταν προβλέψιμη εκ των προτέρων από όλους τους εναγόμενους και ότι οι τελευταίοι ανυπαίτια αγνοούσαν την έκταση των φθορών του πλοίου, τις οποίες δεν μπορούσαν να αντιληφθούν επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου καλόπιστου συναλλασσόμενου στη ναυτιλιακή αγορά, διότι, αυτές ήταν αποτελέσματα ποικίλων, απρόβλεπτων και αλληλοεπιδρώντων αιτίων, για τα οποία δεν υπήρχαν σταθερά και ασφαλή προηγούμενα ώστε να υφίσταται δυνατότητα και υποχρέωση γνώσεως αυτών και τα οποία κατέστησαν ορατά μόνο μετά τον καθαρισμό με θαλασσινό νερό των δεξαμενών τον πλοίου, και επομένως δικαιολογημένα πίστευαν ως αληθή όσα συμπεριελήφθησαν στην ένδικη σύμβαση και όσα πιστοποιούνταν στα έγγραφα του πλοίου.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο διέλαβε την ίδια με την αναιρεθείσα αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία, είναι αβάσιμοι, ενώ η τυχόν, κατά τα λοιπά, ταύτιση των παραδοχών του εφετείου με την αναιρεθείσα απόφαση, δεν προσδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αναιρετική πλημμέλεια.

Περαιτέρω, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την εκ του άρθρου 8 ν. 2251/1994 βάση της δεύτερης (από 4-2-2009) αγωγής της κατά των 4-12 αναιρεσιβλήτων και έτσι δεν συμμορφώθηκε με την 1295/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι η πιο πάνω βάση της αγωγής της ήταν νόμω βάσιμη και ορισμένη και γι' αυτό αναιρέθηκε, για λόγο από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η εκδοθείσα στην ίδια υπόθεση προγενέστερη 1011/2013 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο εσφαλμένα είχε κρίνει, ότι η γενομένη με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας παραδεκτή διευκρίνιση της αγωγής περί της υπαγωγής της και στις διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου 2251/1994 αποτελούσε προσθήκη νέας ιστορικής βάσης της αγωγής.

Πράγματι, με την προαναφερόμενη 1295/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η δεύτερη, από 4-2-2009, αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των τέταρτης έως δωδέκατου των αναιρεσιβλήτων, περιέχει όλα τα απαιτούμενα για την υπαγωγή της και στη διάταξη του άρθρου 8 του ν.2251/1994, πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραδεκτώς διευκρινίστηκαν με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου και γι' αυτό αναιρέθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 1011/2013 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, με οριστική διάταξη απέρριψε την αγωγή ως προς την προαναφερθείσα βάση της από τις διατάξεις του νόμου "περί καταναλωτών" ως απαράδεκτη, κρίνοντας εσφαλμένα ότι υπήρξε επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, με τα οποία η ενάγουσα απαραδέκτως προέβαλε νέα (πρόσθετη) ιστορική βάση της αγωγής.

Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο της παραπομπής, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση, έκρινε μεν νόμιμη την αγωγή, αλλά στη συνέχεια την απέρριψε όχι ως μη νόμιμη, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά κατ' ουσίαν, με την επάλληλη αιτιολογία, ότι ακόμη και αν συνέτρεχε ευθύνη του νηογνώμονα η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωσης με βάση το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι είναι καταναλωτής, κατά την έννοια του νόμου, που "προστατεύει τον τελικό αποδέκτη υπηρεσιών - μέσο καταναλωτή, ο οποίος στερείται των γνώσεων, της εμπειρίας, της εξειδικευμένης διαπραγματευτικής ικανότητας, των αναγκαίων πληροφοριών και βρίσκεται σε διαπραγματευτική μειονεξία, στοιχεία που δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της έμπειρης ενάγουσας ναυτιλιακής εταιρίας αν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτή είναι η τελική αποδέκτρια των υπηρεσιών των άνω εναγομένων".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, συμμορφώθηκε προς την υπ' αριθμ. 1295/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθόσον η δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής εξαντλείτο στο θέμα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση, δηλαδή στο ότι η αγωγή, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ήταν νόμιμη και ως προς την ανωτέρω επάλληλη βάση, πάνω στην οποία στηριζόταν επίσης το περί αποζημιώσεως αίτημα.

Δεν ήταν όμως εξ αυτού του λόγου υποχρεωμένο το Εφετείο να αχθεί και στην κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής, καθόσον ως προς την κρίση του αυτή ούτε σε ενδοδιαδικαστική δέσμευση, ούτε σε ακυρωτικό έλεγχο υπόκειται. Επομένως, ο περί του εναντίου σχετικός τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 759/2019). Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005).

Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια των ως άνω διατάξεων, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος.

Συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 924/2020, ΑΠ 1116/2019). Στην έννοια δε της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης), είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε, όμως, ότι θα το αποφύγει. Εξάλλου, βαριά αμέλεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 1/2019 ΑΠ 325/2018, ΑΠ 345/2017, ΑΠ 1312/2018, ΑΠ 780/2014, ΑΠ 1668/2013).

Συνεπώς, παράνομη είναι και η "αντισυναλλακτική" συμπεριφορά, ακριβώς επειδή ενέχει αμέλεια, επειδή δηλαδή αποκλίνει από την συμπεριφορά, την οποία ένας μέσος συνετός άνθρωπος, που ανήκει στον ίδιο κύκλο με τον δράστη, όφειλε να επιδείξει. Στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά αντιμετωπίζεται ως μορφή υπαιτιότητας.

Το ότι ο δράστης όφειλε να προβλέψει και να αποφύγει την προσβολή ενός αγαθού σημαίνει ότι η συμπεριφορά του είναι παράνομη. Το ότι μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει την προσβολή, σύμφωνα με τα μέτρα ενός συνετού ανθρώπου, σημαίνει ότι η συμπεριφορά του δικαιολογεί την προσωπική μομφή (τον ψυχικό σύνδεσμο του δράστη με την αδικοπραξία), ότι υπάρχει υπαιτιότητα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ίδια πράξη, δηλαδή η αμελής αντισυναλλακτική συμπεριφορά, συνιστά και την παράνομη και την υπαίτια συμπεριφορά (ΑΠ 325/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 342 ΑΚ "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη". Γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι, σύμφωνα με την ΑΚ 330, κατά κανόνα ο δόλος και η αμέλεια και γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη το τυχηρό υπό ευρεία έννοια, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται το τυχηρό υπό στενή έννοια και η ανώτερη βία.

Είναι ενδεχόμενο το τυχηρό περιστατικό για το δράστη να οφείλεται σε πταίσμα άλλου προσώπου. Ακριβώς γι' αυτό το πταίσμα ή τα τυχηρά εννοούνται σε σχέση με κάποιο πρόσωπο, στο οποίο και αποδίδονται. Ειδικότερα, η κατηγορία των τυχηρών, για την οποία χρησιμοποιείται ο όρος ανώτερη βία (vis major), περιλαμβάνει βασικά τις ακραίες περιπτώσεις εκείνων των περιστατικών, που είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις αδύνατο να αποτραπούν ή τουλάχιστον δυσκολότερα από ό,τι τα λοιπά τυχηρά, δηλαδή τα υπό στενή έννοια, που βρίσκονται πλησιέστερα προς την αμέλεια.

Η υποκειμενική θεωρία περί ανωτέρας βίας, που είναι και η κρατούσα στην Ελλάδα τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία, διευρύνει κατ' αποτέλεσμα τον κύκλο των περιστατικών ανώτερης βίας, περιλαμβάνοντας σ' αυτά και γεγονότα "εσωτερικά". Δηλαδή, δεν απαιτεί γι' αυτά το στοιχείο της "έξωθεν" προελεύσεώς τους, αλλά θεωρεί κρίσιμο μόνο το ότι τα περιστατικά αυτά είναι απρόβλεπτα και αναπότρεπτα ακόμη και "με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως του δράστη" (όχι δηλαδή με μέτρα της συνηθισμένης επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου, που αποτελεί το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ της αμέλειας και των τυχηρών γενικά) (ΑΠ 513/2016).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1παρ. 2, 3 του νόμου 2251/1994, όπως ίσχυε πριν τη τροποποίησή του με το νόμο 3587/2007, και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα οποία "1.Η Πολιτεία μεριμνά για τα συμφέροντα των καταναλωτών2. Η Πολιτεία μεριμνά ιδίως για: α) την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, β) τα οικονομικά τους συμφέροντα, γ)...

δ)... και ε)... 3. Οι διατάξεις που προστατεύουν τους καταναλωτές ισχύουν τόσο στον ιδιωτικό τομέα όσο και για τις επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής του δημόσιου τομέα και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.4. Κατά την έννοια αυτού του νόμου: α) Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους...".

Κατά το άρθρο δε 8 του ίδιου νόμου όπως επίσης ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το νόμο 3587/2007 "1. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών. 2. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. 3. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. 4. Ο παρέχων της υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας.

Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος...".

Επομένως, σύμφωνα με την πρώτη των ανωτέρω διατάξεων καταναλωτής που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες ή κάνει χρήση αυτών, για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντως απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (Ολ.ΑΠ13/2015).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1268/2022).

Κατά την έννοια δε της δεύτερης των άνω διατάξεων, ως παρέχων υπηρεσίες, θεωρείται και ο νηογνώμονας, η εταιρία δηλαδή κατάταξης πλοίων, η οποία παρέχει υπηρεσίες κατά τρόπο ανεξάρτητο και με τα πιστοποιητικά ασφαλείας αυτών που εκδίδει εξυπηρετεί σημαντικά συμφέροντα, ιδιωτικής αλλά και δημόσιας φύσης, αφού αυτά αφενός ικανοποιούν την ανάγκη για ταχύτητα και ασφάλεια των συναλλαγών, αφετέρου συμβάλλουν στην ασφάλεια του διεθνούς εμπορίου και την προστασία της ανθρώπινης ζωής, του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των διακινούμενων εμπορευμάτων.

Εφόσον συντρέχουν δε οι ανωτέρω προβλεπόμενες από το άρθρο 8, προϋποθέσεις, ο βλαπτόμενος και υφιστάμενος ζημία καταναλωτής δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες (η οποία δεν αποκλείει την κοινή αδικοπρακτική ούτε την ενδοσυμβατική ευθύνη κατά τον ΑΚ) να αξιώσει την αποκατάστασή της (ΑΠ 589/2001).

Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του, προς αποφυγή των κινδύνων, αλλά με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, δηλαδή με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, που όφειλε κατά το νόμο ή τη σύμβαση ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες, χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα.

Οι προϋποθέσεις εξάλλου εφαρμογής του άρθρου 8 του ν.2251/1994 ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή νόμιμο λόγο ευθύνης, αλλά για εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΠ 1849/2017), με τη διαφορά ότι με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες.

Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας (ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 865/2017), ενώ ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας, υποχρεούμενος να αποδείξει ότι η παρασχεθείσα υπηρεσία του ήταν σύμφωνη με τους κανόνες του νόμου, της επιστήμης και της τέχνης και, συνακόλουθα, ότι τήρησε όλες οι σχετικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες είναι παράνομη και υπαίτια όταν οι υπηρεσίες του δεν ανταποκρίνονται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δεν αποτελεί δε προϋπόθεση για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων η ύπαρξη συμβατικής σχέσης, αλλά ο παρέχων υπηρεσίες μπορεί να ευθύνεται και έναντι κάθε τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε εξαιτίας της πλημμελούς παροχής των υπηρεσιών του.

Έτσι, ο νηογνώμονας έχει υποχρέωση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τον πλοιοκτήτη, γνωστοποιώντας όλα όσα διαπιστώνει κατά τους διενεργούμενους ελέγχους και δίνοντας τις απαραίτητες πληροφορίες, προβαίνει δε στην έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών, όπως είναι τα πιστοποιητικά κλάσεως και ποιότητας (CAP) του πλοίου, στα οποία, όμως, μπορεί να στηρίζεται όχι μόνον ο πλοιοκτήτης αλλά και ο ναυλωτής και ο αγοραστής του πλοίου, οι οποίοι, ως εκ τούτου, είναι οι τελικοί αποδέκτες των εν λόγω υπηρεσιών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1347/2022, ΑΠ 836/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε αυτό σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 1997 συστάθηκε σύμφωνα με το δίκαιο της Λιβερίας η ναυτιλιακή εταιρία με την επωνυμία "N. M. S.A." στην πλοιοκτησία της οποίας περιήλθε το υπό τη σημαία της ίδιας χώρας πλοίο "P. O.", πετρελαιοφόρο (δ/ξ) μεγέθους ΡΑΝΑΜΑΧ, μεταφορικής ικανότητας 67.111 τόνων νεκρού βάρους και συνολικού μήκους 288 μέτρων.

Το πλοίο είχε ναυπηγηθεί στην Ιαπωνία το έτος 1980 με διπλά τοιχώματα (double sides) και μονό πυθμένα, με πλευρικές δεξαμενές έρματος εξωτερικά των πέντε κεντρικών δεξαμενών φορτίου που έφερε κατά μήκος της κεντρικής γραμμής συμμετρίας, πίσω από τις οποίες υπήρχε ζεύγος δεξαμενών καταλοίπων. Χαρακτηρίζεται ως πλοίο συμβατικού τύπου με διαμήκη ενισχυτικά (longitudinal framing) στις πλευρές, τον πυθμένα και το κατάστρωμα, με διαμήκεις φρακτές και εγκάρσια ενισχυμένους νομείς, (transverse web frames) ανά διαστήματα.

Οι εγκάρσιες φρακτές αυτού (Transverse bulkheads) έχουν κατακόρυφα ενισχυτικά, η κάθε μια δε με τρεις δοκούς ενισχύσεως (stingers) στην πρυμναία πλευρά. Μέχρι το έτος 2005 και ενώ το πλοίο παρακολουθείτο ήδη από το έτος 1996 από τον εναγόμενο με την δεύτερη αγωγή Νορβηγικό Νηογνώμονα, υποβλήθηκε: σε ενδιάμεση επιθεώρηση (intermediate survey) τον 6/1997 στην Ισπανία, σε ειδική επιθεώρηση (special survey) το διάστημα 6° με 8° μήνα του έτους 2000 στην Ελευσίνα με επικεφαλής τον εναγόμενο με την δεύτερη αγωγή Α.

Π. και με επιθεωρητή για την έκδοση του εγγράφου CAP τον εναγόμενο με την ίδια αγωγή Α. Π., όπου τις απαιτούμενες για την έκδοση παχυμετρήσεις πραγματοποίησε η εταιρία "U…." ενώ κατά την εν λόγω επιθεώρηση αντικαταστάθηκαν 380 τόνοι ατσάλινου υλικού με κόστος 2.800.000 δολ ΗΠΑ. Σε ενδιάμεση επιθεώρηση (intermediate survey) το διάστημα 9° με 10° μήνα του έτους 2003 στο Γκντάνσκ της Πολωνίας με τον ίδιο επιθεωρητή για την έκδοση του εν λόγω εγγράφου, ενώ τις αναγκαίες για αυτήν παχυμετρήσεις πραγματοποίησε η εταιρία "A.

M. A.", αντικαταστάθηκαν δε 90 τόνοι ατσάλινου υλικού με κόστος 80.000 δολ ΗΠΑ. Το έτος 2005 και ενώ μέχρι το χρόνο αυτό το πλοίο παρέμενε αξιόπλοο και λειτουργούσε χωρίς ατυχήματα ή άλλα προβλήματα, παρατηρήσεις ή συστάσεις από τις αρχές των λιμένων που προσέγγιζε όντας ναυλωμένο, η πλοιοκτήτρια εταιρία αποφάσισε κατά την επικείμενη ειδική επιθεώρηση (special or renewal survey) που θα διεξαγόταν σε ναυπηγείο στην Κίνα, την μετασκευή του σε διπλού πυθμένος προκειμένου να συμμορφωθεί στην ισχύουσα διεθνή νομοθεσία και να έχει τη δυνατότητα να προσεγγίζει λιμένες σε χώρες (ΗΠΑ) με αυστηρή νομοθεσία ως προς την πρόληψη και αντιμετώπιση της θαλάσσιας ρύπανσης και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Η επιλογή της μετασκευής σε διπλού τοιχώματος ωστόσο, ως διαδικασία υψηλού κόστους, προϋπέθετε ότι το πλοίο ήταν υψηλής ποιότητας, ορθά συντηρημένο τόσο κατά το κέλυφος όσο και κατά τα μηχανήματα, ώστε η μετά την μετασκευή εκμετάλλευσή του από τον πλοιοκτήτη, να καλύψει τουλάχιστον το κόστος αυτής. Διαφορετικά ένα πλοίο μη ορθά συντηρημένο με σημαντική φθορά στα ως άνω στοιχεία του ήταν άσκοπο να υποστεί την πολυδάπανη διαδικασία μετασκευής του.

Επιβλέπων της ειδικής επιθεωρήσεως του ένδικου πλοίου στην Κίνα, το έτος 2005, ήταν ο T. X. G. και ο D. W. H. ενώ ο εναγόμενος με την δεύτερη αγωγή και προστηθείς της δεύτερης με την ίδια αγωγή εναγομένης, Ι. Τ. ήταν επιθεωρητής για την έκδοση του εγγράφου CAP. Το έγγραφο αυτό του οποίου η πλήρης ονομασία είναι Condition Assessment Program:

πρόγραμμα εκτιμήσεως καταστάσεως, περιέχει εκτίμηση για την κατάσταση ενός δ/ξ πλοίου και φέρει τέσσερις διαβαθμίσεις 1 (ανώτατη) έως 4 (κατώτατη), εκδίδεται από τον Νορβηγικό Νηογνώμονα ανεξάρτητα αν το πλοίο που αφορά παρακολουθείται από τον ίδιο ή άλλον, μόνο όμως εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον πλοιοκτήτη προς αυτόν και με βάση "guidelines", ήτοι οδηγίες, άλλως κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες ο Νηογνώμονας καθορίζει και ισχύουν ειδικά για την εν λόγω εκτίμηση, χωρίς να αποτελούν μέρος των Κανόνων ή Κανονισμών (Rules/Regulations) του (του Νορβηγικού Νηογνώμονα) με βάση τους οποίους εκδίδονται τα πιστοποιητικά ασφαλείας και κλάσεως που υποχρεωτικά πρέπει να φέρει το ενταγμένο σ' αυτόν πλοίο.

Μάλιστα οι (συχνά αναθεωρούμενες) "guidelines" για την έκδοση του CAP διαμορφώνονται κατόπιν συνεργασίας με τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρίες αφού αυτό αποτελεί μη υποχρεωτική πιστοποίηση μεν, αλλά, ιδιαίτερα κρίσιμη καθώς χρησιμεύει ως μέσο ενημέρωσης για την κατάσταση του πλοίου, των ενδιαφερομένων για την ναύλωσή του, οι οποίοι επιζητούν αυτό ιδίως όταν το πλοίο είναι ηλικίας μεγαλύτερης των 15 ετών.

Για την έκδοσή του που αποτελεί εκούσια υπηρεσία του Νηογνώμονα προς τους πλοιοκτήτες, απαιτείται η προηγούμενη επιθεώρηση του πλοίου από πιστοποιημένο προς τούτο επιθεωρητή του και η εκτέλεση παχυμετρήσεων σε διαφορετικά σημεία του χάλυβα του κύτους, παρουσία εκπροσώπου της πλοιοκτήτριας εταιρίας, στη συνέχεια η υποβολή της εκθέσεως που συντάσσει σχετικά ο εν λόγω επιθεωρητής στην Επιτροπή Βαθμολογήσεως του Νηογνώμονα (Rating Committee) η οποία και αποφασίζει για την βαθμολόγηση των τμημάτων του πλοίου ανάλογα με τα αποτελέσματα των άνω ενεργειών, από 1 έως 4 και αντίστοιχα εκδίδεται CAP1, CAP2 κ.λπ.

Συγκεκριμένα το CAP1 σημαίνει ότι το τμήμα που αφορά είναι σε "πολύ καλή κατάσταση", το CAP2 ότι είναι σε "καλή κατάσταση", το CAP3 σε "ικανοποιητική κατάσταση" και τέλος, το CAP4 ότι είναι σε "φτωχή κατάσταση". Ο ενδιαφερόμενος (ναυλωτής, πωλητής κ.λπ.) για την κατάσταση του πλοίου έχει τη δυνατότητα με βάση την έκθεση εκτιμήσεως καταστάσεως του επιθεωρητή και την βαθμολόγηση του πλοίου να αξιολογήσει την κατάσταση αυτού, κατά το χρόνο της διενέργειας της επιθεωρήσεως, οι δε οδηγίες του Προγράμματος Εκτιμήσεως Καταστάσεως του πλοίου εφαρμόζονται στην έκταση που, ο αιτηθείς την έκδοση του εγγράφου, πλοιοκτήτης επιθυμεί, χωρίς να υποχρεούται στην πλήρη εφαρμογή των κατευθυντήριων οδηγιών ("guidelines") όπως, αντίθετα, ισχύει με την υποχρεωτική εφαρμογή των Κανονισμών του Νηογνώμονα για την έκδοση των ναυτιλιακών εγγράφων που πιστοποιούν την αξιοπλοΐα και την κλάση του πλοίου.

Αδιαμφισβήτητα δε, σημαντικό χαρακτηριστικό του εν λόγω εγγράφου είναι ότι δεν έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια αφού εκδίδεται με βάση την αξιολόγηση της καταστάσεως του πλοίου κατά το χρόνο του ελέγχου, δεδομένου, όπως προελέχθη, ότι προϋποθέτει για την έκδοσή του επιθεώρηση και παχυμετρήσεις, επομένως αφορά την κατάσταση και ιδίως τη φθορά των μεταλλικών μερών του πλοίου κατά το χρόνο της σχετικής επιθεωρήσεως.

Επιπρόσθετα σύμφωνα με τις οδηγίες του εναγόμενου Νηογνώμονα το CAP1 σημαίνει ειδικότερα ότι τα ελεγχθέντα με τον προαναφερόμενο τρόπο (επιθεώρηση-παχυμετρήσεις) τμήματα του πλοίου βρέθηκαν με ελάχιστη επιφανειακή μείωση και δεν απαιτείται, κατά το χρόνο της επιθεωρήσεως, η επισκευή ή η συντήρηση αυτών.

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως το πλοίο κατευθύνθηκε το έτος 2005 σε ναυπηγείο της Κίνας προκειμένου να υποβληθεί σε ειδική επιθεώρηση και μετασκευή μεγάλης εκτάσεως όπου κατά το χρονικό διάστημα Ιούνιος έως Σεπτέμβριος 2005 μετασκευάστηκε σε διπύθμενο (duble hull), τοποθετήθηκαν δε πρόσθετα διαμήκη ενισχυτικά στην άνω πλευρά του ελάσματος του καταστρώματος στο σύνολο αυτού, ενδιάμεσα από τα υπάρχοντα στην κάτω όψη αυτού, τα οποία συμπλήρωσαν εκείνα που είχαν τοποθετηθεί το έτος 2003, κατά την επιθεώρηση στην Πολωνία, στην άνω πλευρά του καταστρώματος της δεξαμενής Νο3.

Κατά τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στην Κίνα το καλοκαίρι του 2005 προστέθηκαν στο πλοίο 2.000 τόνοι χάλυβα και αντικαταστάθηκαν 250 τόνοι ατσάλινου υλικού σε σύνολο 13.371 τόνων υλικού από το οποίο ήταν κατασκευασμένο (συνολικά) το πλοίο, συνολικού κόστους 3.000.000 δολ ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να μειωθεί η μεταφορική ικανότητά του λόγω μειώσεως της χωρητικότητας των δεξαμενών του.

Κατά την ίδια επιθεώρηση - μετασκευή έγινε ο απαιτούμενος έλεγχος και παχυμετρήσεις, από 28-6-2005 έως 16-9-2005 και εκδόθηκε τον 1/2006 (24-1-2006) από την δεύτερη εναγόμενη στη δεύτερη αγωγή - θυγατρική του πρώτου εναγόμενου, εταιρία, δήλωση CAP1 για τη συνολική εικόνα του πλοίου-hull structure, ενώ, μετά από επιθεώρηση που έγινε στις 12-1-2006, εκδόθηκε και δήλωση CAP2 στις 28-2-2006 που αφορούσε τα μηχανήματα και συστήματα φορτίου (machinery - cargo systems).

Σύμφωνα με τις οδηγίες του εναγόμενου Νηογνώμονα το CAP1 σημαίνει ειδικότερα ότι τα ελεγχθέντα με τον προαναφερόμενο τρόπο (επιθεώρηση-παχυμετρήσεις) τμήματα του πλοίου βρέθηκαν με ελάχιστη επιφανειακή μείωση και δεν απαιτείται, κατά το χρόνο της επιθεωρήσεως, η επισκευή ή η συντήρηση αυτών. Ελάχιστη δε μείωση εννοείται ότι η μέση αντιπροσωπευτική μείωση του πάχους του χάλυβα είναι μικρότερη από το 1/3 της επιτρεπόμενης φθοράς, εννοούμενης ως φθοράς "το αρχικό πάχος κατασκευής μετά την αφαίρεση του ελάχιστου επιτρεπόμενου από το Νηογνώμονα ορίου".

Το πλοίο υπό σημαία Μάλτας με νέο πλήρωμα κατέπλευσε κενό φορτίου, στις 12-7-2007, μετά από ταξίδι 28 ημερών στο ναυπηγείο Γκεμάκ της πόλης Τούζλα της Τουρκίας προκειμένου να υποβληθεί στην ενδιάμεση επιθεώρηση-intermediate survey που ανήκει στις προβλεπόμενες για το ένδικο πλοίο επιθεωρήσεις στην οποία γίνεται πιο λεπτομερής έλεγχος του πλοίου (στο σκάφος, μηχανές και εξαρτισμό).

Από την επιθεώρηση και τις πραγματοποιηθείσες από την ίδια εταιρία "A…O" παχύ μετρήσεις, διαπιστώθηκαν φθορές κυρίως σε σημεία των διαμήκων ενισχυτικών και στους εγκάρσιους νομείς στο εσωτερικό των No 2, No 3, No 4 και No 5 δεξαμενών φορτίου καθώς και στην πρωραία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως, ιδίως στην εγκάρσια πρυμναία φρακτή συγκρούσεως αυτής, αλλά και μικρότερης εκτάσεως φθορές στην πρυμναία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως, στη λαμαρίνα κυρίως του κατώτερου τμήματος του μηχανοστασίου καθώς και στα διαμήκη ενισχυτικά των φρακτών στις πλευρικές δεξαμενές έρματος.

Αποτέλεσμα ήταν να αντικατασταθούν συνολικά 223 τόνοι χάλυβα σε σύνολο 13.371 τόνων, εκ των οποίων οι 149 τόνοι αφορούσαν τις δεξαμενές φορτίου, 3 τόνοι τις πλευρικές δεξαμενές έρματος, 56 τόνοι την πρωραία δεξαμενή έρματος, 3 τόνοι την πρυμναία δεξαμενή έρματος και τέλος 12 τόνοι χρησιμοποιήθηκαν για την αντικατάσταση της πλευρικής λαμαρίνας στο κατώτερο μέρος του μηχανοστασίου και ορισμένων ενισχυτικών.

Τέλος δε αναγομώθηκαν 615 σημεία με "βαθειά φαγώματα" στον πυθμένα του πλοίου. Η αντικατάσταση αυτή που ανέρχεται σε ποσοστό 1,66% επί του συνολικού υλικού οι φθορές που διαπιστώθηκαν στις πλευρικές δεξαμενές έρματος, στην περιοχή του μηχανοστασίου και την πρυμναία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως του ένδικου πλοίου ήταν φθορές οφειλόμενες στη δράση συνήθων παραγόντων διαβρώσεως και αναμενόμενες ενόψει και της ηλικίας του, οι δε επιβαλλόμενες από αυτές αντικαταστάσεις υλικού, που έγιναν, εντάσσονται στα πλαίσια των συνήθων αντικαταστάσεων που γίνονται σε μια ενδιάμεση επιθεώρηση δεξαμενόπλοιου ηλικίας άνω των 25 ετών και δεν έπρεπε να έχουν οπωσδήποτε γίνει ήδη από το έτος 2005 προκειμένου να λάβει το πλοίο πιστοποιητικό CAP1/CAP2 εφόσον αυτό εκδίδεται με βάση τους μέσους όρους των μετρήσεων.

Ειδικά όμως για τις πλευρικές δεξαμενές έρματος, τα ανωτέρω ισχύουν εκτός από ορισμένες περιοχές των διαμήκων ενισχυτικών του καταστρώματος, στο άνω μέρος αυτών, στις οποίες οι φθορές οφείλονται στην δράση ισχυρού δυναμικού φαινομένου που οφείλεται στη μεταβολή του πεδίου των καμπτικών τάσεων η οποία επιτάχυνε σημαντικά την διάβρωση τόσο των διαμήκων ενισχυτικών του καταστρώματος στην περιοχή των δεξαμενών φορτίου όσο και τη διάβρωση στα διαμήκη ενισχυτικά του καταστρώματος στην περιοχή των πλευρικών δεξαμενών έρματος.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι τα υλικά που αντικαταστάθηκαν το έτος 2007 δεν ήταν από εκείνα που είχαν τοποθετηθεί το 2005 και ήταν σε καινούργια κατάσταση αλλά ήταν σε τέτοια κατάσταση που τότε, το 2005, δεν έχρηζαν επισκευής ή αντικαταστάσεως, ενώ εξάλλου το έτος 2007 αντικαταστάθηκε και υλικό που δεν ήταν κάτω από τα επιτρεπόμενα όρια αλλά έπρεπε να αντικατασταθεί κατά την κρίση του επιβλέποντος νηογνώμονος.

Το πλοίο εμφάνισε συγκριτικά μικρή φθορά στα 25 έτη λειτουργίας του, στο σύνολο της μεταλλικής κατασκευής του, ωστόσο μέσα στα επόμενα δύο έτη εμφάνισε έντονες φθορές οι οποίες ωστόσο δεν αφορούσαν το σύνολο της μεταλλικής κατασκευής του πλοίου αλλά ήταν εντοπισμένες κυρίως στις δεξαμενές φορτίου. Δηλαδή παρουσίασε όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη τοπική φθορά, μη ομοιόμορφη όπως την αποκαλεί η ενάγουσα, αφού για παράδειγμα υπήρξαν ενισχυτικά που παρουσίασαν φθορά μέχρις αποκολλήσεώς τους αλλά και ενισχυτικά που δεν παρουσίασαν καθόλου ή ελάχιστη, όπως και τα ελάσματα του καταστρώματος στις οροφές των δεξαμενών φορτίου.

Το ένδικο πλοίο, επειδή ήταν εκ κατασκευής διπλών πλευρών, είχε αυξημένο ρυθμό διαβρώσεως σε σχέση με τα πλοία μονών πλευρών, ο ρυθμός δε αυτός αυξήθηκε κι άλλο λόγω της προσθήκης του διπλού πυθμένος το έτος 2005. Αν και γενικώς, η τοπική διάβρωση δεν είναι εκ των προτέρων προβλέψιμη και μετρήσιμη γιατί εξαρτάται κυρίως από τυχαία γεγονότα (πχ.

υπέρμετρη διάβρωση έως πλήρους διατρήσεως στην περιοχή ενός ελάσματος δεξαμενής έρματος, στην οποία αποκολλήθηκε ο προστατευτικός χρωματισμός, με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση γαλβανικού στοιχείου, το οποίο και διέλυσε το μέταλλο στην συγκεκριμένη περιοχή), είναι γεγονός ότι σε ορισμένες περιοχές της μεταλλικής κατασκευής των πλοίων είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι θα εμφανιστεί τοπική διάβρωση.

Όμως, οι περιπτώσεις αυτές είναι ελάχιστες σε σχέση με την έκταση στην οποία εμφανίζεται η τοπική διάβρωση η οποία εξάλλου, είναι δυνατόν να προκαλέσει καταστροφή του συγκεκριμένου τμήματος στο οποίο εμφανίζεται παρόλο που η γενική ταχύτητα διαβρώσεως μπορεί να εμφανίζεται ελάχιστη. Στην προκειμένη περίπτωση, η έντονη φθορά που εμφανίστηκε σε συγκεκριμένα μέρη των δεξαμενών φορτίου του πλοίου, δεν οφείλεται στη δράση της μέσης φυσιολογικής ή γενικής φθοράς αλλά κατά κύριο λόγο σε δυναμικά φαινόμενα που λειτούργησαν κατά την περίοδο 2005- 2007, σε συνδυασμό με την ηλικία του πλοίου και τις προϋπάρχουσες, πλην ανεκτές, φθορές.

Το διαβρωτικό περιβάλλον στις εν λόγω δεξαμενές όπως και στις δεξαμενές έρματος διαμορφώθηκε από διάφορους παράγοντες οι οποίοι υπήρχαν και εκδηλώθηκαν όταν δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες. Τέτοιους, γενικούς για κάθε πλοίο, παράγοντες αποτέλεσαν μεταξύ άλλων το φορτίο, η υγρασία, τα συνήθη οξειδωτικά στοιχεία, η θερμοκρασία του φορτίου, το αδρανές αέριο (inert gas) στο εσωτερικό των δεξαμενών, το θαλάσσιο νερό όσον αφορά ειδικά τις δεξαμενές έρματος, ακόμα και οι περιοχές και οι συνθήκες στις οποίες έπλευσε το πλοίο (κυματισμός, θερμοκρασία περιβάλλοντος), ενώ στους ειδικούς παράγοντες που αφορούν το συγκεκριμένο πλοίο και συνετέλεσαν στη δημιουργία του διαβρωτικού περιβάλλοντος εντάσσονται το υλικό κατασκευής, ακόμα και η πρώτη ύλη από την οποία αυτό προήλθε, η μέθοδος κατασκευής, ο σχεδιασμός, το πάχος κατασκευής των ελασμάτων και ενισχυτικών, το ίδιο το ναυπηγείο κατασκευής, ο χρόνος αργίας του πλοίου, η μέθοδος προστασίας έναντι της διαβρώσεως που εφαρμόζεται σε κάθε τμήμα του πλοίου.

Όλοι οι απαριθμούμενοι παράγοντες επέφεραν φυσιολογική ή γενική φθορά όσο το πλοίο λειτουργούσε υπό κανονικές συνθήκες, ωστόσο η μετασκευή του 2005 επέφερε μεταβολή σ' αυτούς και ανέτρεψε την μέχρι τότε λειτουργία τους ενεργοποιώντας τη λειτουργία δυναμικών φαινομένων που επιτάχυναν τη διάβρωση επιδεινώνοντας την κατάσταση των πασχόντων μερών του πλοίου δραματικά.

Η προσθήκη των διαμήκων ενισχυτικών στο κατάστρωμα επηρέασε την κατάσταση στην οποία λειτουργούσε μέχρι τότε η μεταλλική κατασκευή του πλοίου και ενεργοποιήθηκαν ή εντάθηκαν δυναμικά φαινόμενα όπως το γαλβανικό και αυτό του thermos κατά το οποίο κλειστά τμήματα του πλοίου λειτουργούν ως δοχεία που δεν επιτρέπουν την μετάδοση θερμότητας από το εσωτερικό προς τα έξω και αντίστροφα, με συνέπεια να διατηρείται επί μακρότερο χρόνο η θερμοκρασία του φορτίου, αφού αυτή δεν επηρεάζεται από την χαμηλότερη εξωτερική θερμοκρασία, οπότε και εκλύονται περισσότερα αέρια που συγκεντρώνονται στο υψηλότερο σημείο της δεξαμενής από και προς το εσωτερικό του.

Το εν λόγω φαινόμενο αλληλεπέδρασε με το δυναμικό φαινόμενο στο οποίο κυρίως οφείλεται η έντονη φθορά που διαπιστώθηκε στους κορμούς των διαμήκων και εγκαρσίων ενισχυτικών, καθώς και στο άνω μέρος των ελασμάτων των στεγανών και διάτρητων φρακτών, στην περιοχή των δεξαμενών φορτίου με αριθμούς 2, 3, 4 και 5, και το οποίο είναι η σημαντική μεταβολή του πεδίου καμπτικών τάσεων (από 35% έως 130% περίπου), στις οποίες λειτουργούσε η μεταλλική κατασκευή του καταστρώματος, μετά την μετασκευή του σε πλοίο διπλού πυθμένος τον Ιούλιο του 2005, σε σχέση με την λειτουργία της από την κατασκευή του πλοίου έως τον Ιούλιο του 2005.

Το δε δυναμικό φαινόμενο στο οποίο οφείλεται η έντονη φθορά που διαπιστώθηκε στο άνω μέρος των ελασμάτων και των ενισχυτικών της πρωραίας φρακτής συγκρούσεως, είναι η σημαντική μεταβολή του πεδίου μεταβλητών τάσεων στις οποίες λειτουργούσε η μεταλλική κατασκευή της πρωραίας φρακτής συγκρούσεως, μετά την ανωτέρω μετασκευή σε σχέση με την λειτουργία της από την κατασκευή του πλοίου έως τον Ιούλιο του 2005.

Οι μετασκευές που έγιναν στο πλοίο το έτος 2005 επέφεραν σημαντική αύξηση της ροπής αδράνειας της μέσης εγκάρσιας τομής του πλοίου, λόγω της προσθήκης των διαμήκων ενισχυτικών στην άνω όψη του καταστρώματος, δηλαδή στοιχείων παράλληλων με το μήκος του πλοίου, μετέβαλαν πολύ λίγο την ροπή αντιστάσεως στην περιοχή του καταστρώματος και μετέβαλαν σημαντικά την ροπή αντιστάσεως, στην περιοχή του πυθμένα, συμπέρασμα στο οποίο συμφωνούν τόσο ο πραγματογνώμονας όσο και οι τεχνικοί σύμβουλοι.

Η προσθήκη των ενδιάμεσων διαμήκων ενισχυτικών πάνω από το κατάστρωμα επέδρασε επιβαρυντικά στη λειτουργία των μεταλλικών στοιχείων του πλοίου στα επίδικα σημεία και συγκεκριμένα στα ελάσματα καταστρώματος, στα διαμήκη ενισχυτικά κάτω από αυτό και στις συγκολλήσεις τους, συνέβαλε δηλαδή εν τέλει σε ουσιώδη μείωση της αντοχής του καταστρώματος και κατ' επέκταση της συνολικής δοκού του πλοίου.

Επίσης, οι μεταβολές στον όγκο των δεξαμενών φορτίου (ο οποίος μειώθηκε εξαιτίας του διπύθμενου), στη ροπή αδράνειας και τη ροπή αντιστάσεως της μέσης τομής του πλοίου καθώς και η μεταβολή της ροπής αντιστάσεως του δομικού στοιχείου του καταστρώματος, επέδρασαν αποφασιστικά στη λειτουργία των μεταλλικών στοιχείων στις περιοχές στις οποίες εντοπίστηκε το 2007 η έντονη διάβρωση.

Όπως αναφέρθηκε, οι ανωτέρω μεταβολές εκτός της εμφανίσεως του προηγούμενου φαινομένου της μεταβολής των τάσεων, επιδείνωσαν το φαινόμενο "thermos", άλλως του αδιάθερμου δοχείου, καθώς η χρονική διάρκεια δράσεως αυτού, μετά την μετασκευή, αυξήθηκε. Αποτέλεσμα της λειτουργίας των δυναμικών φαινομένων ήταν να επιταχυνθεί σημαντικά η διάβρωση, στις ανωτέρω περιοχές της μεταλλικής κατασκευής και να προκληθεί η έντονη φθορά που διαπιστώθηκε το 2007.

Η ραγδαία επιδείνωση της φθοράς μεταξύ των ετών 2005 και 2007 στα διαμήκη ενισχυτικά της οροφής των δεξαμενών φορτίου και στα ελάσματα του καταστρώματος άνωθεν των δεξαμενών αυτών οφείλεται μεν στον αυξημένο ρυθμό διαβρώσεως σε δεξαμενόπλοια διπλών πλευρών και διπλού πυθμένος με ηλικία αντίστοιχη με αυτή του ένδικου πλοίου λόγω και του ιδιαιτέρως επιθετικού διαβρωτικού περιβάλλοντος στα συγκεκριμένα μέρη των δεξαμενών φορτίου, όμως, η διάβρωση επιταχύνθηκε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ιδίως στις δεξαμενές με αριθμό 3 και 4, εξαιτίας των προαναφερόμενων μεταβολών στη γεωμετρία και την αντοχή του πλοίου που επέφερε η μετασκευή του κατά το έτος 2005, και ειδικότερα εξαιτίας της μεταβολής του πεδίου καμπτικών τάσεων που έδρασε εν προκειμένω ως κύριος παράγων επιταχύνσεως της διαβρώσεως.

Το φαινόμενο του αδιάθερμου δοχείου (φαινόμενο "thermos") συμμετείχε, αλληλεπιδρώντας με τους άλλους παράγοντες (δυναμικά φαινόμενα) επιταχύνσεως της διαβρώσεως, στην δημιουργία της έντονης φθοράς που διαπιστώθηκε στους κορμούς των διαμήκων ενισχυτικών καθώς και στο άνω μέρος των εγκαρσίων ενισχυτικών και φρακτών στην περιοχή των δεξαμενών φορτίου.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, στο ένδικο πλοίο το φαινόμενο "thermos", επηρέαζε σε ένα βαθμό την ταχύτητα διαβρώσεως, στο άνω μέρος των δεξαμενών φορτίου, από την κατασκευή του πλοίου ως double side. Μετά την μετασκευή του το 2005, σε πλοίο διπλής γάστρας, το φαινόμενο αυτό εντάθηκε και επιτάχυνε τη διάβρωση στις κεντρικές ιδίως δεξαμενές φορτίου όπου σημειώνονται και οι μεγαλύτερες φορτίσεις στα ενισχυτικά λόγω των αυξημένων κάμψεων και τάσεων κατά τον πλου.

Λόγω της ίδιας μετασκευής μεταβλήθηκε το πεδίο καμπτικών και παραμενουσών τάσεων, κατά μήκος του πλοίου, δηλαδή μεταβλήθηκε ουσιωδώς η κατάσταση ισορροπίας στην οποία λειτουργούσαν τα μέλη της μεταλλικής κατασκευής πριν την μετασκευή. Η μεταβατική αυτή κατάσταση της ανατροπής της ισορροπίας στην οποία λειτουργούσαν πριν την μετασκευή τα διάφορα μέλη της μεταλλικής κατασκευής αποτελεί έκτακτο και χωρίς όμοιο προηγούμενο γεγονός το οποίο δημιούργησε νέες συνθήκες για την λειτουργία των διαβρωτικών παραγόντων.

Οι μεταβολές στην μεταλλική κατασκευή του πλοίου οι οποίες έγιναν τα έτη 2003 και 2005 καθώς και οι μεταβολές στον τρόπο της επιμέρους αλλά και της συνολικής βαθμολογήσεως του πλοίου, οι οποίες έγιναν στο Πρόγραμμα Εκτίμησης Κατάστασης (CAP), αιτιολογούν απόλυτα τη βελτίωση της αξιολογήσεως του πλοίου, σε συγκεκριμένα μέρη από CAP 2 τα έτη 2000 και 2003 σε CAP 1 το έτος 2005 καθώς και την μη μεταβολή του σε άλλα μέρη και συγκεκριμένα στα ενισχυτικά της οροφής των δεξαμενών.

Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η διαπιστωθείσα το έτος 2007 φθορά στο ένδικο πλοίο που δημιουργήθηκε μετά την μετασκευή του έτους 2005 δεν ήταν προβλέψιμη εκ των προτέρων από τους εναγόμενους δεδομένου ότι όσον αφορά την έντονη τοπική φθορά αυτή οφειλόταν στο πολύπλοκο και απρόβλεπτο φαινόμενο της διαβρώσεως, το οποίο είναι αποτέλεσμα πολλών και διαφορετικών παραγόντων που αλληλεπιδρούν με διαφορετικό τρόπο σε κάθε πλοίο αλλά και σε κάθε δομικό στοιχείο αυτού ξεχωριστά.

Η μετατροπή του πλοίου το έτος 2005 σε διπλής γάστρας ώστε να αποφύγει την υποχρεωτική απόσυρση ενόψει της μεταβολής της νομοθεσίας που αναπτύχθηκε ανωτέρω, επέδρασε δραματικά στην εμφάνιση της εν λόγω διαβρώσεως καθώς επέτρεψε να λειτουργήσουν τα αναλυθέντα ανωτέρω δυναμικά φαινόμενα που αλληλεπέδρασαν μεταξύ τους αλλά και με τους διαβρωτικούς παράγοντες που επικρατούσαν στο συγκεκριμένο πλοίο με τελικό αποτέλεσμα την μη ομοιόμορφη τοπική φθορά που διαπιστώθηκε στην Τουρκία.

Ούτε εξάλλου η εν λόγω μεταβολή στην νομοθεσία επέφερε αλλαγές στους Κανονισμούς των Νηογνωμόνων οι οποίοι, μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος υποχρεούνται να ελέγχουν τα ναυπηγικά σχέδια της μετασκευής που υποβάλλει η πλοιοκτήτρια εταιρία χωρίς να έχουν υποχρέωση προβλέψεως ή επισημάνσεως των τυχόν εμφανισθησόμενων φθορών πολλώ δε μάλλον όταν αυτές είναι όπως οι ένδικες, έκτακτες και τοπικές, οφειλόμενες στους ανωτέρω αναλυθέντες ποικίλους παράγοντες και πολύπλοκα φαινόμενα.

Οι Νηογνώμονες υποδεικνύουν διορθώσεις των υποβληθέντων σχεδίων και επανελέγχουν τα αναθεωρημένα σχέδια και εφόσον αυτά βρεθούν σύμφωνα με τους Κανονισμούς, εγκρίνονται και εφαρμόζονται. Υποχρεούνται με βάση τη συμβατική σχέση αλλά και τους Κανονισμούς τους να επιθεωρούν τα πλοία και να ελέγχουν την κατάσταση στην οποία αυτά βρίσκονται, να επιβάλλουν επισκευές και εφόσον διαπιστώσουν τη συμμόρφωση των πλοιοκτητών να εκδώσουν τα πιστοποιητικά κλάσεως του πλοίου με βάση την παρούσα κατάσταση του πλοίου.

Από τα ίδια ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, τέλος, ότι οι εναγόμενοι αμφοτέρων των αγωγών ανυπαίτια αγνοούσαν την έκταση των φθορών του πλοίου τις οποίες δεν μπορούσαν να αντιληφθούν επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου καλόπιστου συναλλασσόμενου στη ναυτιλιακή αγορά και επομένως πίστευαν δικαιολογημένα ως αληθή όσα συμπεριελήφθησαν στην ένδικη σύμβαση και όσα πιστοποιούνταν στα έγγραφα του πλοίου αφενός διότι, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, αυτές ήταν αποτελέσματα ποικίλων, απρόβλεπτων και αλληλοεπιδρώντων αιτίων με μοναδική, ιδιαίτερη εξέλιξη για το συγκεκριμένο πλοίο, για τα οποία δεν υπήρχαν σταθερά και ασφαλή προηγούμενα ώστε να υφίσταται δυνατότητα και υποχρέωση γνώσεως αυτών και αφετέρου διότι κατέστησαν ορατά μόνο μετά τον καθαρισμό με θαλασσινό νερό των δεξαμενών του πλοίου, όπου κυρίως εντοπίστηκαν οι φθορές καθώς και με την τοποθέτηση ικριωμάτων.

Σε κάθε περίπτωση ούτε με βάση το νόμο περί προστασίας καταναλωτή ο εναγόμενος Νηογνώμονας και η θυγατρική αυτού εταιρία έχουν υποχρέωση να προστατεύσουν την αγοράστρια με δεδομένο ότι ο νόμος περί προστασίας καταναλωτή προστατεύει τον τελικό αποδέκτη υπηρεσιών - μέσο καταναλωτή, ο οποίος στερείται των γνώσεων, της εμπειρίας, - της εξειδικευμένης διαπραγματευτικής ικανότητας, των αναγκαίων πληροφοριών και βρίσκεται σε διαπραγματευτική μειονεξία, στοιχεία που δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της έμπειρης ενάγουσας ναυτιλιακής εταιρίας αν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτή είναι η τελική αποδέκτρια των υπηρεσιών των άνω εναγομένων, δεδομένου ότι στην περίπτωση παροχής υπηρεσιών αυτές καταναλώνονται "εν τη παροχή τους", κατά την έκδοση επομένως των πιστοποιητικών από τους εναγομένους τα οποία απευθύνονταν στην πλοιοκτήτρια, πωλήτρια, εταιρία.

Οι εναγόμενοι -προστηθέντες της πωλήτριας εταιρίας του ένδικου πλοίου προέβησαν σε δηλώσεις προς την αγοράστρια - ενάγουσα σχετικά με το ότι το πλοίο θα παραδιδόταν με την κλάση του σε πλήρη ισχύ χωρίς περιορισμούς ή συστάσεις από τον Νηογνώμονα και χωρίς κάποιο από αυτά να λήγει νωρίτερα από έξι (6) μήνες, έχοντας την πεποίθηση ότι αυτές ήταν αληθείς καθώς ανυπαίτια αγνοούσαν το μέγεθος της διαβρώσεως του πλοίου όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την επισκευή-μετασκευή του έτους 2005...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 305/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την οποία δέχθηκε μόνον ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα αφενός μεν του παράνομου ή μη χαρακτήρα της συμπεριφοράς των 4-12 αναιρεσιβλήτων λόγω μη καταχώρισης στα εκδοθέντα πιστοποιητικά του κινδύνου εμφάνισης δυναμικών φαινομένων που μπορούσαν να προκαλέσουν επιτάχυνση της διάβρωση του πλοίου, αφετέρου δε της υπάρξεως ή μη αμέλειας όλων των αναιρεσιβλήτων και δη αναφορικά με την προκληθείσα στο πλοίο εκτεταμένη ζημία στα διαμήκη ενισχυτικά (δομικά στοιχεία του σκελετού) κάτω από το κατάστρωμα, στις οροφές των δεξαμενών φορτίου 2. 3, 4 και 5 και την εγκάρσια φρακτή της πρωραίας δεξαμενής ζυγοστάθμισης (έρματος), με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών του "παρανόμου" και της "υπαιτιότητας - αμέλειας" των αναιρεσιβλήτων και, συνακόλουθα, την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330, 297 και 298 του ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι από το ανωτέρω αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα: Α) ενώ δέχεται ότι "Οι Νηογνώμονες υποδεικνύουν διορθώσεις των υποβληθέντων σχεδίων και επανελέγχουν τα αναθεωρημένα σχέδια και εφόσον αυτά βρεθούν σύμφωνα με τους Κανονισμούς, εγκρίνονται και εφαρμόζονται. Υποχρεούνται με βάση τη συμβατική σχέση αλλά και τους Κανονισμούς τους να επιθεωρούν τα πλοία και να ελέγχουν την κατάσταση στην οποία αυτά βρίσκονται, να επιβάλλουν επισκευές και εφόσον διαπιστώσουν τη συμμόρφωση των πλοιοκτητών να εκδώσουν τα πιστοποιητικά κλάσεως του πλοίου με βάση την παρούσα κατάσταση του πλοίου", δεχόμενο έτσι, κατά τη σαφή νοηματική εκτίμηση της ανωτέρω παραδοχής, υφιστάμενη υποχρέωση του νηογνώμονα να ελέγχει τα υποβαλλόμενα σχέδια και να παρέχει στον πλοιοκτήτη ολες τις πληροφορίες που αφορούν την κατάσταση του πλοίου, ακολούθως δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό και με ελλιπή αιτιολογία, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εναγόμενος νηογνώμονας δεν ήταν υποχρεωμένος να ελέγξει τα ναυπηγικά σχέδια της μετασκευής που υπέβαλε η πλοιοκτήτρια εταιρία ούτε και να προβλέψει ή να επισημάνει τις τυχόν εμφανισθησόμενες φθορές, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς, γιατί δεν είχε τέτοια νομική υποχρέωση από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ.

Β) ενώ δέχεται ότι η ραγδαία φθορά του πλοίου μεταξύ των ετών 2005-2007 και δη αυτή των διαμήκων ενισχυτικών στο κατάστρωμα και της πρωραίας φρακτής του πλοίου οφείλεται στην πραγματοποιηθείσα το έτος 2005 μετασκευή του και σε δυναμικά φαινόμενα, που δημιουργήθηκαν από αυτήν και ενεργοποίησαν και τους λοιπούς συνήθεις διαβρωτικούς παράγοντες, επιταχύνοντας έτσι σημαντικά τη διάβρωση του πλοίου, και ειδικότερα, α) ότι στην περιοχή του άνω μέρους των δεξαμενών φορτίου No 2 έως No 5 και της πρωραίας φρακτής συγκρούσεως, τη χρονική περίοδο από τον Ιούλιο του 2005 έως τον Ιούλιο του 2007, έδρασαν ισχυροί παράγοντες επιταχύνσεως της διαβρώσεως, οι οποίοι, συγκεκριμένα, επιτάχυναν σημαντικά την ταχύτητα διαβρώσεως των κορμών των διαμήκων και εγκαρσίων ενισχυτικών του καταστρώματος και του άνω μέρους των ελασμάτων των φρακτών, στην περιοχή των ανωτέρω δεξαμενών φορτίου, καθώς επίσης και την ταχύτητα διαβρώσεως των ελασμάτων και ενισχυτικών στο άνω μέρος της πρωραίας φρακτής συγκρούσεως, καθόσον, λόγω της μετασκευής, υπήρξε σημαντική μεταβολή του πεδίου καμπτικών τάσεων (από 35% έως 130% περίπου), στις οποίες λειτουργούσε η μεταλλική κατασκευή του καταστρώματος, μετά την μετασκευή του Ιουλίου του 2005, σε σχέση με την λειτουργία της από την κατασκευή του πλοίου έως τον Ιούλιο του 2005, δηλαδή μεταβλήθηκε ουσιωδώς η κατάσταση ισορροπίας στην οποία λειτουργούσαν τα μέλη της μεταλλικής κατασκευής πριν την μετασκευή, με αποτέλεσμα να προκληθεί έντονη φθορά στους κορμούς των διαμήκων και εγκαρσίων ενισχυτικών, καθώς και στο άνω μέρος των ελασμάτων των φρακτών, στην περιοχή των ανωτέρω δεξαμενών φορτίου, η δε πρωραία φρακτή συγκρούσεως μετά την μετασκευή λειτουργούσε σε πεδίο εναλλασσόμενων φορτίσεων στο οποίο δεν είχε λειτουργήσει ποτέ στο παρελθόν, β) ότι σχετικά με τα διαμήκη ενισχυτικά του καταστρώματος, οι φθορές οφείλονται στη δράση του ισχυρού δυναμικού φαινομένου - μεταβολή των καμπτικών τάσεων, που επιτάχυνε σημαντικά την διάβρωση τόσο των διαμήκων ενισχυτικών του καταστρώματος στην περιοχή των δεξαμενών φορτίου όσο και τη διάβρωση στα διαμήκη ενισχυτικά του καταστρώματος στην περιοχή των πλευρικών δεξαμενών έρματος, γ) ότι η εκτεταμένη μετασκευή του πλοίου με την προσθήκη διπλού πυθμένος και διαμήκων ενισχυτικών στο κατάστρωμα δημιούργησε παραμένουσες τάσεις στο κατάστρωμα από τις πραγματοποιηθείσες συγκολλήσεις, αύξησε τη θερμοκρασία περιοχών όπως των εν λόγω ενισχυτικών του καταστρώματος, δ) ότι λόγω τις μετασκευής στην περιοχή του καταστρώματος μεταβλήθηκαν σημαντικά οι αναπτυσσόμενες καμπτικές τάσεις και ελευθερώθηκαν σε μεγάλο βαθμό παραμένουσες τάσεις, το δε πεδίο μεταβολής των καμπτικών τάσεων και το πεδίο των παραμενουσών τάσεων αύξησαν σε πολύ μεγάλο βαθμό την ταχύτητα διαβρώσεως της ανόδου (διαμήκη ενισχυτικά), ε) ότι η μεταβολή του τασικού πεδίου των καμπτικών τάσεων και η ανάπτυξη πεδίου παραμενουσών τάσεων οφείλεται στην σημαντική μεταβολή του τρόπου καταπονήσεως του πλοίου, λόγω των μεταβολών που επέφερε η μετασκευή στη μεταφορική ικανότητα του πλοίου σε φορτίο καθώς και στη μεταβολή των κυρίων στοιχείων αντοχής της δοκού του πλοίου, στ) ότι η μετασκευή με την προσθήκη του διπλού πυθμένα, αύξησε την καταπόνηση του καταστρώματος, κυρίως στο πρωραίο τμήμα του πλοίου και ζ) ότι η μετατροπή του πλοίου το έτος 2005 σε διπλής γάστρας επέδρασε δραματικά στην εμφάνιση της εν λόγω διαβρώσεως, καθώς επέτρεψε να λειτουργήσουν τα αναφερόμενα ανωτέρω φαινόμενα που αλληλεπέδρασαν μεταξύ τους αλλά και με τους διαβρωτικούς παράγοντες που επικρατούσαν στο συγκεκριμένο πλοίο με τελικό αποτέλεσμα την διαπιστωθείσα μη ομοιόμορφη έντονη τοπική φθορά, στη συνέχεια καταλήγει στο αρνητικό αποδεικτικό πόρισμα ως προς την υπαιτιότητα, υπό την μορφή της αμέλειας, των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο, ότι η διαπιστωθείσα το έτος 2007 φθορά στο ένδικο πλοίο που δημιουργήθηκε μετά την μετασκευή του έτους 2005 δεν ήταν προβλέψιμη εκ των προτέρων από τους εναγόμενους, επειδή αυτή "οφειλόταν στο πολύπλοκο και απρόβλεπτο φαινόμενο της διαβρώσεως, το οποίο είναι αποτέλεσμα πολλών και διαφορετικών παραγόντων που αλληλεπιδρούν με διαφορετικό τρόπο σε κάθε πλοίο αλλά και σε κάθε δομικό στοιχείο αυτού ξεχωριστά" και γι' αυτό "οι εναγόμενοι αμφοτέρων των αγωγών ανυπαίτια αγνοούσαν την έκταση των φθορών του πλοίου τις οποίες δεν μπορούσαν να αντιληφθούν επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου καλόπιστου συναλλασσόμενου στη ναυτιλιακή αγορά και επομένως πίστευαν δικαιολογημένα ως αληθή όσα συμπεριελήφθησαν στην ένδικη σύμβαση και όσα πιστοποιούνταν στα έγγραφα του πλοίου".

Ωστόσο, το δικαστήριο της ουσίας: Ι. δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί οι διαπιστωθείσες εκτεταμένες φθορές του πλοίου οφείλονται, όπως δέχεται, σε λόγους έκτακτους και απρόβλεπτους, δηλαδή σε περιστατικά που δεν επέρχονται κατά την συνηθισμένη πορεία των συναλλαγών και δεν δύνανται να διαγνωσθούν υπό ομαλές συνθήκες, και δεν θεωρούνται, αντιθέτως, ως γεγονότα συνήθως συμβαίνοντα, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων και, άρα, μπορούσαν να προβλεφθούν σύμφωνα με τα μέτρα ενός συνετού νηογνώμονα, και ειδικότερα, δεν αιτιολογεί, με συγκεκριμένες και σαφείς παραδοχές, γιατί δεν ήταν δυνατή η πρόβλεψη της εμφάνισης των αναφερόμενων δυναμικών φαινομένων, που μπορούσαν να αλληλεπιδράσουν μεταξύ τους αλλά και με τους διαβρωτικούς παράγοντες που επικρατούσαν στο συγκεκριμένο πλοίο, δηλαδή ότι η μετασκευή του πλοίου θα μπορούσε να προκαλέσει 1) σημαντική μεταβολή του πεδίου καμπτικών τάσεων, μεταβάλλοντας ουσιωδώς την κατάσταση ισορροπίας στην οποία λειτουργούσαν τα μέλη της μεταλλικής κατασκευής πριν την μετασκευή, 2) παραμένουσες τάσεις στο κατάστρωμα από τις πραγματοποιηθείσες συγκολλήσεις και επιδείνωση του φαινομένου θερμός στο εσωτερικό των δεξαμενών φορτίου, επιτρέποντας πλέον την απαγωγή της θερμότητας κυρίως προς τα πάνω προς το κατάστρωμα και αυξάνοντας έτσι τη θερμοκρασία των ενισχυτικών του καταστρώματος, 3) μεταβολές στη μεταφορική ικανότητα του πλοίου και άρα σημαντική μεταβολή του τρόπου καταπονήσεως αυτού, καθώς και των κυρίων στοιχείων αντοχής της δοκού του πλοίου, με συνέπεια τη μεταβολή του τασικού πεδίου των καμπτικών τάσεων και την ανάπτυξη πεδίου παραμενουσών τάσεων, οι οποίες με τη σειρά τους θα μπορούσαν να προκαλέσουν αύξηση της καταπόνησης του καταστρώματος, κυρίως στο πρωραίο τμήμα του πλοίου, και εν γένει αύξηση σε πολύ μεγάλο βαθμό της ταχύτητας διαβρώσεως, και 4) ότι η πρωραία φρακτή συγκρούσεως μετά την μετασκευή θα λειτουργούσε σε πεδίο εναλλασσόμενων φορτίσεων στο οποίο δεν είχε λειτουργήσει ποτέ στο παρελθόν, με τελικό αποτέλεσμα τη δημιουργία μη ομοιόμορφης έντονης τοπικής φθοράς.

ΙΙ. δεν αναφέρει αν τα επικαλούμενα επιμέρους φαινόμενα ήταν ήδη γνωστά στον μέσο εκπρόσωπο του επαγγελματικού κύκλου των αναιρεσιβλήτων.

ΙΙΙ. δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί ο νηογνώμονας, αφού ο ίδιος διαπίστωσε εκ των υστέρων ότι αιτία της ραγδαίας φθοράς του πλοίου ήταν η μετασκευή που έγινε το 2005, όπως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται, δεν μπορούσε, ενόψει και των αναφερόμενων στην απόφαση καθηκόντων του, να διαπιστώσει εκ των προτέρων τις συγκεκριμένες συνέπειες της μετασκευής, δηλαδή την εμφάνιση δυναμικών φαινομένων και την επιτάχυνση της διαβρώσεως, αφού η εν λόγω μετασκευή, που σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε από τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους, ήταν από το έτος 2005 γνωστή, εγκριθείσα από την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων κατά τη διενεργηθείσα επιθεώρηση του πλοίου, η οποία και εξέδωσε τα σχετικά πιστοποιητικά.

Μόνη δε η σχετική παραδοχή, ότι "ακόμα και αν υπήρξαν μελέτες σύμφωνα με τις οποίες είχε παρατηρηθεί το φαινόμενο της διαβρώσεως στα διπλού τοιχώματος πλοία, αυτές δεν είχαν καταλήξει σε γενικευμένα συμπεράσματα", είναι παντελώς αόριστη και ασαφής, αφού δεν γίνεται μνεία συγκεκριμένων μελετών και των τυχόν συμπερασμάτων αυτών, ούτε και αναφέρονται πραγματικά περιστατικά για το αν παρόμοιες μετασκευές έγιναν και σε άλλα δεξαμενόπλοια και αν εμφανίστηκαν και σ' αυτά αντίστοιχα απρόβλεπτα δυναμικά φαινόμενα επιτάχυνσης της διάβρωσης αυτών, σε αποφατική δε περίπτωση, ποία ήσαν εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου πλοίου που εν προκειμένω κατέστησαν τα φαινόμενα αυτά απρόβλεπτα, επί πλέον δε η ίδια ως άνω αιτιολογία είναι και ενδοιαστική, αφού με την εν λόγω διατύπωση δεν καθίσταται βέβαιο αν το δικαστήριο δέχθηκε ή όχι την ύπαρξη σχετικών μελετών και αντίστοιχων συμπερασμάτων για το συγκεκριμένο ζήτημα, και έτσι η σχετική παραδοχή εμφανίζει ανεπίτρεπτη διστακτικότητα και αμφιβολία του δικαστηρίου.

ΙV. ενώ δέχεται ότι καθήκον των Νηογνωμόνων είναι να ελέγχουν τα σχέδια των επισκευών και μετασκευών και τις ίδιες τις επισκευές και μετασκευές, δέχεται ουσιαστικά, κατά τρόπο αντιφατικό ότι οι 4-12 των αναιρεσιββλήτων δεν μπορούσαν να υπολογίσουν αν οι εγκριθείσες εργασίες επρόκειτο να ωφελήσουν ή να βλάψουν το πλοίο, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ασάφεια σχετικά με το αν η εγκριθείσα μετασκευή εν τέλει ήταν ή όχι σύμφωνη με τους κανόνες της ναυπηγικής τέχνης και αν από αυτή δημιουργήθηκαν ή όχι συνθήκες που κατά την κοινή πείρα και λογική θα ήταν δυνατόν να οδηγήσουν σε μία επικίνδυνη κατάσταση, όπως την πρόκληση δυναμικών φαινομένων.

V. δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις εμπειρικές, επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις των νομίμων εκπροσώπων και των προστηθέντων του νηογνώμονα, με συνέπεια να μη μπορεί να κριθεί, αν οι τελευταίοι, με βάση τις γνώσεις τους αυτές, σε συνδυασμό και με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα λοιπά πραγματικά περιστατικά, ήτοι τις ελεγχθείσες και εγκριθείσες εργασίες μετασκευής του πλοίου, το είδος και την ποιότητα αυτών, επέδειξαν, πράγματι, την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια του μέσου συνετού και καλόπιστου συναλλασσόμενου στη ναυτιλιακή αγορά νηογνώμονα, αναφορικά με την υποχρέωσή τους προς παροχή όλων των αναγκαίων πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση του πλοίου και τον κίνδυνο δημιουργίας δυναμικών φαινομένων λόγω της μετασκευής του.

Γ. δέχεται ως προς τους τρεις πρώτους αναιρεσιβλήτους ότι "κατά την επίδικη πώληση... επέδειξαν την συμπεριφορά που θα επιδείκνυε ο μέσος καλόπιστος συναλλασόμενος στην ναυτιλιακή αγορά, την επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, σύμφωνα με την διαμορφωμένη διεθνώς συναλλακτική πρακτική και συνήθειες", χωρίς να διαλαμβάνει ουσιαστικές παραδοχές, για το αν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την αναιρεσείουσα, προκειμένου να την πείσουν να προβεί στην αγορά του επίδικου πλοίου, οι οποίες διήρκεσαν από τον Νοέμβριο του έτους 2006 μέχρι τον Μάιο του έτους 2007, οπότε και πραγματοποιήθηκε η αγοραπωλησία, είχαν φροντίσει να διαπιστώσουν την πραγματική του κατάσταση του πλοίου, όπως απαιτεί η καλή συναλλακτική πίστη, και να ελέγξουν έτσι την αλήθεια των επίμαχων δηλώσεών τους περί εξαιρετικής κατάστασης αυτού, βάσει των οποίων η αναιρεσείουσα προέβη στην αγορά του.

Έτσι, συνεπεία των πιο πάνω ελλιπών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, δεν μπορεί να διαπιστωθεί, αν οι αναιρεσίβλητοι εκδήλωσαν, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συμπεριφορά που συνιστούσε παραβίαση ή μη της κοινωνικώς επιβεβλημένης συνετούς συμπεριφοράς, απορρέουσας από την υποχρέωση λήψης, στα πλαίσια της καλής πίστης και της συναλλακτικής πρακτικής, των ενδεδειγμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας στην αναιρεσείουσα και, επίσης, αν η παρασχεθείσα υπηρεσία των 4-12 αναιρεσιβλήτων ήταν σύμφωνη με τους κανόνες του νόμου, της επιστήμης ή της τέχνης και αν ανταποκρινόταν ή όχι, ενόψει και των περιστάσεων που συνέτρεξαν, στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, αμφότεροι κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η έρευνα των ίδιων λόγων της αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.

Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.

Α.Π. 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015). Εξάλλου, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 853/2019, ΑΠ 1207/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε ως προς τους εναγομένους της δεύτερης αγωγής και την ακόλουθη επάλληλη αιτιολογία: "Τέλος επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι σε κάθε περίπτωση ούτε με βάση το νόμο περί προστασίας καταναλωτή ο εναγόμενος Νηογνώμονας και η θυγατρική αυτού εταιρία έχουν υποχρέωση να προστατεύσουν την αγοράστρια, με δεδομένο ότι ο νόμος περί προστασίας καταναλωτή προστατεύει τον τελικό αποδέκτη υπηρεσιών - μέσο καταναλωτή, ο οποίος στερείται των γνώσεων, της εμπειρίας, της εξειδικευμένης διαπραγματευτικής ικανότητας, των αναγκαίων πληροφοριών και βρίσκεται σε διαπραγματευτική μειονεξία, στοιχεία που δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της έμπειρης ενάγουσας ναυτιλιακής εταιρίας αν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτή είναι η τελική αποδέκτρια των υπηρεσιών των άνω εναγομένων, δεδομένου ότι στην περίπτωση παροχής υπηρεσιών αυτές καταναλώνονται "εν τη παροχή τους", κατά την έκδοση επομένως των πιστοποιητικών από τους εναγομένους τα οποία απευθύνονταν στην πλοιοκτήτρια, πωλήτρια, εταιρία.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, με επάλληλη αιτιολογία, ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ του άρθρου 8 ν.2251/1994 βάση της δεύτερης (από 4-2-2009) αγωγής της αναιρεσείουσας κατά των 4-12 αναιρεσιβλήτων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ως άνω αναφερόμενη βάση της δεύτερης αγωγής, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.4α και 8 του ν. 2251/1994, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους (με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων), καθόσον, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσείουσα, αγοράστρια του επίδικου πλοίου, έχει την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την προεκτεθείσα έννοια, αφού είναι τελικός αποδέκτης των παρασχεθεισών από τον εναγόμενο νηογνώμονα και περιεχόμενων στα επίμαχα πιστοποιητικά πληροφοριών αυτού, των οποίων και έκανε χρήση προκειμένου να προβεί στην αγορά του πλοίου για τις επαγγελματικές της ανάγκες.

Επομένως, το Εφετείο απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα, που οι ως άνω ουσιαστικές διατάξεις απαιτούν για την εφαρμογή τους και, ως εκ τούτου, ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.

Πολ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 εδ. γ'και δ', όπως ισχύει, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία της, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ` ΚΠολΔ υποχρέωσης του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υπόθεσης κατ` ουσία μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας.

Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται στο ίδιο τμήμα, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση, συζήτηση της υπόθεσης κατ` ουσία, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 87/2019).

Επομένως, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση, κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, αναιρείται η υπ` αριθ. 479/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, που δίκασε μετά από αναίρεση, δια της υπ' αριθ. 1295/2019 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, των προγενέστερων υπ' αριθμ. 1011/2013 και 111/2018, μη οριστικής και οριστικής, αντίστοιχα, αποφάσεων του Εφετείου Πειραιά, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την ανωτέρω υπ' αριθ. 479/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υπόθεσης, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ