Legislator Case Law & Legislation
290/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax law inadmissibility ruling citing ECHR and Constitution violations.

Case Number 290/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final appellate court decision that rejected a tax-related lawsuit as inadmissible. The State argued that the lower court erred by refusing to declare the appeal inadmissible under specific tax legislation, while the taxpayer contended this violated fundamental rights. The court ruled that applying such inadmissibility provisions to tax proceedings infringes upon the right to property and legal protection under the Constitution and the European Convention on Human Rights, rendering the appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 54A(5) of Law 4174/2013; Articles 17, 20, 25 of the Constitution and Article 6(1) of the ECHR; The inadmissibility of tax proceedings based on specific statutory provisions violates the right to property and legal protection and must not be applied.

Keywords

AI generated
tax proceedings inadmissibility right to property protection European Convention on Human Rights Greek Civil Procedure Code constitutional proportionality principle legal protection rights property tax litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 4 paragraphs 1 and 2 of Law 3127/2003
Article 54A paragraph 5 of Law 4174/2013
Article 6 paragraph 1 of the European Convention on Human Rights
Articles 17, 20 and 25 of the Constitution
Article 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 290 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 290/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Βαρδαλά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9158/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6520/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6520/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 9158/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 3-4-2018 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου-αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η θεία του Π. χήρα Φ. Σ., το γένος Α. και Α. Δ. και ο πατέρας του Ι. Δ. του Α. και της Α., οι οποίοι έχουν αποβιώσει και των οποίων είναι μοναδικός κληρονόμος, ήταν στις 11-4-2005 συγκύριοι κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός ακινήτου εμβαδού 56,55 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου .... Ζήτησε, επίσης με την αγωγή να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών αρχικών κτηματολογικών εγγραφών στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής ως προς το ανωτέρω επίδικο ακίνητο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17-3-2003), αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ... Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. 2.

Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 Α.Κ., "ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα". Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια.

Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται, ότι θεσπίζεται με αυτές εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του Ν. Δ/τος της 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), σύμφωνα με τον οποίο στα δημόσια κτήματα νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός αν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία στα ακίνητα του Δημοσίου.

Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, μπορεί κάποιος να αποκτήσει με χρησικτησία κυριότητα δημοσίου κτήματος που βρίσκεται σε σχέδιο πόλης ή σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό ή σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τμ, εφόσον νέμεται αδιατάρακτα το εν λόγω ακίνητο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή, μέχρι την 19.3.2003:

α) για δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης ή β) για τριάντα έτη, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, εφόσον, δηλαδή, κατά το χρόνο κτήσης της νομής, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή, μέχρι την 19.3.2003, με τις λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περ.

α' και β,' και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή, πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου. Εξάλλου, οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηροτέρων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει (ΑΠ 121/2022).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 984 εδ. α' και 989 εδ. α' ΑΚ προκύπτει, ότι διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη, που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 210/2011) και ειδικότερα, κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή, όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις που μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών από την κυριότητα του πράγματος (ΑΠ 22/2021, ΑΠ 942/2012).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε ,δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγιναν δεκτά από το Εφετείο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αντικείμενο της κρινόμενης αγωγής αποτελεί ένα γεωτεμάχιο (οικόπεδο), άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, εκτάσεως 324,82 τ.μ., κείμενο στη θέση "...", εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αγίας Παρασκευής, σύμφωνα με το από 06.3.1971 β.δ.

περί τροποποίησης και επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Αγίας Παρασκευής (ΦΕΚ 65/Δ/06.3.1971), εντός του Ο.Τ. 75α και επί της οδού ... αρ. .... Το εν λόγω οικόπεδο εμφαίνεται στο από Μαρτίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα των πολιτικών μηχανικών Δ. Κ. και Θ. Γ., συνταχθέν σύμφωνα με το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς (ΕΣΓΑ) 1987 με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Η-Β-Γ-Δ-Ζ-Ε-Α και συνορεύει βορειοδυτικά επί συνολικής πλευράς ΑΒ μήκους 18,22 μ.

με την οδό ..., πλάτους 8,00 μ. και δη εν μέρει με την πλευρά ΑΗ μήκους 3,22 μ. και εν μέρει με την πλευρά ΗΒ μήκους 15,00 μ., βορειοανατολικά επί συνολικής πλευράς ΒΔ μήκους 18,16 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και δη εν μέρει με την πλευρά ΒΓ μήκους 7,28 και εν μέρει με την πλευρά ΓΔ μήκους 10,88 μ., νοτιοανατολικά επί συνολικής πλευράς ΕΔ μήκους 18,22 μ.

με ιδιοκτησία αγνώστου και δη εν μέρει με την πλευρά ΕΖ μήκους 3,22 μ. και εν μέρει με την πλευρά ΖΔ μήκους 15,00 μ. και νοτιοδυτικά επί πλευράς ΑΕ μήκους 17,51 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου. Τμήμα του ανωτέρω γεωτεμαχίου, έκτασης 268,27 τ.μ., μετά της επ' αυτού πεπαλαιωμένης ισόγειας οικίας και αποθήκης, εμφαινόμενο στο προδιαληφθέν τοπογραφικό διάγραμμα με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Β-Γ-Δ-Ζ-Η-Β, συνορεύον βορειοδυτικά επί πλευράς ΗΒ μήκους 15,00 μ.

με την οδό ... πλάτους 8,00 μ., βορειοανατολικά επί συνολικής πλευράς ΒΔ μήκους 18,16 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και δη εν μέρει με την πλευρά ΒΓ μήκους 7,28 μ. και εν μέρει με την πλευρά ΓΔ 10,88 μ., νοτιοανατολικά επί πλευράς ΖΔ μήκους 15,00 με ιδιοκτησία αγνώστου και νοτιοδυτικά επί πλευράς ΗΖ μήκους 17,63 μ. με το όμορο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., περιήλθε στην αποκλειστική συγκυριότητα των Π.

χας Φ. Σ. και Ι. Δ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο σύμφωνα με τους κανόνες της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, καθώς στις … …1988 απεβίωσε αδιάθετη η Α. συζ. Α. Δ., το γένος Λεωνίδα Σκαρτσή και στην κληρονομία της κλήθηκαν ως κληρονόμοι - κατιόντες α' τάξης τα ως άνω τέκνα της Π. χα Φ. Σ. και Ι. Δ., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος και ως επιζών κατά το χρόνο της επαγωγής σύζυγος ο Α.

Δ. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου (άρθρα 1813, 1820 ΑΚ) και στη συνέχεια στις 24.12.1992 απεβίωσε αδιάθετος ο Α. Δ. και στην κληρονομία αυτού κλήθηκαν ως κληρονόμοι - κατιόντες α' τάξης τα εν λόγω τέκνα του Π. χα Φ. Σ. και Ι. Δ., συνταχθείσας της με αριθμό .../21.4.2003 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Σ., νόμιμα μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Παρασκευής (τ. … α/α …), με την οποία η Π. χα Φ. Σ. αποδέχθηκε τις επαχθείσες σε αυτήν κληρονομίες καθώς και για λογαριασμό του πατέρα της Α. Δ. το επαχθέν σε αυτόν ιδανικό μερίδιο από την κληρονομία της προαποβιώσασας συζύγου του, καθώς και της με αριθμό .../…2001 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών νόμιμα μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Παρασκευής (τ.

… α/α …), με την οποία ο Ι. Δ. αποδέχθηκε τις επαχθείσες σε αυτόν κληρονομίες καθώς και για λογαριασμό του πατέρα του Α. Δ. το επαχθέν σε αυτόν ιδανικό μερίδιο από την κληρονομία της προαποβιώσασας συζύγου του. Προηγουμένως είχε περιέλθει το μνησθέν τμήμα του εν λόγω γεωτεμαχίου στην άμεση δικαιοπάροχο των ως άνω κληρονόμων Α.

σύζυγο Α. Δ. κατά πλήρη κυριότητα με το με αριθμό .../...1956 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλανδρίου (τ. .., α/α …) συνεπεία αγοράς από τον Κ. Ρ.. Εξ άλλου, το υπόλοιπο τμήμα του ανωτέρω γεωτεμαχίου, έκτασης 56,55 τ.μ., εμφαινόμενο στο προδιαληφθέν τοπογραφικό διάγραμμα με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Η-Ζ-Ε-Α, συνορεύον βορειοδυτικά επί πλευράς ΑΗ μήκους 3,22 μ.

με την οδό ... πλάτους 8,00 μ., βορειοανατολικά επί συνολικής πλευράς ΗΖ μήκους 17,63 μ. με το όμορο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (το προαναφερόμενο τμήμα του όλου γεωτεμαχίου), νοτιοανατολικά επί πλευράς ΖΕ μήκους 3,22 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και νοτιοδυτικά επί πλευράς ΑΕ μήκους 17,51 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου περιήλθε στην αποκλειστική συγκυριότητα των ως άνω Π.

χας Φ. Σ. και Ι. Δ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, καθώς τόσο η άμεση δικαιοπάροχος - μητέρα τους από το έτος 1956 (χρονολογία απόκτησης του όμορου εδαφικού τμήματος), όσο και οι ίδιοι από το έτος 1988 (χρονολογία θανάτου της κληρονομούμενης μητρός τους) όταν εγκαταστάθηκαν στη νομή του προέβαιναν σε υλικές διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου επ' αυτού κατέχοντας αυτό με τη βούληση να το έχουν ως αποκλειστικά δικό τους καθ' όλες του τις χρησιμότητες, κατά τρόπο σταθερό και διαρκή και θέτοντας αυτό υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή τους, χωρίς να αμφισβητηθούν ποτέ από κανένα, ιδίως από το εκκαλούν.

Ειδικότερα, η μεν Α. συζ. Α. Δ. ανήγειρε μαζί με το σύζυγό της εντός του εδαφικού τμήματος εκτάσεως 268,57 τ.μ. μία μικρή ισόγεια οικία εμβαδού 40,00 τ.μ. για την εγκατάσταση της τετραμελούς οικογένειάς τους και στη συνέχεια περιέφραξε το εδαφικό αυτό τμήμα ενιαία με το εδαφικό τμήμα εκτάσεως 56,55 τ.μ. με συρματόπλεγμα, οι δε Π.

χα Φ. Σ. και Ι. Δ. χρησιμοποιούσαν το μικρό εδαφικό τμήμα των 56,55 τ.μ. ως κήπο του ενιαίου ακινήτου τους, τον οποίο φρόντιζαν και περιποιούνταν διατηρώντας την περίφραξη του όλου ακινήτου τους και εξ αυτών η Π. χα Φ. Σ. εγκαταστάθηκε στην πατρική οικία διαμένοντας συνεχώς και αδιαλείπτως εντός αυτής μέχρι το θάνατό της, ο δε Ι.

Δ. έχοντας παραχωρήσει άτυπα το ιδανικό μερίδιο στη συννομή επ' αυτού στην αδελφή του, την επισκεπτόταν τακτικά λαμβάνοντας μέρος στις οικογενειακές συγκεντρώσεις που οργανώνονταν στον κήπο, όπως προκύπτει από τις προδιαληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν, οι Π.

χα Φ. Σ. και Ι. Δ., αλλά και η δικαιοπάροχος μητέρα τους κατείχαν και ενέμοντο το επίδικο εδαφικό τμήμα, έκτασης 56,55 τ.μ. του ενιαίου γεωτεμαχίου χρησιμοποιώντας το με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε αυτό κατά την αντίληψη των συναλλαγών να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεσή τους για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα (30) ετών, ήτοι από το έτος 1956 έως την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, στις 19.3.2003.

Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι τόσο οι Π. χα Φ. Σ. και Ι. Δ., όσο και η μητέρα τους κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επιδίκου βρισκόταν σε καλή πίστη, δηλαδή δεν γνώριζαν, χωρίς η άγνοιά τους αυτή να οφείλεται σε δική τους βαριά αμέλεια, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκε στην κυριότητα του εναγομένου και ότι με την κτήση της νομής του προσβάλλουν κατ' ουσίαν την κυριότητά του, αφού οι μεν Π.

χα Φ. Σ. και Ι. Δ. έβλεπαν και γνώριζαν ότι η άμεση δικαιοπάροχος-μητέρα τους ασκούσε τις αναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής επί του εν λόγω ακινήτου χωρίς να διαταραχθεί ποτέ από κανένα, η δε τελευταία μετά την ανέγερση της οικοδομής εντός του όμορου εδαφικού τμήματος προχώρησε στην περίφραξη αυτού από κοινού με το επίδικο, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε εάν γνώριζε ότι αξιώνει επ' αυτού δικαιώματα το Ελληνικό Δημόσιο.

Άλλωστε, το εναγόμενο, το οποίο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστης του (επικαλούμενου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του, σύμφωνα με όσα επισημάνθηκαν στη μείζονα σκέψη, ουδέν εισέφερε στην αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σχετικά με την κακή πίστη των Π. χας Φ.

Σ. και Ι. Δ. και της μητέρας τους και ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ποτέ δεν είχε αμφισβητηθεί το δικαίωμά τους από το εναγόμενο, το οποίο ουδέποτε επιτήρησε ή φύλαξε με αρμόδια όργανα το επίδικο και ουδέποτε συνέταξε εις βάρος τους και επέδωσε πρωτόκολλο αποβολής τους ή πράξη περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως του επιδίκου.

Υπέβαλε μόνο τη με αριθμό .../…2002 δήλωση, συμπληρωθείσα με τη με αριθμό ....2002 δήλωση ενώπιον του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής περί της κυριότητάς του επί του άνω εδαφικού τμήματος λόγω του τεκμηρίου κυριότητας ενόψει του δασικού του χαρακτήρα, καθώς και τη με αριθμό .../….2003 ένσταση του ν. 2308/1995, όπως αναφέρεται στο με αριθμό .../…2018 έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής (οι δηλώσεις και η ένσταση ουδόλως προσκομίζονται), χωρίς όμως να ενημερωθούν για αυτό οι εν λόγω Π.

χα Φ. Σ. και Ι. Δ., γεγονός που θα καταδείκνυε τη γνώση τους. Με βάση λοιπόν όσα προαναφέρθηκαν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του κτηματολογίου στην περιοχή (11.4.2005), οι εν λόγω Π. χα Φ. Σ. και Ι. Δ. είχαν αποκτήσει τη συγκυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του εν λόγω εδαφικού τμήματος του γεωτεμαχίου με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1 β' του ν. 3127/2003.

Το εναγόμενο εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι η κυριότητα του εν λόγω επιδίκου ανήκει σ' αυτό και ειδικότερα ότι αυτό α) αποτελεί έκταση με δασικό ανέκαθεν χαρακτήρα, γεγονός που καθιερώνει τεκμήριο κυριότητάς του κατ' άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 και ότι, αφού δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ.

της 17/29-11-1836 περί ιδιωτικών δασών ειδική διαδικασία για την αναγνώρισή του ως ιδιωτικού δάσους, τεκμαίρεται ότι του ανήκει, β) ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως κτήμα ανήκον στο Οθωμανικό Δημόσιο βάσει της Συνθήκης της Κων/πόλεως, άλλως δικαιώματι πολέμου, γ) ότι κατελήφθη από αυτό ως αδέσποτο, δ) ότι περιήλθε σ' αυτό με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία από συστάσεως του Ελληνικού Κράτους.

Ο ισχυρισμός που αντλείται από το άρθρο 62 παρ. 1 ν. 998/1979 κρίνεται μη νόμιμος στην προκειμένη περίπτωση και εκ του λόγου τούτου απορριπτέος καθόσον από της εντάξεως του εν λόγω ακινήτου στο σχέδιο πόλεως και εφόσον δεν πρόκειται περί κοινοχρήστου χώρου ή χώρου πρασίνου, όπως προκύπτει, άλλωστε, από το προσκομιζόμενο από το ίδιο το εναγόμενο με αριθμό .../...2018 έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, αυτό δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του ν. 998/1979 ?περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας? ...

Επίσης, ο ισχυρισμός ότι το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, διότι μετά την υπογραφή των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου (1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (1832) υπεισήλθε στην κυριότητα των κτημάτων που ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, τα οποία είτε καταλήφθηκαν, είτε δημεύθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, είτε εγκαταλείφθηκαν από τους κυρίους τους, που αποχώρησαν, είναι μη νόμιμος, καθώς το επίδικο γεωτεμάχιο, ευρισκόμενο στην Αττική, παραχωρήθηκε με δωρεά στους Αθηναίους (Έλληνες και Οθωμανούς) δια θεσπίσματος του κυρίαρχου Σουλτάνου το έτος 1829, τα δε δικαιώματα αυτών αναγνωρίστηκαν ακολούθως με το από 21-1/03.02.1830 πρωτόκολλο της ανεξαρτησίας της Ελλάδος και με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης το έτος 1832 και ως εκ τούτου το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους.

Επίσης, και ο ισχυρισμός ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου τυγχάνει μη νόμιμος, αφού η Αττική δεν καταλήφθηκε από Ελληνικό Κράτος δια των όπλων, αλλά παραχωρήθηκε σε αυτό, στις 31.3.1833, με βάση την από 27.6/09.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και τουρκικών αρχών και με τον όρο του σεβασμού των αστικών δικαιωμάτων των ιδιωτών...

Ακόμη, ο ισχυρισμός ότι το επίδικο κατελήφθη υπό του εναγομένου ως αδέσποτο, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 16 β.δ. της 21-5/10.7.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων" και των άρθρων 2 παρ. 1 του Ν. 1539/1938 και 972 του ΑΚ, είναι προδήλως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρεται η βούληση εγκατάλειψης αυτού υπό του κυρίου του, ούτε γίνεται σαφής επίκληση οποιουδήποτε άλλου περιστατικού που θα επέτρεπε την κρίση ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις.

Σε κάθε περίπτωση, άπαντες οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγομένου κρίνονται ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καθόσον, ακόμη και αν είχε θεμελιωθεί κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά ένα από τους ως άνω τρόπους, αυτή έχει πλέον καταλυθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ 1 β' του ν. 3127/2003 και συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπει αυτό, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα.

Εξ άλλου, με τη με αριθμό .../.../1995 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ η περιοχή του Δήμου Αγίας Παρασκευής κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση και στη συνέχεια με τη με αριθμό .../30.3.2005 απόφαση του ΔΣ του ΟΚΧΕ διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής, ορίστηκε δε η 11.4.2005 ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή.

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο, η ως άνω ιδιοκτησία των Π. χας Φ. Σ. και Ι. Δ., έκτασης 324,82 τ.μ., δεν καταχωρήθηκε ως ένα ενιαίο και αυτοτελές γεωτεμάχιο, αλλά διαχωρίστηκε στα ως άνω περιγραφόμενα δύο γεωτεμάχια, έκτασης 268,27 τ.μ. και 56,55 τ.μ. αντίστοιχα, τα οποία έχουν καταχωρηθεί στους ΚΑΕΚ γεωτεμαχίων ...

και ... αντίστοιχα και το πρώτο εξ αυτών (γεωτεμάχιο μετά της επ' αυτού προαναφερόμενης ισόγειας οικίας έκτασης 268,27 τ.μ.) φέρεται ως ανήκον κατά αποκλειστική συγκυριότητα στους Ι. Δ. και Π. χα Φ. Σ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, ενώ το δεύτερο εξ αυτών (γεωτεμάχιο έκτασης 56,55 τ.μ.) φέρεται ως ανήκον κατά αποκλειστική κυριότητα στο εναγόμενο, πλην όμως η εγγραφή αυτή είναι εσφαλμένη κατά το δεύτερο γεωτεμάχιο, καθότι σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, αυτό ανήκει στους Ι.

Δ. και Π. χα Φ. Σ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη η αγωγή του ενάγοντος, έχοντος άμεσο έννομο συμφέρον στην άσκησή της, αφού μετά το θάνατο της Π. χας Φ. Σ., που απεβίωσε στις 15.6.2015, άγαμη και άκληρη, μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ετύγχανε ο Ι. Δ., όπως προκύπτει από το με αριθμό .../2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Αγίας Παρασκευής και το με αριθμό .../2018 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου περί μη αποποίησης κληρονομίας, και μετά το θάνατο του Ι.

Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 21.11.2016, μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του τυγχάνει ο ενάγων, όπως προκύπτει από το με αριθμό .../…2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Παλλήνης και το με αριθμό .../2018 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κρωπίας περί μη αποποίησης κληρονομίας και να αναγνωρισθεί το δικαίωμα συγκυριότητας των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα Ι.

Δ. και Π. χας Φ. Σ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο επί του ως άνω ενιαίου γεωτεμαχίου εκτάσεως 324,82 τ.μ., να διαταχθεί δε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής ως προς τα ως άνω με ΚΑΕΚ ... και ... γεωτεμάχια, ώστε, αφού συνενωθούν σε ένα ενιαίο γεωτεμάχιο, που θα αποτυπωθεί με τον αυτό ΚΑΕΚ, να καταχωρηθούν οι ίδιοι ως δικαιούχοι του εγγραπτέου δικαιώματος της κυριότητας (και) επί του τελευταίου κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και την υπαγωγή τους στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της απόφασης, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τη γιαγιά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και μετά το θάνατό της, το έτος 1988, από τα δύο τέκνα της, ήτοι τη θεία του και τον πατέρα του με την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

β' Ν. 3127/2003 σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθώς αυτοί νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 56,55 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ..., με καλή πίστη και αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των 30 ετών και συγκεκριμένα από το έτος 1956 έως την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 στις 19-3-2003.

Ήταν δε αδιατάρακτη η νομή των ανωτέρω επί του επιδίκου ακινήτου, καθώς οι προκύψασες ενέργειες του Ελληνικού Δημοσίου (υποβολή της .../17-9-2002 δήλωσης στο Κτηματολογικό Γραφείο Αγίας Παρασκευής περί της κυριότητάς του και υποβολή της .../14-2-2003 ένστασης του Ν. 2308/1995 ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής) δεν συνιστούν διαταρακτικές πράξεις της νομής, δεδομένου ότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του, οι ενέργειες αυτές δεν περιήλθαν σε γνώση των ανωτέρω θείας και πατέρα του ενάγοντος (πρβλ ΑΠ 487/2014), με αποτέλεσμα αυτοί, καθώς συνέτρεχαν και οι υπόλοιπες νόμιμες προϋποθέσεις, να καταστούν συγκύριοι του επιδίκου.

Επομένως, οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και συνεπώς απορριπτέες. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον διατείνεται ότι, παρά το γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, όπως προκύπτει από την ειδικότερη παραδοχή του "...ενόψει του δασικού του χαρακτήρα..." και παρά το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται, η ένταξη δασικών εκτάσεων στο σχέδιο πόλης σε καμιά περίπτωση δεν συνεπάγεται την απώλεια του δημόσιου χαρακτήρα τους, παρέλειψε (το Εφετείο) να εξετάσει το δημόσιο χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 117 και 24 του Συντάγματος, 62 παρ. 1 Ν. 998/1979 και 3 του β.δ.

της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", τις οποίες επικαλέστηκε και υποπίπτοντας έτσι στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλειες. Ωστόσο, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες παρατέθηκαν στα πλαίσια έρευνας του πρώτου αναιρετικού λόγου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τον στηριζόμενο στις πιο πάνω επικαλούμενες διατάξεις ισχυρισμό του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε ότι το επίδικο δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, δεχόμενο συγκεκριμένα ότι "από της εντάξεως του εν λόγω ακινήτου στο σχέδιο πόλης και εφόσον δεν πρόκειται περί κοινόχρηστου χώρου ή χώρου πρασίνου, όπως προκύπτει άλλωστε από το προσκομιζόμενο από το ίδιο το εναγόμενο με αριθμό .../21-6-2018 έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής, αυτό δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του ν. 998/1979".

Η δε αναφορά στο λόγο της αναίρεσης της περικοπής της προσβαλλόμενης απόφασης "...ενόψει του δασικού του χαρακτήρα...", δεν αποτελεί παραδοχή του Εφετείου για το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αλλά αναφέρεται στην ενέργεια στην οποία προέβη το τελευταίο με την υποβολή της .../17-9-2002 δήλωσής του προς το Κτηματολογικό Γραφείο Αγίας Παρασκευής για την κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο, λόγω του δασικού του χαρακτήρα, που επικαλέστηκε με τη δήλωση και του εντεύθεν υπέρ αυτού τεκμηρίου κυριότητάς του σ' αυτό, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την παραδοχή του Εφετείου σχετικά με την ως άνω ενέργεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με την οποία, "Υπέβαλε μόνο τη με αριθμό .../...2002 δήλωση, συμπληρωθείσα με τη με αριθμό ....2002 δήλωση ενώπιον του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής περί της κυριότητάς του επί του άνω εδαφικού τμήματος λόγω του τεκμηρίου κυριότητας ενόψει του δασικού του χαρακτήρα...".

Στο άρθρο 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με την παράγραφο Γ.4 του άρθρου τρίτου του Ν. 4254/2014 και στη συνέχεια με το άρθρο 13 παρ. 6 του Ν. 4174/2017, ορίζονται τα εξής: "5. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α.

πιστοποιητικό ότι το ίδιο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α. και Φ.Α.Π., κατά περίπτωση, για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη.". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο. Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 12/2000). Απαράδεκτο, η μη κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας δημιουργεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, δεν καθιερώνεται, όταν οι επιταγές για αναβολή της συζήτησης ή αναστολής της προόδου της δίκης περιέχονται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, γιατί οι τελευταίοι μπορεί να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή, την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκόμενων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Ολ.

ΑΠ 1331/1985). Τέτοια διάταξη είναι και η προαναφερθείσα του άρθρου 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013 (ΑΠ 383/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσίβλητος με την από 3-4-2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η θεία του Π. χήρα Φ. Σ., το γένος Α. και Α. Δ. και ο πατέρας του Ι. Δ. του Α. και Α. Δ., τους οποίους κληρονόμησε, ήταν συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, εμβαδού 56,55 τ.μ.

και να διαταχθεί η διόρθωση στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς το επίδικο ακίνητο, του οποίου ως κύριος ενεγράφη εσφαλμένα το αναιρεσείον - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Η αγωγή έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη με την 9158/2019 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου.

Κατ` αυτής το εναγόμενο άσκησε έφεση, επικαλούμενο ότι το δικαστήριο κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013 δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής, γιατί ο ενάγων δεν προσκόμισε το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της: "Με το δεύτερο λόγο έφεσης, επαναφέροντας σχετικό ισχυρισμό που ανέπτυξε και με τις πρωτόδικες προτάσεις του, το εκκαλούν-εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013, επειδή δεν προσκομίσθηκε από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα το πιστοποιητικό καταβολής ΕΝΦΙΑ για το παραδεκτό της συζήτησής της.

Η διάταξη όμως του προαναφερόμενου άρθρου περί απαραδέκτου της συζητήσεως εμπράγματης αγωγής, που είναι προφανές ότι φορολογικής φύσης, θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας και, επομένως, δεν πρέπει να εφαρμοστεί...

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο όμοια έκρινε και δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν έσφαλε και για το λόγο αυτό ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον διατείνεται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ανωτέρω λόγο της έφεσής του και μη κηρύσσοντας το απαράδεκτο της συζήτησης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ.

Ο λόγος, όμως, αυτός για την παρά το νόμο απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί η επιταγή για το απαράδεκτο της συζήτησης περιέχεται όχι στις διατάξεις του ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν την πορεία της διαδικασίας, αλλά σε διατάξεις νόμων που επιδιώκουν φορολογικούς σκοπούς, οι οποίοι μπορεί να επιτευχθούν και με άλλα μέσα, δηλαδή, με την ενέργεια των φορολογικών οργάνων, χωρίς να απαιτείται η αναίρεση της απόφασης για την επίτευξη των επιδιωκόμενων φορολογικών σκοπών, οι οποίοι δεν έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συνακόλουθα, στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Επιπλέον, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης άρθρου 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013 περί απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 1143/2019), όπως με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες εκτίθεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά όμως έξοδα θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-4-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6520/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ