Legislator Case Law & Legislation
290/2024 AI generated

Supreme Court allows public employee salary equality claim against state for pre-2018 period.

Case Number 290/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against the Second Instance Court's decision in a public employment dispute. The plaintiff, a public employee, sought salary equalization for a period between December 2015 and December 2017 based on unequal treatment compared to colleagues. The Court ruled that the plaintiff was not entitled to the claimed salary increase for this specific timeframe because the relevant legislation did not apply retroactively to her tenure dates.

Legislator headnote

AI generated

Articles 105 and 106 of the Constitution; Article 29(2) of Law 4024/2011; Article 188(1)-(2) of Law 4261/2014: A public employee cannot claim salary equalization for a period prior to the entry into force of the specific legislation granting such rights if the law lacks retroactive effect for her specific tenure dates.

Keywords

AI generated
public employment law salary equalization retroactive application constitutional equality state liability labor dispute non-retroactivity

Cited Legislation

AI generated
Article 105 of the Constitution
Article 106 of the Constitution
Article 29(2) of Law 4024/2011
Article 188(1)-(2) of Law 4261/2014

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 290 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 290/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις Της αναιρεσίβλητης: Ι. Χ. του Μ., κατοίκου Ι., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Σπυρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 618/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 693/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-4-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Aριστείδη Βαγγελάτο. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 15.4.2022 και με αριθ. κατάθ. 3107/320/15.4.2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 693/10.2.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης της από 1.6.2020 με αριθ.

καταθ. 31666/1858/9.6.2020 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 618/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 15.12.2017 με αριθ. καταθ. 610814/3184/20.12.2017 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.

Με την ως άνω αγωγή της η ενάγουσα εξέθετε ότι μετατάχθηκε, δυνάμει της από 30.10.2015 ΚΥΑ του Υπουργών Πολιτισμού & Αθλητισμού και του Υπουργού Οικονομικών, στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπου έκτοτε υπηρετεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι λόγω της ως άνω μετάταξής της και της αναφερόμενης σ'αυτή (αγωγή) νομοθεσίας υφίσταται μισθολογική ανισότητα μεταξύ αυτής και των άλλων υπαλλήλων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι οποίοι ασκούν τα ίδια καθήκοντα και έχουν τον ίδιο κλάδο και βαθμό με αυτή, πλην, όμως, τοποθετήθηκαν είτε πριν από την 1.1.2011, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4024/2011 είτε και μεταγενέστερα, εφόσον ενέπιπταν στη ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 188 του ν. 4261/2014, με αποτέλεσμα να εισπράττουν προσωπική διαφορά ύψους 749,05 ευρώ, την οποία αυτή δεν εισπράττει.

Με βάση αυτό το ιστορικό ζητούσε να καταδικασθεί το εναγόμενο να της καταβάλει προς αποκατάσταση της ως άνω ζημιάς της το ισόποσο της προσωπικής διαφοράς που θα ελάμβανε από 1.12.2015 έως 31.12.2017 που ανέρχεται στο ποσό των 18.726,25 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έκρινε ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας την ως άνω έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και κατόπιν τούτου δέχθηκε κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 18.726,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές οι οποίες προκύπτουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις διεπόμενες από κανόνες του δημοσίου δικαίου και ειδικότερα οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΠ 8/2023, 159/2021, 543/2020).

Εξ άλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 9 του οποίου, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11 Ιουνίου 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ η παρ.2 του άρθρου 1 αυτού διέλαβε ενδεικτικά, όπως προκύπτει από τη λέξη "ιδίως", διάφορες κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας που υπήχθησαν στη ρύθμιση αυτή.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. η του ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.

θ του ιδίου νόμου, όπως στη συνέχεια το εδάφιο θ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ` αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 8/2023, 159/2021, 543/2020).

Επίσης από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν ανέκυψε διαφορά προς καταβολή αποζημίωσης για παράνομη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) οργάνων του δημοσίου, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε ζημία από τη μη καταβολή αποδοχών ή άλλων παροχών σε πρόσωπο συνδεόμενο με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (λ.χ.

με την παράλειψη έκδοσης της αναγκαίας προς τούτο εκτελεστής διοικητικής πράξης), οπότε η επικαλούμενη παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή έργου, η ούτω προκύψασα διαφορά συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004 ΑΠ 8/2023, 159/2021, 543/2020).

Εξάλλου, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 του ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου, ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 406/2023, 781/2019).

Στην περίπτωση, δε, της υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο την περί δικαιοδοσίας κρίση του έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι, επίσης, παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 406/2023, 1826/2022, 1002/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τους πρώτο και δεύτερο, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ όφειλε να κρίνει ότι υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, και ότι με την ως άνω κρίση της παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, αντίστοιχα, τις διατάξεις των άρθρων 94 του Συντάγματος, 1 παρ.1-2, 2,3,4,6 του ν. 1406/1983 και 104, 105 του ΕισΝΑΚ.

Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, όπως προβάλλονται, είναι απαράδεκτοι, καθόσον το αναιρεσείον με τους ως άνω λόγους επικαλείται ότι το Εφετείο έσφαλε κατά το μέρος που έκρινε ότι η διαφορά που εισάγεται με την 15.12.2017 αγωγή δεν αποτελεί διοικητική διαφορά, αλλά πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δηλαδή επικαλείται παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, αναφορικά με τη δικαιοδοσία, η οποία όμως δεν μπορεί να προσβληθεί με τους εκ των αριθμών 1 και 19 το άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Σε κάθε, δε, περίπτωση και εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι με τους ως άνω λόγους προβάλλεται πλημμέλεια εκ του αριθμού 4 του ως άνω άρθρου, ως εκ του αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), του δικογράφου της από 15.12.2017 αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα εξέθετε σ'αυτή ότι εργάζεται ως διοικητική υπάλληλος στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας το εναγόμενο (Δημόσιο) δεν της κατέβαλε την προσωπική διαφορά του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, που λαμβάνουν ομοιόβαθμοι συνάδελφοί της που υπηρετούν στην ίδια υπηρεσία και ασκούν τα ίδια με αυτή καθήκοντα, δηλαδή επικαλείται παραβίαση που συντελέσθηκε στα πλαίσια της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και παράνομη ενέργεια του οργάνου του εναγομένου για αποζημίωσή της, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.ΑΚ, που συντελέσθηκε με υπόβαθρο την ως άνω έννομη σχέση.

Ως εκ τούτου, με βάση τα εκτιθέμενα στην από 15.12.2017 αγωγή, η ένδικη διαφορά για την οποία ασκήθηκε αυτή (αγωγή), δεν αποτελεί διοικητική διαφορά, αλλά πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Επομένως, ορθά το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι "η διαφορά που εισάγεται με την ένδικη αγωγή, δεν αποτελεί διοικητική διαφορά, αλλά πρόκειται για διαφορά ιδιωτικού δικαίου που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων" και συνεπώς είναι απορριπτέα τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαία.

Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου, έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία, υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά και για εκείνη την κατηγορία, που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και, κατά συνέπεια, το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 3/2013, 16/2015). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής, χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 102/2023, 1937/2022, 1080/2021).

Δεν νοείται, όμως, δυσμενής διάκριση και εντεύθεν παραβίαση της αρχής αυτής, όταν η διάκριση αφορά έννομες συνέπειες ή σχέσεις προγενέστερες της ισχύος της ρύθμισης, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εντελώς διαφορετικές σχέσεις και καταστάσεις (ΑΠ 29/2023, 858/2019, 1577/2010). Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερούμενης, με την πιο πάνω διάταξη, αρχής της ισότητας, αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία εφαρμόζεται επί μισθωτών, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 1081/2023, 102/2023, 474/2022).

Δεν συντρέχει όμως τοιαύτη περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες, σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών, που δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές (ΑΠ 102/2023, 1936/2022, 357/2016). Εξάλλου, με την παράγραφο 22 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 (Α' 65), όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.3899/2010 (Α' 212), ορίζεται ότι: "Όσοι από 1.1.2010 έχουν μεταταχθεί ή μεταφερθεί, καθώς και όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται εφεξής, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιονδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα, σε άλλο φορέα του δημόσιου τομέα, δικαιούνται μόνον το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στο φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν.

Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό καταργείται....". Περαιτέρω, με το άρθρο 14 του ν. 4024/2011 (Α' 226), όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 4111/2013 (Α' 180) ορίζεται ότι "Οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από τον βασικό μισθό και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19, και 29 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους", με το άρθρο 28 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "1.

Οι υπάλληλοι που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας, όπου υπηρετούν, με βάση τον συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του υπαλλήλου ως εξής.." και με το άρθρο 29 παρ.2, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της από 16-12-2011 Π.Ν.Π. (Α 262), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (Α 31), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...

β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".

Με τις προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 29 του ν.4024/2011, προβλέφθηκε μεταβατικό καθεστώς μισθολογικής προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, με σκοπό την ομαλοποίηση των δυσμενών επιπτώσεων από τη μεγάλη μείωση των αποδοχών τους που προκάλεσε η υπαγωγή τους στις μισθολογικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού.

Ειδικότερα προβλέφθηκε ότι, σε όσες περιπτώσεις υπαλλήλων, λόγω της υπαγωγής τους στις μισθολογικές διατάξεις του ν.4024/2011, προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μειωμένες σε ποσοστό άνω του 25% σε σύγκριση με τις αποδοχές που λάμβαναν τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του (1.11.2011), η μείωση αυτή επιβάλλεται στις αποδοχές τους άμεσα με την έναρξη της εφαρμογής του νέου μισθολογίου κατά το ποσοστό 25%, ενώ η μείωση που υπερβαίνει το ως άνω ποσοστό ορίστηκε ότι θα έπρεπε να επιβληθεί ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των προαναφερθεισών διατάξεων.

Δεδομένου, όμως, ότι με τις μεταγενέστερες διατάξεις της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ανεστάλη, μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή της, πέραν του 25% μείωσης των αποδοχών, η υπερβάλλουσα αυτή διαφορά, μεταξύ των αποδοχών που οι υπάλληλοι ελάμβαναν με το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς και εκείνων που έπρεπε να λαμβάνουν με τις νέες μισθολογικές διατάξεις του ν.4024/2011, άνω του ποσοστού του 25%, εξακολούθησε να καταβάλλεται με τις αποδοχές τους.

Από το περιεχόμενο τις τελευταίας διάταξης, σκοπός της οποίας είναι η ομαλότερη ενσωμάτωση των υπαλλήλων που υπέστησαν διαδοχικές μειώσεις στον μισθό τους στις νέες μισθολογικές ρυθμίσεις, συνάγεται ότι προϋπόθεση εφαρμογής της και ζήτημα καταβολής της "υπερβάλλουσας μείωσης" τίθεται, καταρχάς στην περίπτωση που ένας υπάλληλος έχει προσληφθεί και μισθοδοτηθεί πριν τη δημοσίευση του ν. 4024/2011, ώστε να υπάρχουν συγκρίσιμοι μισθοί του υπαλλήλου, προκειμένου να εξευρεθεί τυχόν μειωτική μεταξύ τους διαφορά (ΑΠ 1537/2023).

Στην περίπτωση, όμως, υπαλλήλου προσληφθέντος ή μεταταχθέντος μετά την 1.11.2011, η ως άνω προσωπική διαφορά δεν υφίσταται, και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα καταβολής της, καθώς με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν ορίστηκε η διαφορά αυτή ως ένα είδος πρόσθετης παροχής, η οποία ακολουθεί τον υπάλληλο ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής του ή μετάταξής του.

Είναι άλλο δεν το ζήτημα της τυχόν επέκτασης καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης, κατόπιν επιλογής του κοινού νομοθέτη και σε άλλες ειδικότερες κατηγορίες υπαλλήλων, που προσλήφθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά τη δημοσίευση του ν. 4024/2011 (ΑΠ 1537/2023). Εξάλλου, στο άρθρο 188 του νόμου 4261/2014 (Α' 107/5.5.2014) ορίζονται τα ακόλουθα "1.

Για την κατάταξη στους βαθμούς, στα μισθολογικά κλιμάκια και τον υπολογισμό της υπερβάλλουσας μείωσης των υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Οικονομικών του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π. 8Κ/2008, που κυρώθηκε με την αριθμ. 940/11.5.2010 απόφαση του Δ' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (Γ' 412), των υπαλλήλων της κατηγορίας ΠΕ του ίδιου Υπουργείου, του διαγωνισμού 2Ε/2007, που κυρώθηκε με την αριθμ. 319/17.2.2010 απόφαση του Γ' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. (Γ' 120), των υπαλλήλων που διορίσθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013 στο Υπουργείο Οικονομικών κατόπιν των αριθμ. 30256/28.2.2002 ( Β' 299) και 1019/5.8.2003 (Β '1166) αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των αριθμ. 15/2Γ/2002 και 2/1Γ/2004 προκηρύξεων του Α.Σ.Ε.Π.

σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του ν. 2643/1998 και της παρ. 5 του άρθρου 11 του ν. 3237/2004, καθώς και των αποφοίτων της ΚΑ' εκπαιδευτικής σειράς της Ε.Σ.Δ.Δ.Α., που τοποθετήθηκαν στο ίδιο Υπουργείο εφαρμόζονται αποκλειστικά από 1.5.2014 οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011, χωρίς να είναι δυνατός ο υπολογισμός τυχόν πλασματικού χρόνου για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και χωρίς να είναι δυνατή η αναδρομική λήψη διαφοράς αποδοχών για το προηγούμενο από την ημερομηνία αυτή χρονικό διάστημα πραγματικής υπηρεσίας. 2.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογή από 1.5.2014: α. Στο προσωπικό που μετατάχθηκε σε κενές οργανικές θέσεις του Υπουργείου Οικονομικών, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. β. Στο προσωπικό του Υπουργείου Οικονομικών, που μεταφέρθηκε από τον Ο.Δ.Δ.Υ.

Α.Ε. με την αριθμ. Δ6Β1036140ΕΞ2012 (Β' 606) κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών. γ. Στο προσωπικό που μετατάχθηκε στη Γ.Γ.Π.Σ. του Υπουργείου Οικονομικών σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 4024/2011". Με την ως άνω ρύθμιση του άρθρου 188 του ν. 4261/2014 σκοπήθηκε από το νομοθέτη ως προς τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν σε υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και στα αναφερόμενα στις ως άνω διατάξεις Νομικά Πρόσωπα, Υπηρεσίες και Αρχές, που μετατάχθηκαν μετά την 1.11.2011 και μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του ως άνω νόμου, η εξομοίωση των αποδοχών τους από 1.5.2014 με αυτές των υπαλλήλων που υπηρετούσαν ή είχαν μεταταχθεί πριν από την 1.11.2011 που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες και είχαν διατηρήσει ως προσωπική διαφορά την υπερβάλλουσα το ποσοστό του 25% μείωση των αποδοχών τους (που προέκυψε λόγω της υπαγωγής τους στις μισθολογικές διατάξεις του ν. 4024/2011), χωρίς ο νομοθέτης να προσδώσει στην ως άνω διάταξη αναδρομική ισχύ, υπό την έννοια καταβολής στους ως άνω μεταταχθέντες υπαλλήλους των μισθολογικών διαφορών για το χρονικό διάστημα από την μετάταξή τους μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος της.

Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 27 του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές διατάξεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" (Α 176), με έναρξη ισχύος από 1.1.2016, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν βασικός μισθός ή τακτικές μηνιαίες αποδοχές χαμηλότερες από αυτές που δικαιούνταν ο υπάλληλος στις 31.12.2015, η διαφορά διατηρείται ως προσωπική.

Για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή και το επίδομα θέσης ευθύνης. Το επίδομα αυτό λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προσωπικής διαφοράς, μόνο στην περίπτωση που καταβάλλεται στις αποδοχές του υπαλλήλου τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος αλλά δεν προβλέπεται η εκ νέου χορήγησή του με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.

Η νέα αυτή προσωπική διαφορά μειώνεται από οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου πλην της χορήγησης επιδόματος θέσης ευθύνης και της προωθημένης εξέλιξης. Τυχόν αύξηση του επιδόματος θέσης ευθύνης καταβάλλεται στο ακέραιο" και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, η προσωπική διαφορά του παρόντος άρθρου παύει να καταβάλλεται.

Εξαίρεση αποτελεί μόνο η υποχρεωτική μετάταξη ή μεταφορά του υπαλλήλου σε άλλο φορέα, λόγω συνολικής ή μερικής μεταφοράς ή κατάργησης της Υπηρεσίας του ή στο πλαίσιο κινητικότητας των υπαλλήλων, όπως αυτή καθορίζεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών, οπότε η εν λόγω προσωπική διαφορά εξακολουθεί να καταβάλλεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 5/2021, 6/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα προσλήφθηκε με την με αρ.3/2.1.2002 απόφαση της 6ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων .... Με την με αρ.30.10.2015 (ΦΕΚ 1209/30.11.2015 τ. Γ) κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού & Αθλητισμού και του Υπουργού Οικονομικών μετατάχθηκε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με ταυτόχρονη μεταφορά της θέσης ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στον Κλάδο ΔΕΙ Διοικητικών Γραμματέων, με τον κατεχόμενο βαθμό Ε και το 3° μισθολογικό κλιμάκιο.

Τοποθετήθηκε στο Δικαστικό Γραφείο Ιωαννίνων με την με αρ. 364/1.12.2015 απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ. Από 1.1.2016 κατατάχθηκε στο 5° μισθολογικό κλιμάκιο της ΔΕ κατηγορίας με πλεονάζοντα χρόνο στο μισθολογικό κλιμάκιο στις 1.1.2016: Ε =1, Μ=4, Η =8, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4354/2015. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα....

τελούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να αμφισβητείται από το εναγόμενο, στην ίδια υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση με τους συναδέλφους τους, της ίδιας κατηγορίας και θέσης, στο Ν.Σ.Κ., οι οποίοι είτε είχαν μεταταχθεί πριν την 1.11.2010 (ενν. 1.11.2011) είτε και μετά την ημερομηνία αυτή, σε κενή, στην τελευταία περίπτωση, οργανική θέση της ως άνω Υπηρεσίας και στους οποίους είχε χορηγηθεί η υπερβάλλουσα μείωση από 1.11.2011 και από 1.5.2014 (κατ' εφαρμογή του άρθρου 188 παρ. 2 περ.

α' του Ν. 4261/2014), αντίστοιχα, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρανόμως, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις ως άνω νομικές σκέψεις, δεν χορηγήθηκε στην ενάγουσα τόσο ποσό υπερβάλλουσας μείωσης του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 και προσωπικής διαφοράς του άρθρου 27 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (όπως η τελευταία διαμορφώθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011), όσο δικαιούνταν και οι υπάλληλοι της θέσης του Ν.Σ.Κ.

με τα ίδια έτη υπηρεσίας που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, βαθμό, μισθολογικό κλιμάκιο και ασκούν τα ίδια καθήκοντα, οι δε περί τούτου αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγομένου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι, υπάλληλοι όπως η ενάγουσα, που μετατάχθηκαν στο ΝΣΚ μετά την 1.11.2011 έλαβαν μόνον τις αποδοχές της θέσης τους όπως προβλεπόταν από τον ν. 2024/2011, παρότι είχαν την ίδια προϋπηρεσία, τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τον ίδιο βαθμό και τα ίδια καθήκοντα προς τους υπαλλήλους αυτούς.

Τούτο δε, διότι κατά τις προγενέστερες του ν.4024/2011 διατάξεις του ν. 3845/2010 (αρθρ.3 παρ.22) ως τροποποιήθηκαν με το όρθρο 2 του ν.3899/2010, ρυθμίστηκε το ζήτημα της καταβολής των μετατασσομένων από 1.1.2010 και εφεξής από ένα σε άλλο φορέα του Δημοσίου τομέα και ορίστηκε ότι οι υπάλληλοι αυτοί δικαιούνται μόνον το σύνολο της θέσης στην οποία μετατάσσονται, χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στον φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν ενώ κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα αυτό, καταργείται και αποδοχές που έχουν καταβληθεί ως προσωπική διαφορά μέχρι την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής δεν αναζητούνται.

Έτσι δημιουργήθηκε σοβαρότατη μισθολογική ανισότητα μεταξύ υπαλλήλων που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν στο ΝΣΚ προ της έναρξης ισχύος του ν. 4024/2011 (οι οποίοι διατήρησαν ως προσωπική διαφορά ή ως υπερβάλλουσα μείωση το 75% των αποδοχών που ελάμβαναν προ της ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού) και υπαλλήλων -όπως η ενάγουσα - που διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν στο ΝΣΚ μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οι οποίοι, ενώ είχαν την ίδια ακριβώς υπηρεσιακή και βαθμολογική κατάσταση και ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα με τους διορισθέντες/μεταταχθέντες προ του ν.4024/2011, είχαν εντελώς διαφορετική μισθολογική μεταχείριση, λαμβάνοντας μόνον το σύνολο των αποδοχών της νέας τους θέσης και όχι το 75% των προ του ν.4024/2011 αποδοχών της ίδιας θέσης ή αυτής από την οποία μετατάχθηκαν.

Σε μια προσπάθεια να εξομαλυνθούν οι ως άνω ανισότητες, ο νομοθέτης προσπάθησε να εξομοιώσει αυτές με τις διατάξεις του άρθρου Πρώτου, υποπαρ.ΙΔ3 του ν.4152/2013, του άρθρου 188 του ν.4261/2014, του άρθρου 14 του ν. 4350/2015. Κατά τον τρόπο αυτό η ανισότητα επιτάθηκε, αφού οι ως άνω ρυθμίσεις καταλαμβάνουν ορισμένη μόνον κατηγορία υπαλλήλων, ενώ αποκλείουν υπαλλήλους, που ανήκουν σε άλλη κατηγορία, αλλά τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, όπως η ενάγουσα.....Ακολούθως λαμβάνοντας υπόψη τα εκκαθαριστικό μισθοδοσίας της ενάγουσας και ετέρου υπαλλήλου του ΝΣΚ, ανήκοντας στην ίδια κατηγορία, στον ίδιο κλάδο (ΔΕ) και στο ίδιο μισθολογικό κλιμάκιο, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει μηνιαίο ποσό υπερβάλλουσας μείωσης - προσωπικής διαφοράς 749,05 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1.12.2015 έως 31.12.2017 συνολικά (749,05 ευρώ X 25 μήνες) = 18.726,25 ευρώ....."..

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με το να κρίνει ότι η μεταταχθείσα στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, με την υπ'αριθμ. 289/30.10.2015 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΦΕΚ 1209/30.11.2015 τεύχος Γ), ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, της οποίας η μετάταξή της έλαβε χώρα μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4024/2011 (1.11.2011), δικαιούται με βάση τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, την υπερβάλλουσα μείωση του άρθρου 29 παρ.2 του νόμου αυτού και τη προσωπική διαφορά του άρθρου 27 παρ.1 του ν. 4354/2015 (όπως η τελευταία διαμορφώθηκε κατ'εφαρμογή του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011) που ελάμβαναν ως προσωπική διαφορά υπάλληλοι του Ν.Σ.Κ.

με τα ίδια έτη υπηρεσίας που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, βαθμό, κλάδο, μισθολογικό κλιμάκιο και ασκούν τα ίδια καθήκοντα με αυτή, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν στο Ν.Σ.Κ. προ της ως άνω ημερομηνίας (1.11.2011) και να επιδικάσει σ' αυτή (αναιρεσίβλητη) για την ως άνω υπερβάλλουσα μείωση για το χρονικό διάστημα από 1.12.2015 έως 31.12.2017 το ποσό των 18.726,25 ευρώ (749,05 ευρώ Χ 25 μήνες), παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 29 παρ.2 του ν.4024/2011, 188 του ν.4261/2014, 27 παρ.1 του ν. 4354/2015 και 4 και 22 του Συντάγματος με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στις ανωτέρω προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Και αυτό διότι α) με τη διάταξη της παρ.22 του άρθρου τρίτου του ν.3845/2010 ορίστηκε ότι όσοι μετατάσσονται ή μεταφέρονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από οποιοδήποτε φορέα του δημοσίου τομέα σε άλλο φορέα δημόσιου τομέα δικαιούνται μόνο το σύνολο των αποδοχών της θέσης στην οποία μετατάσσονται ή μεταφέρονται χωρίς να διατηρούν ως προσωπική διαφορά τυχόν επιπλέον αποδοχές που ελάμβαναν στον φορέα από τον οποίο μετατάχθηκαν ή μεταφέρθηκαν, β)με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 29 του ν.4024/2011 (σκοπός των οποίων, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν η καταβολή οποιασδήποτε μισθολογικής προσαύξησης σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, αλλά η μισθολογική προσαρμογή των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., από τη μεγάλη μείωση των αποδοχών τους που προκάλεσε η υπαγωγή τους στις μισθολογικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού), ρυθμίσθηκε από 1.11.2011 η υπερβάλλουσα το ποσοστό 25% μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων του δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 και η οποία, εν τέλει, συνέχισε να καταβάλλεται σ'αυτούς, ως προσωπική διαφορά, ενώ για τους, μετατασσόμενους μετά την 1.11.2011 (ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ν.4024/2011) υπαλλήλους από ένα φορέα του Δημοσίου σε άλλον, όπως και για τους διοριζόμενους μετά την 1.11.2011 υπαλλήλους, τυγχάνουν εφαρμογής οι μισθολογικές διατάξεις του ν. 4024/2011, χωρίς, όμως, να τίθεται θέμα καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, καθώς με τη διάταξη αυτή δεν ορίστηκε η διαφορά αυτή ως ένα είδος πρόσθετης παροχής, η οποία καταβάλλεται στο μισθωτό ανεξαρτήτως του χρόνου πρόσληψής του ή μετάταξής του.

Είναι άλλο, δε, το ζήτημα της επέκτασης καταβολής της υπερβάλλουσας μείωσης του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, κατόπιν επιλογής του κοινού νομοθέτη και σε άλλες ειδικότερες κατηγορίες υπαλλήλων, που προσλήφθηκαν μετά τη δημοσίευση του (1.11.2011), όπως συνέβη με τη διάταξη του άρθρου του άρθρου 188 παρ. 1 και 2 του ν. 4261/2014, με την οποία χορηγήθηκε από 1.5.2014 στους υπαλλήλους του Υπουργείου των Οικονομικών, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και του Ελεγκτικού Συνεδρίου που μετατάχθηκαν σε κενές οργανικές θέσεις μετά την 1.11.2011 και έως την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (5.5.2014) η υπερβάλλουσα το ποσοστό του 25% μείωση αποδοχών των υπαλλήλων, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011, χωρίς να ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με τη μη αναδρομική εφαρμογή της διάταξης αυτής ή τη μη χορήγησή της για τους μεταταχθέντες, μετά την έναρξη ισχύος της, υπαλλήλους (ΑΠ 1537/2023).

Και τούτο διότι, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν νοείται δυσμενής διάκριση και εντεύθεν παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας αλλά και της συνταγματικής αρχής της ίσης μεταχείρισης, όταν η διάκριση αφορά έννομες συνέπειες ή σχέσεις προγενέστερες της ισχύος της ρύθμισης, ή όταν δίδεται παροχή προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών που, κατά τη σχετική ρύθμιση, πρέπει να συγκεντρώνουν ορισμένες ιδιότητες σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών που δε συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές, όπως στην προκειμένη περίπτωση που η αναιρεσίβλητη μετατάχθηκε στο Ν.Σ.Κ.

από 1.12.2015, μετά, δηλαδή, α) την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της διάταξης του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4024/2011 (1.11.2011) με την οποία, όπως προεκτέθηκε, καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά στους υπηρετούντες την ως άνω ημερομηνία υπαλλήλους του Δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα και συνεπώς και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η υπερβάλλουσα το ποσοστό του 25% μείωση των αποδοχών τους και ββ) μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της διάταξης του άρθρου 188 παρ. 1 και 2 του ν. 4261/2014 (5.5.2014), με την οποία, όπως προεκτέθηκε, καταβάλλεται στους μεταταχθέντες μετά την 1.11.2011 και έως 5.5.2014, η ως άνω υπερβάλλουσα μείωση των αποδοχών, από 1.5.2014 και εφεξής.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 του ν. 4569/2018, χορηγήθηκε από 1.9.2018 η προσωπική διαφορά της παρ.1 του άρθρου 27 του ν. 4354/2015, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ'εφαρμογή της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, μεταξύ των άλλων, στο προσωπικό που μετατάχθηκε σε κενές οργανικές θέσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους μετά την 1.11.2011 (στη ρύθμιση της οποία υπάγεται και η μεταταχθείσα στις 1.12.2015 στο Ν.Σ.Κ.

αναιρεσίβλητη), χωρίς ο νομοθέτης να προσδώσει και στην περίπτωση αυτή αναδρομική ισχύ στην ως άνω διάταξη και ως εκ τούτου η διάταξη αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση, που αφορά αξίωση της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση της προαναφερθείσας προσωπικής διαφοράς για προγενέστερο, της ενάρξεως ισχύος της (1.9.2018), χρονικό διάστημα (από 1.12.2015 έως 31.12.2017).

Συνεπώς και σύμφωνα με τα ανωτέρω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εφόσον μετατάχθηκε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στις 1.12.2015, μετά την έναρξη ισχύος των μισθολογικών διατάξεων του ν. 4024/2011 (1.11.2011), αλλά και μετά την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 188 παρ.1 και 2 του ν. 4261/2014 (5.5.2014) δεν δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1.12.2015 έως 31.12.2017) το ποσό της υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης των αποδοχών των ομοιόβαθμων με αυτή υπαλλήλων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως προς τους οποίους είτε διατηρήθηκε η ως άνω προσωπική διαφορά καθότι υπηρετούσαν σ'αυτό πριν από την 1.11.2011 (άρθρο 29 παρ.2 ν. 4024/2011), είτε χορηγήθηκε σ'αυτούς από 1.5.2014, καθότι είχαν μεταταχθεί σ'αυτό μέχρι την 5.5.2014 (άρθρο 188 παρ.1-2 ν. 4261/2014), κατ' επίκληση της αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αλλά ούτε και κατ' εφαρμογή των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., αφού δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παρανομία των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος, με το να αρνηθούν να χορηγήσουν στην αναιρεσίβλητη την ως άνω υπερβάλλουσα μείωση αποδοχών, εφόσον δεν τη δικαιούται. Επομένως, ο περί τούτου τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμη και κατ'ουσία βάσιμη την από 15.12.2017 αγωγή. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχε ακριβώς επικαλεσθεί και η ενάγουσα για τη νομική θεμελίωση της αγωγής της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ. α του ΚΠολΔ, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η ως άνω αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Τέλος, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αναφέρονται στο σκεπτικό, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, τόσον της παρούσας αναιρετικής δίκης, όσο και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 179 εδ.α ΚΠολΔ (όπως διαμορφώθηκε, με την προσθήκη εδαφίου β, με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021), διάταξη που εφαρμόζεται και στις δίκες με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1478/2022, 720/2021, 295/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 693/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την από 15.12.2017 με αριθμ. καταθ. 610184/3184/2017 αγωγή.

Απορρίπτει την αγωγή.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ